
Η πιο πολιτική φράση που είπε χθες ο Κυριάκος Μητσοτάκης στη Θεσσαλονίκη δεν αφορούσε ούτε το Μετρό ούτε κάποιο νέο έργο. Ήταν η φράση, «Κάθε έργο που εγκαινιάζουμε είναι σφραγίδα στο διαβατήριο αξιοπιστίας».
Σε αυτή τη μία πρόταση βρίσκεται σχεδόν ολόκληρη η προεκλογική στρατηγική της ΝΔ. Η κυβέρνηση γνωρίζει ότι, έπειτα από επτά χρόνια εξουσίας, το μεγαλύτερο πρόβλημά της δεν είναι να πείσει ότι μπορεί να κυβερνήσει.
Το έχει ήδη αποδείξει προς το καλύτερο ή προς το χειρότερο, ανάλογα με την πολιτική οπτική του καθενός. Το πρόβλημά της είναι να πείσει ότι αξίζει να συνεχίσει να κυβερνά. Και αυτό είναι πολύ διαφορετικό.
Από το «θα» στο «κάναμε»
Η ΝΔ επιχειρεί να γυρίσει το βασικό μειονέκτημα της πολυετούς παραμονής στην εξουσία σε πλεονέκτημα. Ο Μητσοτάκης δεν μπορεί να εμφανιστεί ως άφθαρτος.
Μπορεί να εμφανιστεί ως δοκιμασμένος. Δεν μπορεί να πει ότι «θα αλλάξει το κράτος» σαν να αναλαμβάνει αύριο. Μπορεί να πει ότι άλλαξε συγκεκριμένα πράγματα και ζητά χρόνο για να ολοκληρώσει τα υπόλοιπα. Το Μετρό Θεσσαλονίκης είναι ιδανικό για αυτό το αφήγημα. Ένα έργο που επί δεκαετίες είχε μετατραπεί σχεδόν σε εθνικό ανέκδοτο λειτουργεί σήμερα.
Η επέκταση προς την Καλαμαριά λειτουργεί επίσης και η κυβέρνηση σχεδιάζει ήδη την επόμενη φάση προς τις βορειοδυτικές συνοικίες. Εικόνα ισχυρή. Αλλά δεν κερδίζονται εκλογές μόνο με εικόνες έργων.
Η χαρτογράφηση των πληγών
Το δεύτερο σκέλος του σχεδίου είναι πιο πεζό. Το Μαξίμου γνωρίζει πού πονά δημοσκοπικά. Ελεύθεροι επαγγελματίες. Μισθωτοί. Αγρότες. Συνταξιούχοι. Νοικοκυριά που έχουν πιεστεί από την ακρίβεια.
Κυβερνητικές πηγές μιλούν πλέον ανοιχτά για ένα πακέτο ΔΕΘ σχεδιασμένο ώστε να «κλείσει πληγές» και να επανασυνδέσει τη ΝΔ με κοινωνικές ομάδες που απομακρύνθηκαν. Εδώ βρίσκεται η πιο ενδιαφέρουσα πολιτική μετατόπιση. Η ΔΕΘ δεν είναι απλώς δημοσιονομική κατανομή πόρων. Είναι κοινωνικός ανασχηματισμός του εκλογικού ακροατηρίου.
Το πρόβλημα της τρίτης θητείας
Υπάρχει όμως ένα δομικό όριο. Η κυβέρνηση ζητά ουσιαστικά τρίτη συνεχόμενη εντολή. Και κάθε τρίτη εντολή έχει δυσκολότερη σχέση με την υπόσχεση. Ο πολίτης δεν ακούει πλέον, «Θα διορθώσουμε το ΕΣΥ». Ρωτά, «Γιατί δεν το διορθώσατε ήδη;». Δεν ακούει, «Θα αντιμετωπίσουμε το στεγαστικό». Ρωτά: «Γιατί τα ενοίκια έφτασαν εδώ;». Δεν αρκείται στο, «Θα αυξήσουμε το εισόδημα». Θυμάται τι πλήρωνε στο σούπερ μάρκετ πριν από τέσσερα χρόνια. Αυτό είναι το κόστος της κυβερνητικής εμπειρίας. Σου επιτρέπει να επικαλείσαι τα επιτεύγματά σου. Σου χρεώνει όμως και κάθε πρόβλημα που έχει επιβιώσει μαζί σου.
Γιατί η αντιπολίτευση δεν έχει ακόμη κερδίσει το παιχνίδι
Το γεγονός ότι η κυβέρνηση έχει κόπωση δεν σημαίνει ότι η αντιπολίτευση έχει λύσει το δικό της πρόβλημα. Ο Τσίπρας πρέπει να αποδείξει ότι η επιστροφή του δεν είναι απλώς αναπαλαίωση του 2015.
Ο Ανδρουλάκης πρέπει να αποδείξει ότι το ΠΑΣΟΚ διαθέτει κυβερνητική πρόταση και όχι μόνο σωστή κριτική και φυσικά ενιαία αφήγηση στο κρίσιμο θέμα της διακυβέρνησης.
Τα μικρότερα κόμματα πρέπει να δείξουν αν θέλουν να επηρεάσουν τη διακυβέρνηση ή απλώς να αυξήσουν το ποσοστό διαμαρτυρίας.
Έτσι το Μαξίμου επιχειρεί να στήσει τη βασική ερώτηση των εκλογών εκεί όπου θεωρεί ότι έχει πλεονέκτημα, «Ποιος μπορεί να κάνει τη δουλειά;»
Η αντιπολίτευση θα προσπαθήσει να επιβάλει μια διαφορετική, «Είστε καλύτερα μετά από οκτώ χρόνια;»
Το πραγματικό διακύβευμα
Αν κερδίσει η πρώτη ερώτηση, η ΝΔ μπαίνει ισχυρή στη μάχη της κάλπης. Αν κερδίσει η δεύτερη, η πολιτική κατάσταση γίνεται πολύ πιο ανοιχτή. Για αυτό η λέξη «αξιοπιστία» θα ακουστεί πολύ το επόμενο διάστημα. Όχι τυχαία.
Η ΝΔ δεν πρόκειται να ζητήσει απλώς ψήφο για το πρόγραμμά της. Θα ζητήσει από τον ψηφοφόρο να βάλει υπογραφή ότι το κυβερνητικό παρελθόν αποτελεί εγγύηση για το μέλλον. Και αυτή είναι πολύ δυσκολότερη υπογραφή από μια υπόσχεση στη ΔΕΘ.

