
Τις τελευταίες δύο εβδομάδες η εικόνα στα ελληνοτουρκικά έχει αλλάξει αισθητά. Όχι τόσο ώστε να μιλάμε σοβαρά για επικείμενη κρίση τύπου 2020. Αλλά αρκετά ώστε να μην μπορεί πλέον η Αθήνα να αντιμετωπίζει κάθε επεισόδιο ως απομονωμένη τουρκική αντίδραση.
Μέσα σε μόλις δώδεκα ημέρες η Άγκυρα αντέδρασε επίσημα σε δύο ελληνικά χωροταξικά σχέδια για τον τουρισμό και τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας επαναφέροντας ακόμη και τον ισχυρισμό περί γεωγραφικών σχηματισμών των οποίων η κυριαρχία «δεν μεταβιβάστηκε στην Ελλάδα με διεθνείς συνθήκες». Παράλληλα, η Τουρκία προχώρησε στην επίσημη ανακήρυξη δύο «εθνικών θαλάσσιων πάρκων» στο βορειοανατολικό Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, ενώ καταγράφηκε ξανά αυξημένη τουρκική αεροπορική δραστηριότητα στο Αιγαίο, με οπλισμένα F-16 και εμπλοκή ελληνικών και τουρκικών μαχητικών.
Το σημαντικό δεν είναι κάθε μία από αυτές τις κινήσεις χωριστά. Είναι ότι όλες κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση. Η Τουρκία επιχειρεί να διατηρήσει ανοιχτή και σταδιακά να διευρύνει τη δική της ατζέντα των “ελληνοτουρκικών διαφορών”, χωρίς ταυτόχρονα να εγκαταλείπει επίσημα τον διάλογο και τη Διακήρυξη των Αθηνών. Αυτό είναι σήμερα το πιο ρεαλιστικό κλειδί για να διαβαστεί η τουρκική στρατηγική.
Τι άλλαξε μέσα σε δώδεκα ημέρες
Στις 7 Αυγούστου, η Άγκυρα αντέδρασε στο ελληνικό Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τον Τουρισμό. Δεν περιορίστηκε να εκφράσει επιφυλάξεις για θαλάσσιες δικαιοδοσίες. Το τουρκικό ΥΠΕΞ αναφέρθηκε ρητά στις «αλληλένδετες διαφορές του Αιγαίου» και σε γεωγραφικούς σχηματισμούς των οποίων, κατά την τουρκική θέση, η κυριαρχία δεν έχει μεταβιβαστεί στην Ελλάδα με διεθνείς συνθήκες. Παράλληλα κάλεσε την Αθήνα να αποφεύγει «μονομερείς ενέργειες» και πρόβαλε την ανάγκη συνεργασίας μεταξύ των δύο παράκτιων κρατών.
Στις 15 Αυγούστου, με προεδρικές αποφάσεις, η Τουρκία ανακήρυξε δύο «εθνικά θαλάσσια πάρκα». Η ελληνική πλευρά απάντησε ότι τα πάρκα εκτείνονται πέραν των τουρκικών χωρικών υδάτων και, κατά το μέρος που καταλαμβάνουν διεθνή ύδατα ή περιοχές ελληνικής υφαλοκρηπίδας, δεν παράγουν κανένα έννομο αποτέλεσμα.
Στις 18 Αυγούστου καταγράφηκαν δεκάδες παραβιάσεις και αεροπορική εμπλοκή με οπλισμένα τουρκικά F-16 — δραστηριότητα που είχε περιοριστεί αισθητά κατά την περίοδο της αποκλιμάκωσης.
Και στις 19 Αυγούστου η Άγκυρα αντέδρασε ξανά, αυτή τη φορά στο ελληνικό Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ.
Η διατύπωση ήταν σχεδόν πανομοιότυπη με εκείνη της 7ης Αυγούστου: «αλληλένδετα ζητήματα του Αιγαίου», αμφισβήτηση κυριαρχίας συγκεκριμένων γεωγραφικών σχηματισμών, αποφυγή «μονομερών ενεργειών» και ανάγκη «συνολικής προσέγγισης».
Η ελληνική απάντηση της 20ής Αυγούστου ήταν αυτή τη φορά ιδιαίτερα σαφής. Το ΥΠΕΞ σημείωσε ότι πρόκειται για τη δεύτερη επανάληψη των ίδιων τουρκικών ισχυρισμών μέσα σε δώδεκα ημέρες, τους χαρακτήρισε αναθεωρητικούς και επανέλαβε ότι η Ελλάδα αναγνωρίζει μία και μοναδική ελληνοτουρκική διαφορά: την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ. Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο πραγματολογικό στοιχείο της εβδομάδας.
