
Η πρόταση για δωρεάν μετακινήσεις με τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς για όλους μπορεί να παρουσιάστηκε ως μέτρο με μικρό δημοσιονομικό κόστος και μεγάλη κοινωνική, περιβαλλοντική και αναπτυξιακή αξία. Πολιτικά όμως λειτούργησε αλλιώς. Και μάλιστα τη χειρότερη δυνατή στιγμή για την αντιπολίτευση.
Την ώρα που ο Νίκος Ανδρουλάκης είχε καταθέσει μια πιο στοχευμένη και μετρημένη πρόταση για δωρεάν μετακινήσεις των νέων, ήρθε η λογική του «όλα δωρεάν για όλους» να επαναφέρει μνήμες από μια εποχή που η κυβέρνηση θεωρούσε ότι είχε αφήσει πίσω της. Το «κίνημα δεν πληρώνω», το «λεφτά υπάρχουν» και τελικά το πολιτικό αφήγημα του «τζάμπα».
Σαν να μην έφτανε αυτό, ο εκπρόσωπος της ΕΛΑΣ Αντώνης Σαουλίδης υποστήριξε ότι μπορούν να βρεθούν 4 δισεκατομμύρια ευρώ από αυξημένη φορολόγηση μόλις 1.500 ΑΦΜ. Μια τοποθέτηση που προκάλεσε περισσότερα ερωτήματα από όσα απάντησε και έδωσε στην κυβέρνηση την ευκαιρία να ξαναβγάλει από το συρτάρι το επιχείρημα ότι η αντιπολίτευση υπόσχεται χωρίς να λογαριάζει τους αριθμούς. Μια απλή μαθηματική πράξη αρκεί, 4.000.000.000 € ÷ 1.500 = 2.666.666,67 €. Δηλαδή: Κάθε ΑΦΜ θα έπρεπε να πληρώσει κατά μέσο όρο 2,67 εκατομμύρια ευρώ επιπλέον φόρο.
Το πραγματικά ενδιαφέρον όμως δεν είναι η οικονομική συζήτηση. Είναι η πολιτική. Γιατί κάθε φορά που ο Αλέξης Τσίπρας επανέρχεται με προτάσεις που θυμίζουν τις πιο αμφιλεγόμενες στιγμές της διακυβέρνησής του, μοιάζει να προσφέρει στον Κυριάκο Μητσοτάκη το πιο χρήσιμο προεκλογικό εργαλείο: το ίδιο το πολιτικό του αντίπαλο δέος.
Και έτσι το ερώτημα επιστρέφει. Ο Τσίπρας επιχειρεί να χτίσει μια εναλλακτική πρόταση εξουσίας ή καταλήγει, άθελά του ή μη, να λειτουργεί ως το πιο αποτελεσματικό σκιάχτρο του Μητσοτάκη; Γιατί στην πολιτική, πολλές φορές δεν κερδίζει αυτός που πείθει περισσότερο. Κερδίζει αυτός που φοβίζει λιγότερο.

