
Με το μήνυμα «Ελλάς, Γαλλία, Συμμαχία!», ο πρόεδρος της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν αναφέρθηκε στην επίσκεψή του στην Αθήνα και στη συνάντησή του με τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, επιβεβαιώνοντας τον στρατηγικό χαρακτήρα των σχέσεων των δύο χωρών.
Η ανάρτηση του Γάλλου προέδρου ήρθε ως πολιτικό και συμβολικό επιστέγασμα μιας επίσκεψης με έντονο αμυντικό, διπλωματικό, οικονομικό και πολιτιστικό αποτύπωμα. Ελλάδα και Γαλλία υπέγραψαν την ανανέωση της συνεργασίας τους στον τομέα της άμυνας και της ασφάλειας, καθώς και συνολικά εννέα συμφωνίες που καλύπτουν κρίσιμα πεδία, από την Παιδεία και την Έρευνα έως την καινοτομία και την πυρηνική τεχνολογία.
Στις κοινές δηλώσεις του με τον Εμανουέλ Μακρόν, ο Κυριάκος Μητσοτάκης χαρακτήρισε τον Γάλλο πρόεδρο «διαχρονικά Ευρωπαίο σύμμαχο και εταίρο», αλλά και «αληθινό φίλο» της Ελλάδας, προσθέτοντας ότι πρόκειται και για προσωπικό του φίλο.
Μακρόν – Μητσοτάκης ζητούν νέα ευρωομόλογα και παράταση αποπληρωμής του Ταμείου Ανάκαμψης
Ο πρωθυπουργός έκανε λόγο για μια κομβική στιγμή στις ελληνογαλλικές σχέσεις, καθώς, όπως είπε, σφραγίζεται η ιστορική επιλογή που έκαναν οι δύο χώρες το 2021: να μετασχηματίσουν μια μακροχρόνια κοινή διαδρομή σε μια ισχυρή στρατηγική συμμαχία με σαφές ευρωπαϊκό και αμυντικό αποτύπωμα.
Η ελληνογαλλική σχέση, όπως υπογράμμισε ο Κυριάκος Μητσοτάκης, είναι πολυεπίπεδη και ουσιαστική, με ρίζες στους ιστορικούς δεσμούς των δύο εθνών, στις κοινές αρχές και αξίες, αλλά και στα αμοιβαία συμφέροντα των δύο λαών. Σημείωσε ακόμη ότι η σχέση αυτή έχει σφυρηλατηθεί μέσα από τη συμμετοχή των δύο χωρών τόσο στο ΝΑΤΟ όσο και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά και μέσα από τη διμερή συνεργασία.
Στο επίκεντρο των συνομιλιών βρέθηκε η περαιτέρω ενίσχυση της αμυντικής συνεργασίας Ελλάδας – Γαλλίας, η οποία είχε αποκτήσει νέα δυναμική με τη συμφωνία του 2021. Η ανανέωση της διμερούς αμυντικής συμφωνίας προβλέπει νέα πενταετή ισχύ και στη συνέχεια αυτόματη ανανέωση, εκτός εάν μία από τις δύο πλευρές την καταγγείλει.
«Η αλληλεγγύη θεμελιώνεται με πράξεις και όχι με λόγια», ανέφερε χαρακτηριστικά ο Κυριάκος Μητσοτάκης, υπογραμμίζοντας ότι η διακήρυξη που υπεγράφη αποτυπώνει το εύρος της συνεργασίας Αθήνας – Παρισιού.
Από την πλευρά του, ο Εμανουέλ Μακρόν τόνισε ότι η ελληνογαλλική συμφωνία δεν αφορά μόνο τις δύο χώρες, αλλά μπορεί να λειτουργήσει ως παράδειγμα για την υπόλοιπη Ευρώπη. «Θέλουμε να εμπνεύσουμε την υπόλοιπη Ευρώπη. Πρόκειται για μια πραγματική στρατηγική», ανέφερε, κάνοντας ειδική αναφορά στη ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής.
Ο Γάλλος πρόεδρος υπογράμμισε ότι η αμοιβαία συνδρομή δεν είναι απλώς μια πολιτική διακήρυξη, αλλά πρακτική δέσμευση, ενώ δήλωσε ότι το άρθρο 42.7 της Συνθήκης της ΕΕ είναι αδιαμφισβήτητο. Σύμφωνα με το Reuters, ο Μακρόν ανέφερε ότι η ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής της ΕΕ είναι σαφής, σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρώπη συζητά εντονότερα την ενίσχυση της άμυνάς της.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, από την πλευρά του, σημείωσε ότι το άρθρο 42.7 δοκιμάστηκε στην πράξη στην Κύπρο, έστω και χωρίς να ενεργοποιηθεί τυπικά, και πρόσθεσε ότι η Ευρώπη πρέπει να χτίσει πάνω σε αυτή την εμπειρία. Ο πρωθυπουργός στάθηκε ιδιαίτερα στη φράση του Εμανουέλ Μακρόν, λέγοντας ότι το άρθρο 42.7 είναι «μπετόν αρμέ».