Δεν έχουμε μία τουρκική αντίδραση. Έχουμε επανάληψη συγκεκριμένου λεξιλογίου και συγκεκριμένης νομικοπολιτικής θέσης.
Τι επιδιώκει η Τουρκία
- Να μην παγιωθεί διεθνώς η ελληνική θέση της «μίας διαφοράς».
Η Αθήνα λέει: μία διαφορά — υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ.
Η Άγκυρα λέει: ένα σύνολο «αλληλένδετων προβλημάτων». Αυτό δεν είναι γλωσσική λεπτομέρεια. Είναι ο πυρήνας της στρατηγικής διαφοράς.
Κάθε φορά που η Τουρκία αντιδρά σε ελληνικό χωροταξικό σχέδιο, θαλάσσιο πάρκο ή άλλη διοικητική πράξη και επαναφέρει ζητήματα κυριαρχίας, επιχειρεί να καταγράψει διεθνώς ότι το Αιγαίο δεν αφορά μία διαφορά αλλά ένα ευρύ πακέτο εκκρεμοτήτων.
Το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα δεν είναι απαραίτητα να αποδεχθεί η Αθήνα αύριο αυτή την ατζέντα. Είναι να αποτραπεί η διεθνής κανονικοποίηση της ελληνικής θέσης ότι μόνο η οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών είναι ανοιχτή. Αυτό είναι μακροπρόθεσμη διπλωματική εργασία. Όχι προετοιμασία πολέμου.
- Να μεταφέρει τη διαφορά από τις μεγάλες κρίσεις στις καθημερινές κρατικές πράξεις
Εδώ παρατηρείται μια ενδιαφέρουσα εξέλιξη. Η τουρκική στρατηγική δεν περιορίζεται πλέον σε: σε απειλές για γεωτρήσεις, NAVTEX, πολεμικά πλοία, ή μεγάλες στρατιωτικές ασκήσεις.
Επεκτείνεται σε πράξεις που κανονικά θεωρούνται «διοικητικές»: χωροταξικό τουρισμού, θαλάσσια πάρκα, χωροταξικό ΑΠΕ, περιβαλλοντικές ζώνες. Αυτό είναι σημαντικό επειδή ο θαλάσσιος χώρος του Αιγαίου θα αποκτά όλο και μεγαλύτερη οικονομική αξία. Υπεράκτια αιολικά. Καλώδια. Διασυνδέσεις. Περιβαλλοντικές ζώνες. Τουρισμός. Ενεργειακές υποδομές.
Η Τουρκία φαίνεται να θέλει να διασφαλίσει ότι καμία ελληνική διοικητική πράξη δεν θα μπορεί μελλοντικά να χρησιμοποιηθεί ως επιχείρημα ότι η Αθήνα ασκεί ανενόχλητα αποκλειστική δικαιοδοσία σε περιοχές τις οποίες η Άγκυρα θεωρεί αμφισβητούμενες. Αυτό είναι πολύ πιο σύνθετο από την κλασική «τουρκική πρόκληση». Είναι προληπτική κατοχύρωση θέσεων για το μέλλον.
- Να εισαγάγει σταδιακά την έννοια της συνδιαχείρισης χωρίς να χρησιμοποιεί τη λέξη
Στις δύο επίσημες τουρκικές ανακοινώσεις της 7ης και της 19ης Αυγούστου υπάρχει ένα σταθερό μοτίβο. Η Άγκυρα αναφέρει ότι στο Αιγαίο, ως κλειστή ή ημίκλειστη θάλασσα, πρέπει να αποφεύγονται οι μονομερείς ενέργειες και να ενθαρρύνεται η συνεργασία μεταξύ των παράκτιων κρατών. Η λέξη «συνδιαχείριση» δεν χρησιμοποιείται. Και θα ήταν λάθος να ισχυριστεί κανείς ότι κάθε πρόταση συνεργασίας ισοδυναμεί αυτόματα με τουρκική απαίτηση συγκυριαρχίας στο Αιγαίο. Όμως η πολιτική κατεύθυνση είναι ευδιάκριτη, η Τουρκία επιδιώκει να ενισχύσει την ιδέα ότι δράσεις που η Ελλάδα θεωρεί άσκηση δικής της δικαιοδοσίας πρέπει προηγουμένως να αποτελούν αντικείμενο συνεννόησης μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας. Για την ελληνική πλευρά αυτό είναι προβληματικό ακριβώς επειδή μπορεί να οδηγήσει στη λογική, «για να κάνεις κάτι στο Αιγαίο, πρέπει πρώτα να το συζητήσεις μαζί μου». Και αυτό είναι πολύ διαφορετικό από την απλή καλή γειτονία.
