Το τουρκολιβυκό μνημόνιο εγκρίθηκε στις 20 Οκτωβρίου από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της Λιβύης, όμως η απόφαση αυτή δεν καταργεί τα ελληνικά δικαιώματα. Τι σημαίνει πραγματικά η ψήφος της λιβυκής Βουλής και γιατί η δημόσια συζήτηση γύρω της πνίγεται στην άγνοια;
Δεν λείπουν όσοι, χωρίς να γνωρίζουν ούτε τα στοιχειώδη για το τουρκολιβυκό μνημόνιο, νιώθουν την ανάγκη να εκφέρουν δημοσίως βαρύγδουπες απόψεις. Συγχέουν την κοινοβουλευτική έγκριση με τη διεθνή νομιμότητα και τις πολιτικές σκοπιμότητες με τους κανόνες δικαίου, και καταλήγουν να λένε ανοησίες με την αυτοπεποίθηση του ειδικού. Στα εθνικά ζητήματα, όμως, η άγνοια που αποκτά μικρόφωνο γίνεται επικίνδυνη.
Η έγκριση του μνημονίου από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της Λιβύης στις 20 Οκτωβρίου είναι, αναμφίβολα, σημαντική πολιτική εξέλιξη: το σώμα που μέχρι πρότινος απέρριπτε τη συμφωνία άλλαξε στάση, και αυτή η μεταστροφή χρειάζεται σοβαρή διπλωματική αξιολόγηση. Δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι η Τουρκία και η Λιβύη απέκτησαν το δικαίωμα να διαθέτουν ελληνικές θαλάσσιες ζώνες. Η ελληνική κυβέρνηση απέρριψε την απόφαση, τονίζοντας ότι ο παράνομος και ανυπόστατος χαρακτήρας του μνημονίου μένει αμετάβλητος.
Η επισήμανση του διεθνολόγου Αλέξανδρου Δεσποτόπουλου έχει συγκεκριμένο πυρήνα: μια εσωτερική κοινοβουλευτική πράξη δεν μπορεί να νομιμοποιήσει την παραβίαση δικαιωμάτων τρίτων κρατών. Η Ελλάδα δεν δεσμεύεται επειδή δύο άλλες χώρες συμφώνησαν μεταξύ τους να χαράξουν μια γραμμή στον χάρτη.
Τα δικαιώματα των νησιών και η αρχή pacta tertiis
Το πρώτο ουσιαστικό ζήτημα αφορά τα νησιά. Το άρθρο 121 της Σύμβασης του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας τους αναγνωρίζει δικαίωμα σε υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ, με μόνη ειδική εξαίρεση τους βράχους που δεν μπορούν να συντηρήσουν ανθρώπινη διαβίωση ή δική τους οικονομική ζωή. Η Κρήτη, η Ρόδος, η Κάρπαθος και η Κάσος δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται σαν να απουσιάζουν από τη γεωγραφία. Χρειάζεται, βέβαια, ακρίβεια: άλλο το δικαίωμα ενός νησιού σε θαλάσσιες ζώνες και άλλο η επήρεια που θα του αναγνωριστεί σε μια συγκεκριμένη οριοθέτηση. Η διάκριση αυτή, όμως, δεν δικαιολογεί την εκ των προτέρων διαγραφή των δικαιωμάτων του.
Το δεύτερο ζήτημα είναι εξίσου θεμελιώδες. Σύμφωνα με την αρχή pacta tertiis nec nocent nec prosunt, όπως αποτυπώνεται στο άρθρο 34 της Σύμβασης της Βιέννης, μια συνθήκη δεν δημιουργεί υποχρεώσεις ή δικαιώματα για τρίτο κράτος χωρίς τη συγκατάθεσή του. Κατά συνέπεια, Άγκυρα και Τρίπολη δεν μπορούν ούτε να επιβάλουν στην Αθήνα τη δική τους διευθέτηση ούτε να καταργήσουν με μια διμερή συμφωνία ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα.
Ανοιχτή είναι και η συζήτηση για την αρχική θεσμική νομιμότητα της συμφωνίας του 2019, όπου επίσης χρειάζεται προσοχή. Η Συμφωνία του Σκιράτ προέβλεπε δυνατότητα σύναψης διεθνών συμφωνιών, με την προϋπόθεση ότι θα εγκρίνονταν από τη Βουλή των Αντιπροσώπων. Δεν ευσταθεί, λοιπόν, ότι η τότε εκτελεστική εξουσία μπορούσε να εκδίδει αποκλειστικά προσωρινές διοικητικές πράξεις. Όποια σημασία κι αν έχει η μεταγενέστερη κύρωση για τις εσωτερικές λιβυκές διαδικασίες, δεν θεραπεύει την προσβολή των δικαιωμάτων της Ελλάδας· πρόκειται για διαφορετικά νομικά ζητήματα.
Η θέση της ΕΕ και γιατί δεν χωρά εφησυχασμός
Η ευρωπαϊκή θέση επιβεβαιώθηκε ξανά στις 21 Οκτωβρίου: η ΕΕ χαρακτήρισε το μνημόνιο άκυρο, αντίθετο προς το Δίκαιο της Θάλασσας και προσβλητικό για τα κυριαρχικά δικαιώματα τρίτων κρατών, απέναντι στα οποία δεν μπορεί να παράγει έννομες συνέπειες. Είναι η συνέχεια της θέσης που είχε διατυπώσει το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο το 2019 και επανέλαβε το 2025.
Αυτό δεν σημαίνει ότι επιτρέπεται εφησυχασμός. Μια συμφωνία που δεν δεσμεύει την Ελλάδα μπορεί να χρησιμοποιείται ως εργαλείο πολιτικής πίεσης και δημιουργίας τετελεσμένων. Γι’ αυτό χρειάζονται διπλωματική παρουσία, συμμαχίες και σταθερή υπεράσπιση των ελληνικών δικαιωμάτων.
Χρειάζεται, όμως, και στοιχειώδης σοβαρότητα από όσους παρεμβαίνουν δημόσια. Η λιβυκή Βουλή μπορεί να αλλάζει πολιτική στάση. Δεν μπορεί να εξαφανίσει την Κρήτη. Και όσοι μπερδεύουν τα δύο, ας ανοίξουν πρώτα έναν χάρτη και ένα νομικό κείμενο — και μετά το μικρόφωνο.
Με πληροφορίες από newpost.gr


