
Η πολιτική επιστροφή είναι απολύτως θεμιτή. Η παράκαμψη, όμως, της λαϊκής ετυμηγορίας δεν μπορεί να βαφτίζεται θεσμική κανονικότητα.
Ο Αλέξης Τσίπρας αποφάσισε να πάει στη Θεσσαλονίκη πριν από τον Κυριάκο Μητσοτάκη και να παρουσιάσει στις 2 Σεπτεμβρίου το οικονομικό πρόγραμμα της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης, λίγες ημέρες πριν από την καθιερωμένη παρουσία του πρωθυπουργού στη ΔΕΘ. Στις 9 Σεπτεμβρίου θα επιστρέψει για τη συνέντευξη Τύπου στο Βελλίδειο.
Δικαίωμά του, ασφαλώς.
Όπως δικαίωμά του είναι να επιχειρεί την πολιτική του επιστροφή, να παρουσιάζει προγράμματα, να ασκεί κριτική στην κυβέρνηση και να διεκδικεί εκ νέου την εμπιστοσύνη των πολιτών.
Υπάρχει όμως μια μικρή λεπτομέρεια. Και στην πολιτική οι λεπτομέρειες έχουν καμιά φορά μεγαλύτερη σημασία από τις επικοινωνιακές φιέστες.
Ο Αλέξης Τσίπρας δεν είναι σήμερα πρωθυπουργός. Και η πολιτική δύναμη της οποίας ηγείται δεν έχει ακόμη μετρηθεί σε εθνικές κάλπες.
Αυτό δεν είναι αξιολογική κρίση. Είναι ζήτημα δημοκρατικής τάξης.
Καταλαβαίνω απολύτως τους πολίτες που δεν θέλουν τη σημερινή κεντροδεξιά κυβέρνηση. Καταλαβαίνω και εκείνους που δεν θέλουν τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Μπορεί να θεωρούν ότι έκλεισε ο πολιτικός του κύκλος, ότι η κυβέρνηση απέτυχε ή ότι η χώρα χρειάζεται άλλη κατεύθυνση.
Όλα αυτά είναι απολύτως θεμιτά.
Αλλά η αντιπάθεια προς μια κυβέρνηση δεν μπορεί να σημαίνει ότι καταργούμε τη σειρά των πραγμάτων και, κυρίως, τον θεσμικό ρόλο της λαϊκής ετυμηγορίας.
Γιατί τελευταία δημιουργείται μια περίεργη εικόνα: ότι ο Αλέξης Τσίπρας έχει ήδη αναδειχθεί σε θεσμικό αντίπαλο του Κυριάκου Μητσοτάκη και ότι περίπου δικαιωματικά συγκροτείται ένα νέο δίπολο.
Από ποιον αναδείχθηκε;
Από τις δημοσκοπήσεις. Όχι από τις κάλπες.
Οι μετρήσεις κοινής γνώμης είναι εξαιρετικά χρήσιμα εργαλεία. Καταγράφουν τάσεις, μετακινήσεις, διαθέσεις. Δεν απονέμουν όμως κοινοβουλευτικές έδρες, δεν ορίζουν αρχηγό αξιωματικής αντιπολίτευσης και, κυρίως, δεν υποκαθιστούν τις εκλογές.
Η δημοκρατία, ευτυχώς, δεν λειτουργεί με κυλιόμενες μετρήσεις.
Λειτουργεί με κάλπες.
Και εδώ υπάρχει μια ενδιαφέρουσα αντίφαση. Ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας επικαλείται συχνά τον «κυρίαρχο λαό». Πολύ σωστά. Αν όμως ο λαός είναι πράγματι κυρίαρχος, τότε πρέπει να περιμένουμε να μιλήσει.
Και θα μιλήσει στις εκλογές.
Εκεί θα κριθεί εάν η νέα πολιτική πρόταση του Τσίπρα είναι δεύτερη, τρίτη ή πρώτη δύναμη. Εκεί θα αποδειχθεί αν η επιστροφή του αποτελεί πραγματικό κοινωνικό ρεύμα ή αν προς το παρόν είναι κυρίως ένα ισχυρό δημοσκοπικό και επικοινωνιακό γεγονός.
Υπάρχει βεβαίως και το πολιτικό déjà vu της Θεσσαλονίκης.
Ο Τσίπρας επιστρέφει στην πόλη για να παρουσιάσει ένα νέο οικονομικό πρόγραμμα. Και αναπόφευκτα ξυπνούν οι μνήμες του περίφημου «Προγράμματος της Θεσσαλονίκης» του 2014.
Ένα πρόγραμμα που αποτέλεσε τότε βασικό όχημα για την πορεία του προς την εξουσία, αλλά η κυβερνητική πραγματικότητα που ακολούθησε απείχε δραματικά από πολλές από τις εξαγγελίες εκείνης της περιόδου.
Γι’ αυτό αυτή τη φορά δεν αρκεί ένα καινούργιο «Πρόγραμμα Θεσσαλονίκης». Χρειάζονται απαντήσεις. Τι ακριβώς προτείνει; Πόσο κοστίζει; Από πού θα βρεθούν τα χρήματα; Και κυρίως: γιατί πρέπει ο πολίτης να πιστέψει σήμερα εκείνα που ακούει, όταν θυμάται όσα άκουσε τότε;
Αυτό είναι το ουσιαστικό πολιτικό ερώτημα.
Και υπάρχει ακόμη ένα.
Ο Τσίπρας έχει κάθε δικαίωμα να θέλει να προηγηθεί επικοινωνιακά του Μητσοτάκη. Η επιλογή του να παρουσιάσει το πρόγραμμά του πριν από την πρωθυπουργική παρουσία έχει ήδη προκαλέσει έντονη πολιτική αντιπαράθεση.
Αλλά άλλο η επικοινωνιακή πρωτιά και άλλο η θεσμική προτεραιότητα.
Στη δημοκρατία δεν προηγείται εκείνος που κλείνει πρώτος αίθουσα στη Θεσσαλονίκη. Προηγείται εκείνος στον οποίο δίνει εντολή ο ελληνικός λαός.
Και αυτή την εντολή ο Αλέξης Τσίπρας, με τη νέα πολιτική του πρόταση, δεν την έχει ακόμη ζητήσει στις κάλπες.
Ας παρουσιάσει λοιπόν το πρόγραμμά του. Ας κριθεί. Ας αντιπαρατεθεί. Ας διεκδικήσει.
Και όταν έρθουν οι εκλογές, θα αποφασίσουν οι πολίτες.
Γιατί αν πράγματι πιστεύουμε στον «κυρίαρχο λαό», οφείλουμε να θυμόμαστε κάτι εξαιρετικά απλό:
Τους πρωθυπουργούς, τις κυβερνήσεις και τις αντιπολιτεύσεις δεν τους αναδεικνύουν οι δημοσκόποι. Τους αναδεικνύουν οι κάλπες.