Γιατί τώρα;
Η χρονική συγκυρία δεν είναι τυχαία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι υπάρχει κάποιο κρυφό τουρκικό σχέδιο για άμεση κρίση. Η Τουρκία αισθάνεται σήμερα γεωπολιτικά ισχυρότερη από ό,τι πριν από μερικά χρόνια. Έχει αυξήσει δραστικά την επιρροή της στη μετα-Άσαντ Συρία. Η πιθανότητα περαιτέρω τουρκικής στρατιωτικής παρουσίας εκεί έχει προκαλέσει τόσο έντονη ισραηλινή ανησυχία ώστε το Ισραήλ βομβάρδισε στις 18 Αυγούστου την αεροπορική βάση Abu al-Duhur, επικαλούμενο πληροφορίες ότι επρόκειτο να χρησιμοποιηθεί από τουρκικές δυνάμεις. Η Τουρκία το διέψευσε, ενώ οι ΗΠΑ προσπαθούν πλέον να δημιουργήσουν επίσημο μηχανισμό αποφυγής σύγκρουσης μεταξύ Τουρκίας, Ισραήλ και Συρίας.
Παράλληλα, στις 7 Αυγούστου η Τουρκία υπέγραψε στη Μέκκα μαζί με Σαουδική Αραβία και Πακιστάν συμφωνία αμοιβαίας άμυνας. Η συμφωνία δεν δημιουργεί αυτομάτως ένα νέο «μουσουλμανικό ΝΑΤΟ» — αυτό θα ήταν υπερβολή, αφού δεν προβλέπει ακόμη συγκεκριμένους μηχανισμούς συλλογικής στρατιωτικής διοίκησης. Είναι όμως σαφής ένδειξη ότι η Άγκυρα αποκτά κεντρικότερο ρόλο στην περιφερειακή αρχιτεκτονική ασφαλείας. Αυτό έχει σημασία για τα ελληνοτουρκικά μόνο έμμεσα. Δεν σημαίνει ότι επειδή η Τουρκία αποκτά μεγαλύτερη επιρροή στη Συρία θα επιδιώξει κρίση με την Ελλάδα.
Σημαίνει όμως ότι μια χώρα που θεωρεί ότι το διεθνές γεωπολιτικό της κεφάλαιο αυξάνεται έχει περισσότερα κίνητρα να επαναφέρει θέσεις που είχε περιορίσει τα προηγούμενα χρόνια. Και αυτό ακριβώς φαίνεται να συμβαίνει.
Το παράδοξο: η Τουρκία προκαλεί και ταυτόχρονα επικαλείται τη Διακήρυξη των Αθηνών
Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο. Και στις δύο πρόσφατες ανακοινώσεις της η Τουρκία επαναλαμβάνει ότι παραμένει προσηλωμένη στη Διακήρυξη των Αθηνών του 2023 και δηλώνει έτοιμη για συνεργασία με την Ελλάδα. Αυτό δείχνει ότι, τουλάχιστον με τα σημερινά δεδομένα, η Άγκυρα δεν φαίνεται να επιδιώκει την κατάρρευση των “ήρεμων νερών”.
Θέλει κάτι πιο περίπλοκο, να κρατήσει το πλαίσιο αποκλιμάκωσης, αλλά μέσα σε αυτό να επαναφέρει τις πάγιες τουρκικές αξιώσεις. Με άλλα λόγια, διάλογος χωρίς εγκατάλειψη του αναθεωρητικού χαρτοφυλακίου. Αυτό είναι ίσως το πραγματικό νέο μοντέλο των ελληνοτουρκικών.
ΤΑ ΤΡΙΑ ΣΕΝΑΡΙΑ
Σενάριο 1 — Το πιθανότερο: ελεγχόμενη πίεση χωρίς μείζονα κρίση
Με τα σημερινά δεδομένα, αυτό είναι το βασικό σενάριο. Η Τουρκία θα συνεχίσει, να αντιδρά σε ελληνικές διοικητικές και ενεργειακές πρωτοβουλίες, να δημοσιεύει χάρτες, να επαναφέρει σε ανακοινώσεις την ευρύτερη ατζέντα του Αιγαίου, ενδεχομένως να αυξάνει κατά περιόδους αεροπορική ή ναυτική δραστηριότητα, αλλά ταυτόχρονα να διατηρεί πολιτικούς και διπλωματικούς διαύλους.
