Η σημερινή ομιλία στο Αιγάλεω, τα 45 χρόνια από την ιστορική νίκη του Ανδρέα Παπανδρέου και η προσπάθεια του προέδρου του ΠΑΣΟΚ να μετατρέψει την κοινωνική δυσαρέσκεια σε αξιόπιστη πρόταση διακυβέρνησης. Η πολιτική αυτονομία, η σύγκρουση με τον Μητσοτάκη και ο ανταγωνισμός με τον Τσίπρα.
Σαράντα πέντε χρόνια μετά την ιστορική 18η Οκτωβρίου του 1981, ο Νίκος Ανδρουλάκης επιχειρεί σήμερα από το Αιγάλεω να ξαναπιάσει το νήμα μιας πολιτικής διαδρομής που άλλαξε τους συσχετισμούς, τους θεσμούς και την κοινωνική πραγματικότητα της μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Η σύγκριση με τον Ανδρέα Παπανδρέου είναι αναπόφευκτη, αλλά θα ήταν πολιτικά άδικη εάν περιοριζόταν στα εκλογικά ποσοστά ή στις προσωπικές τους διαφορές. Άλλωστε, η Ιστορία δεν επαναλαμβάνεται κατά παραγγελία και η πολιτική ηγεσία δεν κρίνεται με κριτήριο την ομοιότητα προς τους προκατόχους της, αλλά από την ικανότητά της να απαντά στις ανάγκες της εποχής της.
Το 1981, ο Ανδρέας Παπανδρέου εξέφρασε ένα ισχυρό κοινωνικό αίτημα για συμμετοχή, αναδιανομή και δημοκρατική αλλαγή. Σήμερα, η πρόκληση για τον Νίκο Ανδρουλάκη είναι διαφορετική, να πείσει μια κοινωνία περισσότερο δύσπιστη, κατακερματισμένη και κουρασμένη από τις διαδοχικές κρίσεις ότι η πολιτική μπορεί ξανά να βελτιώσει τη ζωή της.
Και εδώ βρίσκεται η πραγματική σημασία της σημερινής συγκέντρωσης. Όχι στην αναβίωση μιας ιστορικής στιγμής, αλλά στην προσπάθεια να αποκτήσει η έννοια της Αλλαγής νέο πολιτικό και κοινωνικό περιεχόμενο.
Η πολιτική αυτονομία ως στρατηγική επιλογή
Ο Ανδρουλάκης έχει επιλέξει έναν δύσκολο δρόμο. Δεν επιδιώκει να εμφανιστεί ως συμπληρωματική δύναμη κάποιου άλλου πολιτικού σχεδίου ούτε αποδέχεται την αντίληψη ότι το ΠΑΣΟΚ είναι καταδικασμένο να επιλέξει ανάμεσα στον Μητσοτάκη και τον Τσίπρα.
Επιμένει στην πολιτική αυτονομία και στη συγκρότηση μιας διακριτής, προοδευτικής κυβερνητικής πρότασης. Πρόκειται για επιλογή που έχει πολιτικό κόστος, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία οι δημοσκοπήσεις δεν επιβεβαιώνουν ακόμη τη φιλοδοξία του ΠΑΣΟΚ για εκλογική πρωτιά.
Ωστόσο, η επιμονή αυτή διαθέτει πολιτική λογική. Ένα κόμμα που διεκδικεί να κυβερνήσει δεν μπορεί να οικοδομήσει την αξιοπιστία του εάν εμφανίζεται εκ των προτέρων πρόθυμο να λειτουργήσει ως κυβερνητικός εταίρος εκείνων που αντιπολιτεύεται.
Η πρόκληση, βεβαίως, είναι η αυτονομία να μη μετατραπεί σε αυτάρκεια. Χρειάζεται διεύρυνση, κοινωνικές συμμαχίες, ανανέωση προσώπων και πολιτική εξωστρέφεια. Η εκλογική δυναμική δεν δημιουργείται μόνο με τη διακήρυξη της ανεξαρτησίας, αλλά με την ικανότητα ενός κόμματος να πείθει ότι μπορεί να διαμορφώσει νέες πλειοψηφίες.
