
Το GSI βγάζει τα ελληνοτουρκικά από τη διπλωματία και τα ξαναφέρνει στο πεδίο. Το προηγούμενο της Κάσου, η γαλλική είσοδος στο έργο και το δύσκολο ερώτημα, μπορεί ένα ευρωπαϊκό έργο να προχωρήσει χωρίς η Τουρκία να αποκτήσει de facto δικαίωμα συναίνεσης; Η επόμενη μεγάλη δοκιμασία στις ελληνοτουρκικές σχέσεις μπορεί να μην έρθει από ένα γεωτρύπανο, μια παραβίαση ή μια NAVTEX. Μπορεί να έρθει από ένα καλώδιο.
Και ακριβώς γι’ αυτό η υπόθεση του Great Sea Interconnector, της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου, αποκτά πλέον σημασία πολύ μεγαλύτερη από την ενεργειακή του αξία.
Η Αθήνα δηλώνει ότι το έργο θα προχωρήσει. Η Άγκυρα, σύμφωνα με τουρκικές πηγές που μίλησαν στην «Καθημερινή», διαμηνύει ότι όταν έρευνες ή εργασίες πόντισης πραγματοποιούνται σε θαλάσσιες περιοχές στις οποίες η ίδια ισχυρίζεται ότι διαθέτει κυριαρχικά δικαιώματα, πρέπει προηγουμένως να υπάρχει επικοινωνία μαζί της μέσω της διπλωματικής οδού για «συνεργασία» και «συντονισμό».
Οι λέξεις ακούγονται τεχνικές. Η πολιτική τους σημασία δεν είναι καθόλου τεχνική. Γιατί το πραγματικό ερώτημα είναι εάν ο «συντονισμός» που ζητεί η Τουρκία μετατρέπεται στην πράξη σε δικαίωμα προηγούμενης συναίνεσης για δραστηριότητες σε περιοχές όπου Αθήνα και Άγκυρα έχουν αντικρουόμενες αντιλήψεις για την υφαλοκρηπίδα. Και εκεί το καλώδιο παύει να είναι απλώς ενεργειακό έργο.Γίνεται τεστ άσκησης κυριαρχικών δικαιωμάτων.
Η Αθήνα ανεβάζει τον πήχη
Η ελληνική κυβέρνηση έχει τις τελευταίες ημέρες διατυπώσει μια εξαιρετικά καθαρή θέση. Ο Παύλος Μαρινάκης δήλωσε ότι όσα έχουν εξαγγελθεί, συμπεριλαμβανομένης της πόντισης του καλωδίου, θα προχωρήσουν σύμφωνα με τον σχεδιασμό, υπογραμμίζοντας μάλιστα την είσοδο του γαλλικού επενδυτικού ομίλου Meridiam στο έργο.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει παράλληλα επαναλάβει ότι η Ελλάδα αναγνωρίζει μία διαφορά με την Τουρκία που μπορεί να επιλυθεί με βάση το διεθνές δίκαιο: την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ. Άρα η Αθήνα έχει ανεβάσει δημοσίως τον πήχη. Και από τη στιγμή που δηλώνει «θα προχωρήσουμε», η επόμενη φάση δεν κρίνεται πλέον στις δηλώσεις. Κρίνεται στο αν θα εμφανιστεί ερευνητικό πλοίο. Πού θα εμφανιστεί. Ποιος θα εκδώσει τις σχετικές αγγελίες. Τι θα κάνει η Τουρκία. Και κυρίως τι θα κάνει η Ελλάδα αν η Τουρκία στείλει ξανά πολεμικά πλοία.
Η Κάσος δεν είναι ιστορία, είναι προηγούμενο
Γιατί αυτό έχει ήδη συμβεί. Τον Ιούλιο του 2024, κατά τις βυθομετρικές έρευνες του ιταλικού Ievoli Relume για την ηλεκτρική διασύνδεση στην περιοχή της Κάσου, η Τουρκία έστειλε πολεμικά πλοία και επικαλέστηκε δικαιώματα που συνδέει με τη δική της αντίληψη για την τουρκική υφαλοκρηπίδα και με το τουρκολιβυκό μνημόνιο.
Οι εργασίες του GSI έκτοτε ουσιαστικά πάγωσαν στο συγκεκριμένο σκέλος, και σήμερα η πιθανότητα επανέναρξης των ερευνών θεωρείται από την ίδια την Αθήνα κρίσιμο τεστ των τουρκικών προθέσεων.
Επομένως, αυτή τη φορά κανείς δεν μπορεί να υποστηρίξει ότι αιφνιδιάστηκε. Η Άγκυρα έχει ήδη εξηγήσει τι θεωρεί δικαίωμά της. Η Αθήνα έχει ήδη εξηγήσει ότι δεν το αποδέχεται. Το ερώτημα είναι τι συμβαίνει όταν οι δύο αυτές θέσεις βρεθούν στο ίδιο σημείο της θάλασσας την ίδια ώρα. Αυτό είναι το πραγματικό πολιτικό ρίσκο.

