
Ο αναβαλλόμενος φόρος είναι ίσως ο πιο παρεξηγημένος οικονομικός όρος της τελευταίας δεκαετίας. Άλλοι τον παρουσιάζουν ως «δώρο» του κράτους στις τράπεζες. Άλλοι ως το εργαλείο που έσωσε το ελληνικό τραπεζικό σύστημα από την κατάρρευση.
Η αλήθεια, όπως συμβαίνει συνήθως στην οικονομία, βρίσκεται κάπου στη μέση.
Το βέβαιο είναι ότι πίσω από τον τεχνικό όρο «Deferred Tax Credit (DTC)» κρύβεται μια επιλογή που επηρεάζει τις τράπεζες, τα δημόσια έσοδα, τους μετόχους και τελικά όλους τους φορολογουμένους.
Τι είναι ο αναβαλλόμενος φόρος;
Με απλά λόγια, ο αναβαλλόμενος φόρος δεν είναι χρήματα που έδωσε το κράτος στις τράπεζες.
Είναι ένα φορολογικό δικαίωμα που απέκτησαν λόγω των τεράστιων ζημιών που υπέστησαν κατά τη διάρκεια της ελληνικής κρίσης.
Οι ζημιές αυτές προήλθαν κυρίως από:
- το PSI του 2012, δηλαδή το «κούρεμα» των ελληνικών ομολόγων,
- τις τεράστιες προβλέψεις και διαγραφές για τα μη εξυπηρετούμενα («κόκκινα») δάνεια,
- τις απομειώσεις περιουσιακών στοιχείων.
Η ελληνική νομοθεσία επέτρεψε οι φορολογικές αυτές απαιτήσεις να μετατραπούν σε αναβαλλόμενες φορολογικές πιστώσεις (DTC), οι οποίες αναγνωρίζονται ως εποπτικά κεφάλαια.
Μύθος 1: «Το κράτος χάρισε 20 δισεκατομμύρια στις τράπεζες»
Δεν είναι ακριβές.
Το Δημόσιο δεν κατέβαλε 20 δισ. ευρώ σε μετρητά.
Αναγνώρισε φορολογικές απαιτήσεις που δημιουργήθηκαν από τις ζημιές των τραπεζών και θέσπισε ειδικό μηχανισμό, ώστε αυτές να υπολογίζονται στα εποπτικά τους κεφάλαια.
Το αν αυτή ήταν η σωστή πολιτική επιλογή είναι αντικείμενο πολιτικής και οικονομικής συζήτησης.
Μύθος 2: «Ο αναβαλλόμενος φόρος δεν κοστίζει τίποτα στο κράτος»
Ούτε αυτό είναι ακριβές.
Όταν μια τράπεζα εμφανίζει κέρδη, αντί να καταβάλει ολόκληρο τον εταιρικό φόρο στο Δημόσιο, συμψηφίζει μέρος ή το σύνολο της φορολογικής της υποχρέωσης με τον αναβαλλόμενο φόρο.
Αυτό σημαίνει ότι το Δημόσιο δεν εισπράττει εκείνη τη στιγμή τα φορολογικά έσοδα που θα εισέπραττε υπό κανονικές συνθήκες.
Με άλλα λόγια, δεν υπάρχει άμεση πληρωμή από το κράτος προς τις τράπεζες, αλλά υπάρχει απώλεια μελλοντικών φορολογικών εσόδων όσο διαρκεί ο συμψηφισμός.
Μύθος 3: «Αν καταργηθεί αύριο ο αναβαλλόμενος φόρος, δεν θα συμβεί τίποτα»
Πρόκειται ίσως για τον πιο επικίνδυνο μύθο.
Ο αναβαλλόμενος φόρος αποτελεί σήμερα σημαντικό μέρος των εποπτικών κεφαλαίων των ελληνικών τραπεζών.
Η αιφνίδια κατάργησή του θα είχε σοβαρές συνέπειες:
- σημαντική μείωση των δεικτών κεφαλαιακής επάρκειας,
- ανάγκη για νέες αυξήσεις κεφαλαίου,
- αναταραχή στις αγορές,
- πιθανές δικαστικές προσφυγές, καθώς πρόκειται για δικαιώματα που έχουν αναγνωριστεί με νόμο.
Δεν είναι ένας διακόπτης που μπορεί απλώς να κλείσει.
Μύθος 4: «Χωρίς τον αναβαλλόμενο φόρο θα είχαμε σίγουρα κούρεμα καταθέσεων»
Κανείς δεν μπορεί να το ισχυριστεί με βεβαιότητα.