Ο Μητσοτάκης, ο Τσίπρας και το πραγματικό πολιτικό δίλημμα
Η ένταση της αντιπαράθεσης με τον Αλέξη Τσίπρα αναδεικνύει έναν δεύτερο παράγοντα. Ο πρώην πρωθυπουργός επιχειρεί να κατοχυρώσει τον ρόλο του βασικού εκφραστή της προοδευτικής αντιπολίτευσης, αμφισβητώντας την κυβερνητική προοπτική του ΠΑΣΟΚ.
Η επίθεσή του στον Ανδρουλάκη, με αιχμές περί πιθανής συνεργασίας με τη Νέα Δημοκρατία, ενδέχεται όμως να λειτουργήσει αντίστροφα από τις επιδιώξεις του. Δίνει στον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ τη δυνατότητα να αποσαφηνίσει τη στρατηγική του και να υπερασπιστεί την πολιτική του αυτονομία, χωρίς να εμφανίζεται ως μέρος ενός μετώπου που ορίζεται από άλλους.
Παράλληλα, υπάρχει μια ουσιαστική διαφορά. Ο Τσίπρας διεκδικεί την επιστροφή του στην εξουσία έχοντας ήδη κυβερνήσει. Ο Ανδρουλάκης διεκδικεί την πρώτη ευκαιρία να κριθεί ως πρωθυπουργός. Αυτή η διαφορά δεν αρκεί από μόνη της για να τον καταστήσει καταλληλότερο, του επιτρέπει όμως να εκπροσωπήσει μια διαφορετική πολιτική διαδρομή.
Ο βασικός αντίπαλος του ΠΑΣΟΚ, πάντως, παραμένει η κυβέρνηση Μητσοτάκη. Η φθορά της από την ακρίβεια, το στεγαστικό, τα προβλήματα του ΕΣΥ και τα ζητήματα θεσμικής λειτουργίας δημιουργεί αντικειμενικά περιθώρια πολιτικής αμφισβήτησης. Το ζητούμενο είναι αυτά τα περιθώρια να μετατραπούν σε θετική επιλογή υπέρ του ΠΑΣΟΚ και όχι απλώς σε μια ακόμη καταγραφή αντικυβερνητικής δυσαρέσκειας.
Από την ιστορική παρακαταθήκη στη σύγχρονη κυβερνησιμότητα
Εδώ βρίσκεται ένα ουσιαστικό πλεονέκτημα που μπορεί να αξιοποιήσει ο Ανδρουλάκης. Το ΠΑΣΟΚ διαθέτει ιστορική εμπειρία διακυβέρνησης, στελέχη με θεσμική γνώση και συγκεκριμένες προγραμματικές προτάσεις. Η πρόσφατη πρωτοβουλία του για το ιδιωτικό χρέος, την προστασία της πρώτης κατοικίας και τους κανόνες λειτουργίας των funds αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα προσπάθειας μετατροπής της αντιπολίτευσης σε νομοθετική πρόταση.
Ασφαλώς, οι προτάσεις χρειάζονται κοστολόγηση, επεξεργασία και δημόσια δοκιμασία. Η κυβερνησιμότητα δεν αποδεικνύεται από την ιστορία ενός κόμματος, αλλά από τη σαφήνεια των λύσεων που προσφέρει και από την εμπιστοσύνη που εμπνέει η ηγεσία του.
Σε αυτή την κατεύθυνση, ο Ανδρουλάκης επιδιώκει να ενισχύσει το ηγετικό του προφίλ μέσα από θεσμικές παρεμβάσεις, επαφές με κοινωνικούς και παραγωγικούς φορείς και παρουσία στον ευρωπαϊκό πολιτικό διάλογο. Η προσέγγιση αυτή μπορεί να αποδειχθεί αποτελεσματικότερη μακροπρόθεσμα από μια αντιπολίτευση που αναλώνεται αποκλειστικά στην καθημερινή καταγγελία.
