
Η νέα παρέμβαση της Τουρκίας για το Αιγαίο δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως μια ακόμη συνηθισμένη ανακοίνωση της Άγκυρας. Με αφορμή το νέο ελληνικό Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών επέλεξε να επαναφέρει στο προσκήνιο μία από τις σοβαρότερες και πιο επικίνδυνες πτυχές των τουρκικών διεκδικήσεων: τη θεωρία περί «γκρίζων ζωνών».
Ο εκπρόσωπος του τουρκικού ΥΠΕΞ υποστήριξε ότι ο ελληνικός σχεδιασμός δεν παράγει νομικά αποτελέσματα για την Τουρκία και επανέφερε τη θέση περί «γεωγραφικών σχηματισμών» των οποίων, σύμφωνα με την Άγκυρα, η κυριαρχία δεν έχει μεταβιβαστεί στην Ελλάδα μέσω διεθνών συνθηκών.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία.
Η Τουρκία δεν αντιδρά απλώς σε μια ελληνική ενεργειακή ή χωροταξική επιλογή. Επιχειρεί να συνδέσει μια εσωτερική ελληνική διοικητική απόφαση με το σύνολο των μονομερών διεκδικήσεών της στο Αιγαίο. Και το κάνει χωρίς να έχει εγκαταλείψει τη στρατηγική της «Γαλάζιας Πατρίδας», παρά τη ρητορική των τελευταίων ετών περί διαλόγου και «ήρεμων νερών».
Η βαριά καταγγελία της Δούρου
Η Ρένα Δούρου επιτέθηκε με ιδιαίτερα σκληρούς χαρακτηρισμούς στην κυβέρνηση, καταλογίζοντάς της απουσία συνεκτικής εθνικής στρατηγικής έναντι της Τουρκίας και υποστηρίζοντας ότι η Αθήνα έχει περιοριστεί στον ρόλο του «σχολιαστή – παρατηρητή».
Αν όμως έπρεπε να κρατήσει κανείς μία μόνο πολιτική είδηση από τη δήλωσή της, αυτή είναι η ουσία της καταγγελίας ότι η κυβερνητική πολιτική έχει οδηγήσει σε μια κατάσταση όπου, κατά τη Ρένα Δούρου, η Τουρκία επιχειρεί ουσιαστικά να καταστήσει την Αθήνα όμηρο της έγκρισής της για ελληνικές κινήσεις στο Αιγαίο.
Πρόκειται ασφαλώς για εξαιρετικά σοβαρή πολιτική κατηγορία.
Υπάρχει όμως και το επόμενο ερώτημα.
Τι ακριβώς θα έκανε διαφορετικά ο ΣΥΡΙΖΑ;
Καταγγελία υπάρχει. Η εναλλακτική ποια είναι;
Η πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ μιλά για ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας, διάλογο με κόκκινες γραμμές, ευρωπαϊκές κυρώσεις και αξιοποίηση των διεθνών συμμαχιών της Ελλάδας.
Αλλά αυτά αποτελούν περισσότερο ένα γενικό πλαίσιο αρχών παρά απάντηση στο συγκεκριμένο πρόβλημα.
Τι θα έκανε λοιπόν μια κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ απέναντι στην επαναφορά της θεωρίας των «γκρίζων ζωνών»;
Θα προσέφευγε άμεσα στα διεθνή φόρα; Θα επιχειρούσε να μετατρέψει το ζήτημα σε κεντρικό ευρωπαϊκό πρόβλημα; Θα απαιτούσε συγκεκριμένες κυρώσεις κατά της Τουρκίας και, εάν ναι, με ποιες πιθανότητες να γίνουν αποδεκτές από τους Ευρωπαίους εταίρους;
Διότι εδώ εμφανίζεται μια πραγματικότητα που δεν μπορεί να αγνοηθεί: Ευρώπη και Τουρκία είναι οικονομικά βαθιά συνδεδεμένες. Το 2025 οι εμπορικές συναλλαγές ΕΕ–Τουρκίας ξεπέρασαν τα 217 δισ. ευρώ, ενώ περίπου τα δύο τρίτα των άμεσων ξένων επενδύσεων που εισέρρευσαν στην Τουρκία εκείνη τη χρονιά προέρχονταν από την ΕΕ.