Το πιθανότερο είναι ότι οι τράπεζες θα χρειάζονταν πολύ περισσότερα κεφάλαια.
Αυτά θα μπορούσαν να προέλθουν:
- από ιδιώτες επενδυτές,
- από το κράτος,
- από ευρωπαϊκούς μηχανισμούς στήριξης.
Το «κούρεμα» καταθέσεων θα αποτελούσε το έσχατο σενάριο και όχι την πρώτη επιλογή.
Ωστόσο, είναι επίσης αλήθεια ότι ο αναβαλλόμενος φόρος μείωσε δραστικά τις κεφαλαιακές ανάγκες των τραπεζών σε μια εξαιρετικά κρίσιμη περίοδο.
Η μεγάλη αντίφαση
Εδώ αρχίζει η πραγματική συζήτηση.
Σήμερα οι ελληνικές τράπεζες:
- εμφανίζουν ιστορικά υψηλή κερδοφορία,
- διανέμουν μερίσματα,
- επιστρέφουν κεφάλαια στους μετόχους.
Την ίδια στιγμή, σημαντικό μέρος των εποπτικών κεφαλαίων τους εξακολουθεί να βασίζεται στον αναβαλλόμενο φόρο.
Είναι αυτό αντιφατικό;
Λογιστικά και εποπτικά, όχι.
Οι διανομές εγκρίνονται από τον ευρωπαϊκό επόπτη και γίνονται από πραγματικά κέρδη.
Πολιτικά όμως, το ερώτημα παραμένει:
Πρέπει τράπεζες που εξακολουθούν να διαθέτουν σημαντικό αναβαλλόμενο φόρο να διανέμουν τόσο γενναία μερίσματα ή θα έπρεπε να χρησιμοποιούν μεγαλύτερο μέρος των κερδών τους για την ταχύτερη μείωσή του; Από την άλλη οι Τράπεζες έχουν ανάγκη από επενδυτές, δηλαδή φρέσκο χρήμα και το ερώτημα είναι συγκεκριμένο: ποιος επενδύει χωρίς κέρδος!
Το πραγματικό μέγεθος
Στο υψηλότερο σημείο του ο αναβαλλόμενος φόρος έφθασε περίπου τα 20 δισ. ευρώ.
Σήμερα έχει μειωθεί σημαντικά, καθώς οι τράπεζες τον συμψηφίζουν σταδιακά με τους φόρους που διαφορετικά θα κατέβαλλαν.
Η πορεία είναι καθοδική και οι ίδιες οι τράπεζες έχουν θέσει ως στόχο την περαιτέρω σημαντική μείωσή του μέσα στα επόμενα χρόνια.
Το επικίνδυνο παιχνίδι
Το μεγαλύτερο λάθος είναι να αντιμετωπίζεται το θέμα με συνθήματα.
Από τη μία πλευρά, όσοι παρουσιάζουν τον αναβαλλόμενο φόρο ως «δώρο 20 δισ. ευρώ» παραλείπουν ότι δημιουργήθηκε σε συνθήκες πρωτοφανούς τραπεζικής κρίσης και αποτέλεσε εργαλείο σταθεροποίησης.
Από την άλλη, όσοι θεωρούν ότι δεν υπάρχει πλέον κανένα ζήτημα επειδή οι τράπεζες είναι κερδοφόρες αγνοούν ότι όσο υπάρχει αναβαλλόμενος φόρος, ένα μέρος των εταιρικών φόρων δεν εισρέει στα δημόσια ταμεία και σημαντικό τμήμα των εποπτικών κεφαλαίων εξακολουθεί να στηρίζεται σε έναν μηχανισμό που θεσπίστηκε για έκτακτες συνθήκες.
Η πραγματική πρόκληση δεν είναι να δαιμονοποιηθεί ούτε να εξιδανικευθεί ο αναβαλλόμενος φόρος.
Η πρόκληση είναι να υπάρξει μια σαφής στρατηγική εξόδου από αυτό το καθεστώς, ώστε οι ελληνικές τράπεζες να στηρίζονται ολοένα και περισσότερο σε πραγματικά κεφάλαια που προέρχονται από τη λειτουργική τους κερδοφορία και λιγότερο σε φορολογικές απαιτήσεις που γεννήθηκαν μέσα στη μεγαλύτερη οικονομική κρίση της μεταπολεμικής Ελλάδας.

