Η General Motors (GM) ακύρωσε τη μακροχρόνια συμφωνία προμήθειας μαγνητών σπάνιων γαιών από εργοστάσιο στις ΗΠΑ, προκαλώντας μια εμπορική διαμάχη που αναδεικνύει τις δυσκολίες της αμερικανικής αυτοκινητοβιομηχανίας να περιορίσει την εξάρτησή της από την Κίνα.
Σύμφωνα με αποκλειστικό δημοσίευμα του Reuters, η μεγαλύτερη αμερικανική αυτοκινητοβιομηχανία διέκοψε τη συνεργασία της με τη γερμανική Vacuumschmelze (VAC), η οποία είχε επενδύσει εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια σε νέα μονάδα παραγωγής μόνιμων μαγνητών στη Νότια Καρολίνα.
Η υπόθεση έχει πλέον οδηγηθεί σε διαδικασία διαιτησίας, με τη γερμανική εταιρεία να διεκδικεί αποζημίωση για αυτό που χαρακτηρίζει αδικαιολόγητη καταγγελία της σύμβασης.
Η εξέλιξη έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η αμερικανική αγορά ηλεκτρικών αυτοκινήτων αντιμετωπίζει σημαντικές πιέσεις, μετά την απόφαση της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ να περιορίσει τα ομοσπονδιακά κίνητρα και τις φορολογικές ελαφρύνσεις που στήριζαν τον κλάδο.
Η συμφωνία που ακυρώθηκε και η επένδυση των 500 εκατ. δολαρίων
Η GM και η VAC είχαν υπογράψει το 2023 δεσμευτική συμφωνία για την προμήθεια μόνιμων μαγνητών, απαραίτητων για τους ηλεκτροκινητήρες των οχημάτων της αμερικανικής εταιρείας.
Η συνεργασία προέβλεπε την κάλυψη των αναγκών της GM για τουλάχιστον δέκα χρόνια, με τη γερμανική εταιρεία να κατασκευάζει νέα παραγωγική μονάδα στη Νότια Καρολίνα.
Το εργοστάσιο, στο οποίο επενδύθηκαν περίπου 500 εκατομμύρια δολάρια, ξεκίνησε τη λειτουργία του στα τέλη του 2025, με ετήσια παραγωγική δυναμικότητα λίγο μικρότερη από 2.000 μετρικούς τόνους μαγνητών.
Σύμφωνα με όσα είχε δηλώσει στο Reuters ο διευθύνων σύμβουλος της VAC, Έρικ Έσεν, περίπου το 90% της παραγωγής προοριζόταν για τη General Motors, ενώ το υπόλοιπο θα κάλυπτε ανάγκες της αμερικανικής κυβέρνησης.
Ωστόσο, η GM αποφάσισε την 1η Ιουλίου 2026 να τερματίσει τη συμφωνία, προκαλώντας την αντίδραση της VAC, η οποία κινήθηκε λίγες ημέρες αργότερα εναντίον της μέσω διαιτησίας.
Η διαιτησία και η εξαγορά των 1,9 δισ. δολαρίων
Η ύπαρξη της διαμάχης αποκαλύφθηκε μέσα από έγγραφα που υποβλήθηκαν στην αμερικανική Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς (SEC). Η εταιρεία Energy Fuels, η οποία συμφώνησε τον Ιούνιο να εξαγοράσει τη VAC έναντι 1,9 δισ. δολαρίων, γνωστοποίησε ότι μεγάλος πελάτης της αμερικανικής μονάδας παραγωγής μαγνητών είχε ακυρώσει τη σύμβασή του.
Αν και δεν κατονόμασε τον πελάτη, η General Motors αναγνώρισε σε δική της χρηματιστηριακή ενημέρωση ότι προμηθευτής εξαρτημάτων για ηλεκτροκινητήρες είχε ξεκινήσει διαδικασία διαιτησίας εναντίον της, διεκδικώντας αποζημίωση μετά την ακύρωση στρατηγικής συμφωνίας προμηθειών.
Πηγή με γνώση της υπόθεσης επιβεβαίωσε στο Reuters ότι πρόκειται για τη διαμάχη μεταξύ της GM και της αμερικανικής θυγατρικής της VAC, e-VAC Magnetics.
