
Η Ελλάδα δεν έχει μπει ακόμη επισήμως σε προεκλογική περίοδο, αλλά το πολιτικό σύστημα συμπεριφέρεται ήδη σαν να βρίσκεται λίγα μέτρα πριν από την κάλπη. Πίσω από τις δημόσιες δηλώσεις περί «σταθερότητας» και «θεσμικής σοβαρότητας», εξελίσσεται ένα πυκνό παρασκήνιο με νέους πολιτικούς φορείς, προσωπικές στρατηγικές, μετακινήσεις στελεχών και υπόγειες συνεννοήσεις.
Ο Αλέξης Τσίπρας επέστρεψε στο κέντρο του παιχνιδιού με νέο κόμμα, διεκδικώντας εκ νέου ρόλο στον προοδευτικό χώρο. Η Μαρία Καρυστιανού μεταφέρει στο πολιτικό πεδίο ένα ισχυρό κοινωνικό φορτίο, εκφράζοντας την οργή ενός κόσμου που δεν εμπιστεύεται πια τις παραδοσιακές κομματικές διαδρομές. Την ίδια ώρα, ο Αντώνης Σαμαράς παραμένει ο μεγάλος άγνωστος της κεντροδεξιάς εξίσωσης, καθώς η πιθανότητα νέου κόμματος θα μπορούσε να αλλάξει τους συσχετισμούς στα δεξιά της Νέας Δημοκρατίας.
Μέσα σε αυτό το σκηνικό, τα μικρότερα κόμματα μοιάζουν περισσότερο θεατές παρά πρωταγωνιστές. Αντί να διαμορφώνουν ατζέντα, έχουν εγκλωβιστεί στην πολιτική επιβίωση, χωρίς καθαρό αφήγημα, χωρίς κοινωνικό ρεύμα και χωρίς τη δυναμική να επιβάλουν όρους στη δημόσια συζήτηση.
Η ελληνική κρίση μέσα από το βλέμμα του Τσόμσκι
Εδώ ακριβώς αποκτά νόημα η σκέψη του Νόαμ Τσόμσκι. Ο Αμερικανός διανοούμενος δεν έβλεπε τη Δημοκρατία μόνο ως διαδικασία εκλογών, αλλά ως πεδίο πραγματικής συμμετοχής και ελέγχου της εξουσίας από τους πολίτες.
Ο Τσόμσκι θεωρούσε ότι η Ελλάδα της κρίσης αποκάλυψε ένα βαθύτερο πρόβλημα της δυτικής δημοκρατίας. Ότι οι σημαντικές πολιτικές αποφάσεις δεν λαμβάνονται πάντα από τους πολίτες, αλλά συχνά από οικονομικά κέντρα ισχύος, τράπεζες, διεθνείς οργανισμούς και πολιτικές ελίτ. Σύμφωνα με τη δική του οπτική, η ελληνική περίπτωση έδειξε πως όταν η λαϊκή βούληση συγκρούεται με τα συμφέροντα των οικονομικών θεσμών, η δημοκρατία περιορίζεται.
Η κρίση χρέους, τα μνημόνια και η επιβολή πολιτικών λιτότητας δεν ήταν για τον ίδιο απλώς ελληνική αδυναμία. Ήταν η απόδειξη ότι μια εκλεγμένη κυβέρνηση μπορεί να βρίσκεται εγκλωβισμένη μέσα σε ένα πλέγμα δεσμεύσεων, πιέσεων και εξαρτήσεων που υπερβαίνουν την εθνική κάλπη.
Το δημοψήφισμα του 2015 και τα όρια της λαϊκής εντολής
Το δημοψήφισμα του 2015 αποτέλεσε το πιο καθαρό παράδειγμα αυτής της αντίφασης. Οι πολίτες εξέφρασαν με σαφήνεια την απόρριψη ενός συγκεκριμένου πλαισίου λιτότητας. Λίγες ημέρες αργότερα, όμως, η τότε κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα οδηγήθηκε σε συμφωνία με τους δανειστές, αποδεχόμενη όρους που έδειχναν να κινούνται σε αντίθετη κατεύθυνση από το πολιτικό μήνυμα της κάλπης.
