
Το στεγαστικό εξελίσσεται αθόρυβα σε ένα από τα πιο επικίνδυνα πολιτικά προβλήματα για την κυβέρνηση, ακριβώς επειδή δεν περιορίζεται σε μία κατηγορία ψηφοφόρων. Αφορά τους νέους που δεν μπορούν να φύγουν από το πατρικό σπίτι, τις οικογένειες που δίνουν έναν μισθό για ενοίκιο, αλλά και τη μεσαία τάξη που βλέπει τις τιμές αγοράς να απομακρύνονται συνεχώς από τα εισοδήματά της.
Τα στοιχεία της Eurostat είναι σχεδόν πολιτικά από μόνα τους. Το 2024 τα ελληνικά νοικοκυριά διέθεταν κατά μέσο όρο 36% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για τη στέγαση, έναντι 19% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Ελλάδα είχε επίσης το υψηλότερο housing-cost-overburden τόσο στις πόλεις, 29%, όσο και στις αγροτικές περιοχές, 28%.
Παράλληλα, το 43% του πληθυσμού ζούσε σε νοικοκυριά με καθυστερούμενες οφειλές σε στεγαστικό δάνειο, ενοίκιο ή λογαριασμούς κοινής ωφέλειας, ξανά το υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ.
Και ενώ το εισόδημα πιέζεται, οι τιμές κατοικίας συνεχίζουν να ανεβαίνουν. Στο πρώτο τρίμηνο του 2026 οι τιμές των διαμερισμάτων αυξήθηκαν κατά 5,7% σε ετήσια βάση.
Η στροφή που επιχειρεί το Μαξίμου
Τα μέτρα που βρίσκονται σήμερα στο τραπέζι δείχνουν ότι το οικονομικό επιτελείο έχει αντιληφθεί τη βασική αδυναμία των προηγούμενων παρεμβάσεων: δεν αρκεί να βοηθάς τους πολίτες να αγοράσουν ή να νοικιάσουν, όταν το διαθέσιμο απόθεμα κατοικιών παραμένει περιορισμένο.
Έτσι εξετάζονται η παράταση της τριετούς φοροαπαλλαγής για κλειστά σπίτια που περνούν σε μακροχρόνια μίσθωση, φορολογικά κίνητρα για ανακαινίσεις έως 16.000 ευρώ και διατήρηση της αναστολής ΦΠΑ στις νέες οικοδομές.
Αυτή είναι η σωστή κατεύθυνση. Αλλά δεν εγγυάται αποτέλεσμα. Η μεγάλη δοκιμασία θα είναι πόσα πραγματικά κλειστά ακίνητα θα επιστρέψουν στην αγορά και πόσο γρήγορα. Η στεγαστική πολιτική κρίνεται τελικά σε διαθέσιμα τετραγωνικά, όχι σε αριθμό προγραμμάτων.
Ο τουρισμός κάνει το πρόβλημα πιο σύνθετο. Στην εξίσωση μπαίνει και το τουριστικό μοντέλο. Η Wall Street Journal καταγράφει ότι η Ελλάδα έχει σήμερα τετραπλάσιους Αμερικανούς επισκέπτες σε σχέση με πριν από μία δεκαετία. Είναι μια αγορά υψηλής δαπάνης, που προφανώς κανείς σοβαρός δεν θέλει να χάσει.
Αλλά η οικονομική επιτυχία αυξάνει παράλληλα την αξία της γης, την πίεση στα καταλύματα και την ελκυστικότητα της βραχυχρόνιας μίσθωσης σε τουριστικές περιοχές. Άρα η πολιτική πρόκληση δεν είναι να επιλέξει η κυβέρνηση ανάμεσα στον τουρίστα και στον κάτοικο. Είναι να δημιουργήσει κανόνες ώστε να μπορούν να συνυπάρχουν.
Το πολιτικό διακύβευμα
Το στεγαστικό είναι ιδιαιτέρως επικίνδυνο για τη ΝΔ επειδή αγγίζει ακριβώς τον χώρο που θέλει να κρατήσει, νέους, οικογένειες και μεσαία τάξη. Και έχει μια ιδιαιτερότητα: οι θετικοί μακροοικονομικοί δείκτες δεν το εξουδετερώνουν.
Μπορείς να πεις σε έναν πολίτη ότι μειώθηκε η ανεργία ή ότι η οικονομία αναπτύσσεται. Αν όμως στα 35 του δεν μπορεί να νοικιάσει αξιοπρεπές σπίτι χωρίς να δίνει το μισό εισόδημά του, η ανάπτυξη μετατρέπεται σε στατιστική που αφορά κάποιον άλλο. Γι’ αυτό το στεγαστικό μπορεί να γίνει η νέα μεγάλη κοινωνική διαχωριστική γραμμή.
Όχι ανάμεσα σε Αριστερά και Δεξιά. Αλλά ανάμεσα σε όσους έχουν ακίνητο και όσους προσπαθούν να αποκτήσουν πρόσβαση σε ένα. Και αυτή είναι εκλογική διαχωριστική γραμμή πολύ πιο επικίνδυνη από όσο δείχνουν σήμερα οι δημοσκοπήσεις.