Το ύπουλο σημείο της τουρκικής θέσης
Η τουρκική επιχειρηματολογία είναι προσεκτικά διατυπωμένη. Δεν λέει: «απαγορεύουμε το καλώδιο». Λέει περίπου: «δεν έχουμε αντίρρηση στα καλώδια, αλλά στις περιοχές όπου θεωρούμε ότι έχουμε δικαιοδοσία πρέπει να προηγείται συνεννόηση μαζί μας».
Εδώ βρίσκεται όλο το παιχνίδι. Γιατί η Αθήνα δεν μπορεί εύκολα να αποδεχθεί μια διαδικασία που θα μπορούσε να ερμηνευθεί ότι αναγνωρίζει τουρκική δικαιοδοσία εκεί όπου η Ελλάδα θεωρεί ότι η τουρκική διεκδίκηση είναι μονομερής και αβάσιμη. Διότι σήμερα θα είναι το GSI. Αύριο μπορεί να είναι καλώδιο δεδομένων. Μεθαύριο μια ενεργειακή έρευνα. Έπειτα ένα περιβαλλοντικό πρόγραμμα. Και τελικά κάθε δραστηριότητα ανατολικά συγκεκριμένων ελληνικών νησιών.
Η μεγάλη στρατηγική επιδίωξη της Άγκυρας δεν χρειάζεται να είναι να σταματήσει κάθε έργο. Αρκεί να καθιερώσει στην πράξη την αρχή:«τίποτε δεν γίνεται εδώ χωρίς να περάσει προηγουμένως από εμάς». Και αυτό για την Αθήνα είναι πολύ πιο επικίνδυνο από μία επιθετική ανακοίνωση.
Γιατί το έργο δεν είναι μόνο ελληνικό
Υπάρχει όμως μία κρίσιμη διαφορά σε σχέση με ένα αμιγώς εθνικό έργο. Ο GSI αποτελεί ευρωπαϊκό έργο κοινού ενδιαφέροντος και έχει ως βασικό στόχο να τερματίσει την ενεργειακή απομόνωση της Κύπρου, του τελευταίου κράτους-μέλους που δεν είναι συνδεδεμένο με το ευρωπαϊκό ηλεκτρικό δίκτυο. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναφέρει μήκος σχεδόν 900 χιλιομέτρων για το τμήμα Ελλάδας–Κύπρου και ευρωπαϊκή χρηματοδότηση 658 εκατ. ευρώ για τις κατασκευαστικές εργασίες. Αυτό αλλάζει και την πολιτική διάσταση της υπόθεσης. Αν ένα έργο που χρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση και έχει χαρακτηριστεί στρατηγικής σημασίας δεν μπορεί να προχωρήσει εξαιτίας αξιώσεων τρίτης χώρας, το πρόβλημα δεν είναι μόνο ελληνοτουρκικό. Είναι ευρωπαϊκό. Και εδώ η Αθήνα έχει λόγο να επιδιώξει κάτι περισσότερο από λεκτική ευρωπαϊκή αλληλεγγύη. Να μετατρέψει το GSI από διμερές πρόβλημα με την Τουρκία σε ευρωπαϊκό ζήτημα ελευθερίας υλοποίησης μιας στρατηγικής υποδομής.
Η γαλλική μεταβλητή
Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η είσοδος του γαλλικού παράγοντα. Η ελληνική κυβέρνηση επικαλείται πλέον τη συμμετοχή της γαλλικής Meridiam ως ένδειξη ότι το έργο αποκτά νέα δυναμική, ενώ το τελευταίο διάστημα υπήρξαν επικοινωνίες ανάμεσα σε Αθήνα, Λευκωσία και Παρίσι για το ζήτημα. Αυτό προσθέτει οικονομικό και πολιτικό βάρος. Δεν σημαίνει αυτομάτως ότι γαλλικά πολεμικά πλοία θα συνοδεύσουν ένα ερευνητικό σκάφος. Οποιαδήποτε τέτοια βεβαιότητα θα ήταν αυθαίρετη. Σημαίνει όμως ότι μια νέα τουρκική παρεμπόδιση δεν θα αφορά πλέον μόνο Αθήνα και Λευκωσία. Θα αγγίζει άμεσα και ισχυρά γαλλικά οικονομικά συμφέροντα. Και το Παρίσι δεν είναι τυχαίος τρίτος. Είναι ο εταίρος με τον οποίο η Ελλάδα διαθέτει στρατηγική αμυντική συμφωνία.
