Διαδικτυακές απάτες: Παρέμβαση Φαραντούρη και 55 ευρωβουλευτών κατά Meta, Google, X και TikTok

Την παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής απέναντι στις διαδικτυακές οικονομικές απάτες ζητούν 56 ευρωβουλευτές, μεταξύ των οποίων ο Νικόλας Φαραντούρης, θέτοντας στο επίκεντρο τις ευθύνες των μεγάλων τεχνολογικών εταιρειών για τη διακίνηση παραπλανητικών διαφημίσεων μέσω των υπηρεσιών τους.

Με γραπτή ερώτηση προς την Κομισιόν, ευρωβουλευτές από διαφορετικές χώρες και πολιτικές ομάδες ζητούν να ενισχυθεί η εποπτεία των πλατφορμών Meta, Google, X και TikTok, υποστηρίζοντας ότι τα σημερινά μέτρα προστασίας δεν επαρκούν για να αποτρέψουν την οικονομική εξαπάτηση των χρηστών.

Στο στόχαστρο βρίσκονται κυρίως διαφημίσεις που προβάλλουν δήθεν επενδυτικές ευκαιρίες, χρησιμοποιούν παραπλανητικά στοιχεία ή εκμεταλλεύονται την εικόνα γνωστών προσώπων και επιχειρήσεων, επιχειρώντας να αποσπάσουν χρήματα από ανυποψίαστους πολίτες.

Οι ευρωβουλευτές επισημαίνουν ότι το πρόβλημα αποκτά μεγαλύτερες διαστάσεις με τη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης, η οποία επιτρέπει τη δημιουργία ιδιαίτερα πειστικών ψεύτικων βίντεο, φωτογραφιών και διαφημιστικών μηνυμάτων.

Έρευνα σε 27 χώρες: Αφαιρέθηκε μόλις το 27% των ύποπτων διαφημίσεων

Βασικό στοιχείο της παρέμβασης αποτελούν τα ευρήματα έρευνας της BEUC, της Ευρωπαϊκής Οργάνωσης Καταναλωτών, που πραγματοποιήθηκε με τη συμμετοχή οργανώσεων από 27 ευρωπαϊκές χώρες.

Στις 21 Μαΐου 2026, η BEUC και 29 οργανώσεις-μέλη της υπέβαλαν καταγγελίες στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και στις αρμόδιες εθνικές αρχές σχετικά με τον τρόπο αντιμετώπισης ύποπτων διαφημίσεων από τη Meta, την Google και το TikTok.

Κατά την περίοδο από τον Δεκέμβριο του 2025 έως τον Μάρτιο του 2026, οι οργανώσεις κατέγραψαν 893 παραδείγματα διαφημίσεων που θεωρήθηκαν ύποπτες για εξαπάτηση ή άλλες παραπλανητικές πρακτικές.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας, οι πλατφόρμες αφαίρεσαν μόλις το 27% του περιεχομένου που καταγγέλθηκε.

Οι υπόλοιπες αναφορές είτε απορρίφθηκαν είτε δεν οδήγησαν, σύμφωνα με τις οργανώσεις καταναλωτών, στην αποτελεσματική αντιμετώπιση των συγκεκριμένων διαφημίσεων.

Το ποσοστό αυτό προκαλεί προβληματισμό για την αποτελεσματικότητα των διαδικασιών ελέγχου, ιδιαίτερα όταν οι ύποπτες καταχωρίσεις συνδέονται με οικονομικές συναλλαγές και πιθανή απώλεια χρημάτων.

Τα 16 δισ. δολάρια και τα εσωτερικά έγγραφα της Meta

Στην ερώτησή τους, οι ευρωβουλευτές επικαλούνται επίσης δημοσίευμα του Reuters της 6ης Νοεμβρίου 2025, το οποίο βασίστηκε σε εσωτερικά έγγραφα της Meta.

Σύμφωνα με το πρακτορείο, η εταιρεία είχε υπολογίσει εσωτερικά ότι τα έσοδά της από διαφημίσεις που συνδέονταν με απάτες και άλλες απαγορευμένες δραστηριότητες θα μπορούσαν να φτάσουν περίπου τα 16 δισ. δολάρια το 2024, ποσό που αντιστοιχούσε στο 10,1% του συνολικού κύκλου εργασιών της.

Το ίδιο ρεπορτάζ ανέφερε ότι στα εσωτερικά στοιχεία της εταιρείας καταγράφονταν καθημερινά δισεκατομμύρια εμφανίσεις διαφημίσεων που αξιολογούνταν ως υψηλού κινδύνου.

Η Meta αμφισβήτησε την ερμηνεία των εγγράφων, υποστηρίζοντας ότι η συγκεκριμένη εκτίμηση ήταν ιδιαίτερα ευρεία και περιλάμβανε περιεχόμενο το οποίο δεν ήταν απαραίτητα παράνομο.

Παράλληλα, η εταιρεία έχει αναφέρει ότι εφαρμόζει μηχανισμούς εντοπισμού και απομάκρυνσης διαφημίσεων που παραβιάζουν τους κανόνες της.

Τι ζητούν οι 56 ευρωβουλευτές από την Κομισιόν

Η πρωτοβουλία του Νικόλα Φαραντούρη και των υπόλοιπων ευρωβουλευτών επικεντρώνεται στην εφαρμογή του Νόμου για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες (Digital Services Act – DSA), ο οποίος προβλέπει υποχρεώσεις για τις διαδικτυακές πλατφόρμες σχετικά με τη διαχείριση παράνομου περιεχομένου και των συστημικών κινδύνων.

Οι 56 ευρωβουλευτές ζητούν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να εξετάσει εάν οι εταιρείες τηρούν τις σχετικές υποχρεώσεις και να διευκρινίσει ποιες ενέργειες προτίθεται να αναλάβει, εφόσον διαπιστωθούν παραβάσεις.

Παράλληλα, προτείνουν τη δημιουργία ευρωπαϊκού Κώδικα Δεοντολογίας για την καταπολέμηση των διαδικτυακών απατών, με συγκεκριμένες ευθύνες για όσους εμπλέκονται στη δημοσίευση και διάδοση ψηφιακών διαφημίσεων.

Ζητούν ακόμη ισχυρότερες προβλέψεις στο ευρωπαϊκό σχέδιο δράσης κατά της διαδικτυακής απάτης και στον σχεδιαζόμενο Νόμο για την Ψηφιακή Δικαιοσύνη.

Η παρέμβαση επαναφέρει ένα κρίσιμο ζήτημα για την προστασία των καταναλωτών: Κατά πόσο οι ψηφιακές πλατφόρμες μπορούν να εισπράττουν διαφημιστικά έσοδα χωρίς να εξασφαλίζουν επαρκείς μηχανισμούς αποτροπής οικονομικών απατών.

Η τελική αξιολόγηση των καταγγελιών και η ενδεχόμενη επιβολή μέτρων ανήκουν στις αρμόδιες ευρωπαϊκές αρχές. Μέχρι τότε, τα ευρήματα των οργανώσεων καταναλωτών και οι επισημάνσεις των ευρωβουλευτών ενισχύουν την πίεση για μεγαλύτερη διαφάνεια, αποτελεσματικότερους ελέγχους και ουσιαστικότερη προστασία των χρηστών.