Η Γερμανία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα: το διμερές εμπόριο με την Τουρκία έφθασε περίπου τα 52 δισ. δολάρια το 2025 και οι γερμανικές άμεσες επενδύσεις στην Τουρκία την περίοδο 2005–2025 υπολογίζονται σε περίπου 13,5 δισ. δολάρια. Αντίστοιχα, οι ισπανικές άμεσες επενδύσεις στην Τουρκία από το 2002 έως τις αρχές του 2026 ξεπερνούσαν τα 11,7 δισ. δολάρια. (Υπουργείο Εξωτερικών της Τουρκίας)
Άρα το ερώτημα δεν είναι θεωρητικό. Πώς ακριβώς θα υποχρέωνε ο ΣΥΡΙΖΑ την Ευρώπη να επιβάλει στην Τουρκία τις κυρώσεις που ζητά;
Και αν οι Ευρωπαίοι δεν συμφωνούσαν; Ποιο θα ήταν το επόμενο βήμα;
Προφανώς κανείς σοβαρός δεν μπορεί να προτείνει ως απάντηση στην τουρκική προκλητικότητα έναν πόλεμο Ελλάδας–Τουρκίας. Επομένως, ανάμεσα στην καταγγελία και στη στρατιωτική σύγκρουση υπάρχει ένα τεράστιο πεδίο διπλωματικών, ευρωπαϊκών και αποτρεπτικών κινήσεων. Εκεί ακριβώς οφείλει κάθε κόμμα που ασκεί κριτική να εξηγεί τι συγκεκριμένα θα έκανε διαφορετικά.
Και οι Ηνωμένες Πολιτείες;
Υπάρχει, τέλος, και μια ενδιαφέρουσα πολιτική αντίφαση.
Επί δεκαετίες σημαντικό τμήμα της ελληνικής Αριστεράς αντιμετώπιζε τις Ηνωμένες Πολιτείες μέσα από το πρίσμα του «αμερικανικού ιμπεριαλισμού» και ασκούσε σκληρή κριτική στην αμερικανική παρουσία στην περιοχή.
Σήμερα όμως, όταν τίθεται το ερώτημα πώς μπορεί η Ελλάδα να ενισχύσει τη διεθνή πίεση προς την Τουρκία, δεν είναι δυνατόν να παρακάμπτεται ο ρόλος της Ουάσιγκτον. Όπως δεν μπορεί να παρακάμπτεται και η οικονομική πραγματικότητα μιας Ευρωπαϊκής Ένωσης που διατηρεί τεράστια οικονομικά και εμπορικά συμφέροντα στην Τουρκία.
Η τουρκική προκλητικότητα είναι υπαρκτή και σοβαρή. Η επαναφορά των «γκρίζων ζωνών» δεν επιτρέπεται να υποβαθμιστεί ούτε να αντιμετωπιστεί ως επικοινωνιακό επεισόδιο.
Αλλά ακριβώς επειδή το ζήτημα είναι τόσο σοβαρό, η εξωτερική πολιτική δεν μπορεί να εξαντλείται ούτε στο κυβερνητικό αφήγημα των «ήρεμων νερών» ούτε στην εύκολη αντιπολιτευτική καταγγελία.
Η Ρένα Δούρου θέτει ένα κρίσιμο ερώτημα για την αποτελεσματικότητα της κυβερνητικής στρατηγικής.
Οφείλει όμως να απαντήσει και σε ένα εξίσου κρίσιμο:
Αν αύριο είχε η ίδια την ευθύνη της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, ποια ακριβώς ενέργεια θα έκανε απέναντι στην Άγκυρα που σήμερα δεν κάνει η κυβέρνηση;
Γιατί στην εξωτερική πολιτική το δύσκολο δεν είναι να περιγράψεις τον κίνδυνο.
Το δύσκολο είναι να πεις τι θα κάνεις απέναντί του.