Τα «ήρεμα νερά» φτάνουν στο δυσκολότερο σημείο τους
Εδώ βρίσκεται και το πολιτικό πρόβλημα του Μαξίμου. Η στρατηγική αποκλιμάκωσης με την Τουρκία είχε πραγματικά οφέλη. Μείωσε για μεγάλο διάστημα την ένταση και δημιούργησε διαύλους επικοινωνίας. Όμως η Διακήρυξη των Αθηνών δεν εξαφάνισε τις διαφορές. Από το 2024 και μετά ακολούθησαν η Κάσος, ο ελληνικός Θαλάσσιος Χωροταξικός Σχεδιασμός και η τουρκική απάντηση, οι εκατέρωθεν κινήσεις για θαλάσσια πάρκα και, πιο πρόσφατα, η επιστροφή τουρκικών μαχητικών σε δραστηριότητα στο Αιγαίο. Το GSI είναι διαφορετικό από όλα αυτά. Γιατί απαιτεί φυσική παρουσία στο πεδίο. Δεν αρκεί ένας χάρτης. Δεν αρκεί ένα ΦΕΚ. Δεν αρκεί μια διπλωματική νότα. Κάποια στιγμή ένα πλοίο πρέπει να βγει στη θάλασσα και να κάνει τη δουλειά. Και τότε η θεωρία των «ήρεμων νερών» θα συναντήσει την πραγματικότητα.
Η κυβέρνηση έχει τρεις δρόμους και κανέναν εύκολο
Αν η Αθήνα προχωρήσει χωρίς οποιαδήποτε προηγούμενη συνεννόηση και η Τουρκία αντιδράσει επιχειρησιακά, υπάρχει κίνδυνος νέας κρίσης τύπου Κάσου. Αν υπάρξει τεχνική συνεννόηση χωρίς προσεκτική διπλωματική θωράκιση, η Άγκυρα μπορεί να την παρουσιάσει ως επιβεβαίωση ότι η συγκατάθεσή της απαιτείται.
Και αν οι εργασίες αναβληθούν ξανά, τότε θα δημιουργηθεί η εντύπωση ότι η τουρκική απειλή αρκεί για να αναστέλλεται ένα ευρωπαϊκό έργο. Αυτή είναι η πραγματική παγίδα. Δεν υπάρχει λύση χωρίς κόστος.
Υπάρχει όμως μία αρχή που δεν μπορεί να χαθεί, η αποφυγή κρίσης δεν πρέπει να μετατρέπεται σε αποδοχή τετελεσμένου.
Και τώρα έρχεται η στιγμή της αλήθειας
Μέχρι σήμερα Αθήνα και Άγκυρα μπορούσαν να διατηρούν διαφορετικές ερμηνείες και να συνεχίζουν τον πολιτικό διάλογο. Το καλώδιο δεν επιτρέπει για πολύ αυτή την πολυτέλεια. Η ελληνική κυβέρνηση έχει πει ότι θα προχωρήσει.
Η τουρκική πλευρά λέει ότι πρέπει προηγουμένως να ενημερωθεί και να υπάρξει συντονισμός. Άρα κάποια στιγμή μία από τις δύο αντιλήψεις θα δοκιμαστεί στην πράξη. Και τότε θα μάθουμε κάτι πολύ σημαντικότερο από το αν θα ποντιστεί ένα καλώδιο. Θα μάθουμε ποιο είναι το πραγματικό όριο της ελληνοτουρκικής αποκλιμάκωσης όταν η διπλωματία συναντά την άσκηση κυριαρχικών δικαιωμάτων.
Το πολιτικό διακύβευμα
Η κυβέρνηση έχει δίκιο να επιδιώκει ήρεμες σχέσεις με την Τουρκία. Καμία σοβαρή χώρα δεν επιδιώκει κρίσεις για να αποδείξει τον πατριωτισμό της.
Αλλά υπάρχει μια λεπτή γραμμή ανάμεσα στην αποκλιμάκωση και στην αυτοαποτροπή. Αν η Ελλάδα δηλώνει ότι ένα ευρωπαϊκό έργο θα γίνει, πρέπει να μπορεί και να το κάνει. Διαφορετικά, το πρόβλημα δεν θα είναι ότι η Τουρκία ζήτησε να ενημερωθεί. Θα είναι ότι απέκτησε στην πράξη ένα δικαίωμα βέτο που η Ελλάδα επιμένει στα λόγια ότι δεν αναγνωρίζει.
Τα “ήρεμα νερά” είναι χρήσιμα όσο επιτρέπουν στα πλοία να ταξιδεύουν. Αν χρειάζεται άδεια της Άγκυρας για να βγει το πλοίο, τότε δεν μιλάμε πια για ηρεμία, μιλάμε για κανόνες που επιχειρεί να γράψει ο άλλος.