Οι δύο πλευρές απέφυγαν να σχολιάσουν περαιτέρω τη διαδικασία, επικαλούμενες τον εμπιστευτικό της χαρακτήρα.
Η Energy Fuels, πάντως, υποστήριξε ότι εξακολουθεί να εμπιστεύεται τις εμπορικές προοπτικές και την παραγωγική ικανότητα της VAC. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι το τελικό τίμημα της εξαγοράς ενδέχεται να αναπροσαρμοστεί, ανάλογα με την έκβαση της διαιτησίας.
Η στροφή της General Motors και οι αποφάσεις Τραμπ
Πίσω από τη συγκεκριμένη διαμάχη βρίσκεται η ευρύτερη αναθεώρηση της στρατηγικής της General Motors για την ηλεκτροκίνηση. Η εταιρεία έχει περιορίσει τις δραστηριότητές της στον τομέα των ηλεκτρικών αυτοκινήτων, ο οποίος επί χρόνια αντιμετώπιζε προβλήματα κερδοφορίας.
Καθοριστικό ρόλο στην αλλαγή πορείας διαδραμάτισε η πολιτική της κυβέρνησης Τραμπ, που μετά την επιστροφή της στον Λευκό Οίκο το 2025 περιόρισε την οικονομική στήριξη προς την αγορά ηλεκτρικών οχημάτων.
Τον Ιανουάριο του 2026, η GM ανακοίνωσε λογιστική επιβάρυνση ύψους 6 δισ. δολαρίων, στο πλαίσιο της αναδιάρθρωσης και της ακύρωσης μέρους των επενδύσεών της στην ηλεκτροκίνηση.
Η διαφωνία με τη VAC είχε εμφανιστεί ήδη από τον Απρίλιο, σύμφωνα με τα έγγραφα της SEC, γεγονός που σημαίνει ότι η Energy Fuels γνώριζε την ύπαρξή της όταν ξεκίνησε τις διαπραγματεύσεις για την εξαγορά της γερμανικής εταιρείας.
Η Κίνα ελέγχει το 90% της παραγωγής μαγνητών
Η υπόθεση αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς οι μόνιμοι μαγνήτες σπάνιων γαιών αποτελούν κρίσιμα εξαρτήματα για την ηλεκτροκίνηση, την αεροδιαστημική βιομηχανία, την άμυνα και τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
Η Κίνα παράγει περίπου το 90% των μόνιμων μαγνητών παγκοσμίως, γεγονός που της προσφέρει ισχυρό πλεονέκτημα σε μια τεχνολογία στρατηγικής σημασίας.
Η Ουάσιγκτον επιχειρεί τα τελευταία χρόνια να δημιουργήσει εγχώρια παραγωγική βάση, ώστε να περιορίσει την εξάρτηση των αμερικανικών επιχειρήσεων από κινεζικές πρώτες ύλες και βιομηχανικά προϊόντα.
Η επένδυση της VAC στη Νότια Καρολίνα αποτελούσε μέρος αυτής της προσπάθειας.
Η Energy Fuels, γνωστή κυρίως για την παραγωγή ουρανίου που χρησιμοποιείται στην πυρηνική ενέργεια, επιδιώκει μέσω της εξαγοράς να εξελιχθεί σε έναν από τους μεγαλύτερους παραγωγούς μαγνητών εκτός Κίνας.
Η VAC διαθέτει εγκαταστάσεις στη Γερμανία, στη Μαλαισία και σε άλλες χώρες, εξυπηρετώντας περισσότερους από 1.000 πελάτες διεθνώς.
Η ακύρωση της συμφωνίας από τη General Motors αναδεικνύει πλέον ένα κρίσιμο πρόβλημα για την αμερικανική βιομηχανική στρατηγική: Οι επενδύσεις για την απεξάρτηση από την Κίνα χρειάζονται σταθερή ζήτηση και μακροχρόνιες δεσμεύσεις, την ώρα που οι αλλαγές στην πολιτική για την ηλεκτροκίνηση ανατρέπουν τους αρχικούς σχεδιασμούς των επιχειρήσεων.