Στο επίκεντρο των κοινών δηλώσεων βρέθηκε και η Μέση Ανατολή. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανέφερε ότι η Ελλάδα είναι αξιόπιστος συνομιλητής στην περιοχή, υπενθυμίζοντας τον διακριτικό ρόλο της στην εκεχειρία μεταξύ Ισραήλ και Λιβάνου, αλλά και το ενδιαφέρον της για την προστασία των χριστιανικών πληθυσμών και την ελευθερία της ναυσιπλοΐας.
Ο Εμανουέλ Μακρόν, αναφερόμενος στον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, ζήτησε κατάπαυση του πυρός και επιστροφή στη διπλωματική οδό. Παράλληλα, τόνισε ότι η Γαλλία θέλει να συμβάλει στην απελευθέρωση των Στενών του Ορμούζ, ενώ εξέφρασε την ελπίδα να υπάρξει ειρήνη στον Λίβανο και να μπορέσει η κυβέρνηση της χώρας να προχωρήσει στον αφοπλισμό της Χεζμπολάχ.
Οι εννέα συμφωνίες που υπεγράφησαν παρουσία των δύο ηγετών αφορούν την ενισχυμένη συνολική στρατηγική εταιρική σχέση, την ανανέωση της συνεργασίας στην άμυνα και την ασφάλεια, τον οδικό χάρτη συνεργασίας των υπουργείων Εξωτερικών, την επαγγελματική εκπαίδευση, την ανώτατη εκπαίδευση και την έρευνα, την πυρηνική τεχνολογία, τα ψηφιακά ωκεάνια συστήματα, την αμυντική έρευνα και καινοτομία, καθώς και την υποστήριξη των πυραύλων MICA IR/RF από την MBDA France.
Η νέα δέσμη συμφωνιών έρχεται να εμβαθύνει τη συνεργασία που ξεκίνησε το 2021, όταν Ελλάδα και Γαλλία υπέγραψαν την αρχική αμυντική συμφωνία, η οποία συνδέθηκε και με την προμήθεια γαλλικών εξοπλιστικών συστημάτων, όπως οι φρεγάτες και τα μαχητικά Rafale.
Στο οικονομικό σκέλος της επίσκεψης, ο Κυριάκος Μητσοτάκης και ο Εμανουέλ Μακρόν βρέθηκαν στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, όπου απηύθυναν χαιρετισμό στο Ελληνογαλλικό Επιχειρηματικό Forum. Το Forum διοργανώθηκε από τον Σύνδεσμο Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών σε συνεργασία με το Ελληνογαλλικό Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο, στο πλαίσιο της συνολικής αναβάθμισης των σχέσεων Ελλάδας – Γαλλίας.
Στο επίκεντρο βρέθηκε η περαιτέρω ενίσχυση της οικονομικής συνεργασίας των δύο χωρών, με στόχο την προώθηση επενδύσεων, την ανάπτυξη νέων επιχειρηματικών συμπράξεων και τη διεύρυνση κοινών πρωτοβουλιών σε στρατηγικούς τομείς όπως η ενέργεια, η καινοτομία, η έρευνα και η τεχνολογική συνεργασία.
Μετά το Ελληνογαλλικό Επιχειρηματικό Forum, οι δύο ηγέτες επισκέφθηκαν την Εθνική Βιβλιοθήκη, όπου ξεναγήθηκαν στην έκθεση «Αναζητώντας την Ανατολή. Διασταυρούμενες πορείες αρχαιολόγων». Η στάση αυτή προσέθεσε έναν συμβολικό πολιτιστικό τόνο στην επίσκεψη, αναδεικνύοντας ότι η ελληνογαλλική συνεργασία δεν περιορίζεται στην πολιτική και την άμυνα, αλλά επεκτείνεται στην οικονομία, την επιχειρηματικότητα και τον πολιτισμό.
Λίγο πριν από τις 19:00 το απόγευμα του Σαββάτου, ο Εμανουέλ Μακρόν και η σύζυγός του Μπριζίτ Μακρόν αναχώρησαν από την Αθήνα για το Παρίσι, ολοκληρώνοντας την επίσκεψή τους στην Ελλάδα. Το προεδρικό ζεύγος συνόδευσε στο αεροδρόμιο «Ελευθέριος Βενιζέλος» ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης.
Η αναχώρηση του Γάλλου προέδρου σηματοδότησε την ολοκλήρωση μιας επίσκεψης με σαφές μήνυμα: η ελληνογαλλική σχέση παραμένει ένας από τους κεντρικούς άξονες της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, ενώ Αθήνα και Παρίσι επιχειρούν να προβάλουν ένα κοινό μοντέλο ευρωπαϊκής κυριαρχίας, αμυντικής ετοιμότητας, οικονομικής συνεργασίας και πολιτικής αλληλεγγύης.