Ο λόγος είναι απλός. Μια πραγματική κρίση έχει μεγάλο κόστος και για την Τουρκία. Θα επιβάρυνε τις σχέσεις με ΕΕ και ΗΠΑ, θα δημιουργούσε πρόβλημα στο ΝΑΤΟ και θα άνοιγε ακόμη ένα στρατιωτικό μέτωπο σε μια στιγμή που η Άγκυρα έχει ήδη τεράστιο στρατηγικό ενδιαφέρον στη Συρία και τη Μέση Ανατολή. Άρα το πιθανότερο μοντέλο είναι, πίεση κάτω από το κατώφλι της κρίσης.
Σενάριο 2 — Το πιο επικίνδυνο: ένα επεισόδιο γύρω από συγκεκριμένο έργο
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος δεν είναι πιθανότατα να αποφασίσει κάποια ημέρα ο Ερντογάν: «σήμερα ξεκινάμε κρίση στο Αιγαίο». Οι κρίσεις σπανίως λειτουργούν έτσι. Η πιο ρεαλιστική οδός κλιμάκωσης είναι μια συγκεκριμένη δραστηριότητα, ένα ερευνητικό πλοίο, ένα καλώδιο, ένα υπεράκτιο ενεργειακό έργο, μια περιβαλλοντική ζώνη, μια ελληνική διοικητική πράξη που χρειάζεται φυσική εφαρμογή στο πεδίο.
Εκεί μπορεί να εμφανιστούν παράλληλες NAVTEX, παρουσία πολεμικών πλοίων ή παρενοχλήσεις. Και τότε το ζήτημα περνά από τον χάρτη στη θάλασσα. Αυτό είναι το πραγματικό σημείο που πρέπει να παρακολουθεί η Αθήνα. Γιατί όσο οι διαφωνίες παραμένουν σε ανακοινώσεις, η κατάσταση είναι ελεγχόμενη. Η επικίνδυνη στιγμή είναι όταν μια νομική διαφωνία χρειάζεται να εφαρμοστεί επιχειρησιακά.
Σενάριο 3 — Το λιγότερο πιθανό σήμερα: μείζων ελληνοτουρκική κρίση
Δεν υπάρχουν αυτή τη στιγμή επαρκή στοιχεία που να επιτρέπουν σοβαρή πρόβλεψη για κρίση τύπου 2020. Αντίθετα, υπάρχουν παράγοντες που λειτουργούν αποτρεπτικά, οι οικονομικές σχέσεις, οι ανοιχτοί διπλωματικοί δίαυλοι, η Διακήρυξη των Αθηνών, το ΝΑΤΟ, η αμερικανική παρουσία στην περιοχή, και η ταυτόχρονη εμπλοκή της Τουρκίας σε πολύ σοβαρότερα περιφερειακά μέτωπα. Οι πρόσφατες αεροπορικές παραβιάσεις είναι αρνητική εξέλιξη και πρέπει να παρακολουθούνται. Δεν αποτελούν όμως από μόνες τους ένδειξη ότι επίκειται στρατιωτική σύγκρουση. Η υπερβολική δραματοποίηση μπορεί μάλιστα να κάνει ζημιά. Γιατί βοηθά να παρουσιαστεί διεθνώς το Αιγαίο ως μια περιοχή όπου «οι δύο πλευρές έχουν πολλές διαφορές και διαρκώς συγκρούονται». Ακριβώς την εικόνα που η Αθήνα θέλει να αποφύγει.
Η πιο δύσκολη παγίδα για την Ελλάδα
Η Αθήνα πρέπει να αποφύγει δύο ακριβώς αντίθετα λάθη. Το πρώτο είναι η υποτίμηση. Να θεωρήσει ότι επειδή δεν υπάρχει στόλος στη θάλασσα, οι νέες τουρκικές κινήσεις είναι απλώς ρητορική. Δεν είναι. Η επανάληψη θέσεων σε επίσημα κρατικά έγγραφα, προεδρικές αποφάσεις και χαρτογραφήσεις έχει διπλωματική σημασία.
Το δεύτερο είναι η υπεραντίδραση.
Να μετατρέπει κάθε τουρκική ανακοίνωση σε εθνική κρίση. Αυτό όχι μόνο δεν ενισχύει την ελληνική θέση αλλά μπορεί να ενισχύει διεθνώς την εντύπωση ότι υπάρχει ένα τεράστιο πακέτο ανοιχτών θεμάτων στο Αιγαίο. Η σωστή γραμμή βρίσκεται ανάμεσα στα δύο. Νομική και διπλωματική σκληρότητα χωρίς στρατιωτική θεατρικότητα.