Το Αιγάλεω και η δύσκολη μάχη για την κοινωνική πλειοψηφία
Δεν είναι τυχαία η επιλογή της Δυτικής Αθήνας για τη σημερινή ομιλία. Στις λαϊκές συνοικίες, όπου άλλοτε το ΠΑΣΟΚ διατηρούσε βαθιές κοινωνικές αναφορές, συναντώνται σήμερα τα προβλήματα που θα κρίνουν σε σημαντικό βαθμό την επόμενη εκλογική αναμέτρηση: η αγοραστική δύναμη, η κατοικία, οι μισθοί, η δημόσια υγεία και οι προοπτικές των νεότερων γενεών.
Ο Ανδρουλάκης δεν χρειάζεται να αναπαραστήσει ή να μιμηθεί τον Ανδρέα Παπανδρέου. Χρειάζεται να ξαναχτίσει τη σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα στη δημοκρατική παράταξη και σε κοινωνικές ομάδες που αισθάνονται ότι έχουν μείνει χωρίς ουσιαστική πολιτική εκπροσώπηση.
Η δυσκολία είναι υπαρκτή. Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις τοποθετούν το ΠΑΣΟΚ στην τρίτη θέση αλλά με ανοδικές τάσεις, πίσω από τη Νέα Δημοκρατία και την ΕΛ.Α.Σ που υποχωρεί. Η απόσταση από την πρώτη θέση παραμένει μεγάλη και θα ήταν πολιτικά αφελές να υποστηρίξει κανείς ότι μπορεί να καλυφθεί μόνο με μια επιτυχημένη συγκέντρωση ή με μια αναφορά στην ιστορική παρακαταθήκη.
Ωστόσο, οι εκλογές του 2027 δεν έχουν διεξαχθεί και οι σημερινοί συσχετισμοί δεν αποτελούν οριστική ετυμηγορία. Το ερώτημα είναι εάν το ΠΑΣΟΚ θα κατορθώσει να διευρύνει την κοινωνική του απήχηση πέρα από τον παραδοσιακό του χώρο, να πείσει τους αναποφάσιστους και να αναδειχθεί σε δύναμη που μπορεί να αναλάβει την ευθύνη της διακυβέρνησης.
Το στοίχημα δεν είναι να επαναληφθεί το 1981, αλλά να κερδηθεί το 2027
Η σημερινή επέτειος αποτελεί, συνεπώς, πολιτική ευκαιρία αλλά και δοκιμασία για τον Νίκο Ανδρουλάκη. Η ευκαιρία είναι να συνδέσει την ιστορική ταυτότητα του ΠΑΣΟΚ με μια σύγχρονη πολιτική πρόταση. Η δοκιμασία είναι να αποδείξει ότι αυτή η πρόταση μπορεί να συγκινήσει πολίτες που δεν έχουν προσωπικές μνήμες από την Αλλαγή του 1981 και δεν επιλέγουν κόμμα με βάση την ιστορία των γονιών τους.
Το ισχυρότερο επιχείρημα υπέρ του Ανδρουλάκη δεν είναι ότι μπορεί να γίνει ένας νέος Ανδρέας Παπανδρέου. Είναι ότι μπορεί να διεκδικήσει τη διακυβέρνηση με τους δικούς του όρους, με διαφορετικό πολιτικό ύφος, μεγαλύτερη έμφαση στη θεσμικότητα και με ένα πρόγραμμα που φιλοδοξεί να συνδυάσει την οικονομική αποτελεσματικότητα με την κοινωνική δικαιοσύνη.
Το 1981 η Αλλαγή έγινε πλειοψηφία επειδή εξέφρασε την κοινωνία της εποχής της. Το 2027 η πρόκληση για τον Ανδρουλάκη είναι να αποδείξει ότι το ΠΑΣΟΚ μπορεί ξανά να εκφράσει την κοινωνία της δικής του εποχής.
Και σε αυτή τη δύσκολη σύγκριση, το δίκαιο κριτήριο δεν είναι πόσο μοιάζει ο σημερινός πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ με τον ιδρυτή του, αλλά εάν μπορεί να δώσει μια πειστική απάντηση στο ερώτημα που απασχολεί σήμερα τους πολίτες: Ποιος μπορεί να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο κυβερνιέται η χώρα;