Ο Τσόμσκι δεν αντιμετώπισε τον Αλέξη Τσίπρα ούτε ως προδότη ούτε ως ήρωα. Η ανάλυσή του ήταν πιο ψύχραιμη και πιο δομική. Έβλεπε έναν πρωθυπουργό και μια κυβέρνηση που βρέθηκαν απέναντι σε ένα ισχυρό σύστημα οικονομικής και θεσμικής πίεσης, με εξαιρετικά περιορισμένα περιθώρια ελιγμών.
Αυτό που τον ενδιέφερε δεν ήταν τόσο το πρόσωπο του τότε πρωθυπουργού, όσο το συμπέρασμα που προέκυπτε από την εξέλιξη των γεγονότων. Δηλαδή η δημοκρατική εντολή μπορεί να αποδειχθεί ανεπαρκής όταν συγκρούεται με υπερεθνικούς μηχανισμούς, χρηματοπιστωτικά συμφέροντα και πολιτικά κέντρα που δεν λογοδοτούν άμεσα στους πολίτες.
Τι έλεγε ο Τσόμσκι για τα κόμματα εξουσίας
Γι’ αυτό και ο Τσόμσκι σπάνια στεκόταν στα επιμέρους ελληνικά κόμματα. Η κριτική του ήταν βαθύτερη. Θεωρούσε ότι τόσο τα συντηρητικά όσο και τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα στη Δύση λειτουργούν, σε μεγάλο βαθμό, μέσα σε ένα πλαίσιο που έχει ήδη οριστεί από οικονομικές ελίτ. Οι πολιτικές διαφορές υπάρχουν, αλλά συχνά κινούνται εντός προκαθορισμένων ορίων.
Αυτό ακριβώς είναι και το σημείο που συνδέει τη σκέψη του με το σημερινό ελληνικό πολιτικό σκηνικό. Η χώρα μπαίνει σε μια περίοδο έντονης πολιτικής κινητικότητας, με νέα κόμματα, επιστροφές πρώην πρωθυπουργών, κοινωνικές υποψηφιότητες και εσωτερικές ανακατατάξεις. Όμως το ερώτημα παραμένει: αλλάζει πραγματικά το κέντρο της εξουσίας ή απλώς αναδιατάσσονται οι διαχειριστές του ίδιου συστήματος;
Οι παθογένειες της ελληνικής δημοκρατίας σήμερα
Ο Τσόμσκι θα έβλεπε πιθανότατα στη σημερινή Ελλάδα μια δημοκρατία με κανονικές εκλογές, αλλά και με σοβαρές παθογένειες. Ισχυρή εξάρτηση από οικονομικά συμφέροντα, μιντιακή επιρροή, περιορισμένη ουσιαστική συμμετοχή των πολιτών, αδύναμα κόμματα βάσης και μια κοινωνία που καλείται κάθε λίγα χρόνια να ψηφίσει, χωρίς όμως να είναι βέβαιο ότι μπορεί να καθορίσει τους βασικούς κανόνες του παιχνιδιού.
Η Δημοκρατία, για τον Τσόμσκι, δεν είναι απλώς η στιγμή της κάλπης. Είναι η καθημερινή δυνατότητα των πολιτών να ελέγχουν την εξουσία, να συμμετέχουν στις αποφάσεις και να μη μετατρέπονται σε παθητικούς θεατές ενός πολιτικού έργου που έχει γραφτεί αλλού.
Το ερώτημα πριν από την επόμενη κάλπη
Μπροστά, λοιπόν, σε μια προεκλογική περίοδο που δεν έχει ακόμη ανακοινωθεί επίσημα, αλλά ήδη παράγει σενάρια, συμμαχίες και παρασκηνιακές διεργασίες, η σκέψη του Τσόμσκι επιστρέφει ως προειδοποίηση. Οι εκλογές είναι απαραίτητες για τη δημοκρατία, αλλά δεν αρκούν από μόνες τους για να αποδείξουν ότι κυβερνά ο λαός.

