
Η επόμενη πραγματική δοκιμασία στις ελληνοτουρκικές σχέσεις δεν θα γίνει απαραίτητα με «εκτόξευση» προκλητικών δηλώσεων από τον Ερντογάν. Μπορεί να γίνει στη θάλασσα. Και να ξεκινήσει από μία NAVTEX.
Η επανεκκίνηση των θαλάσσιων ερευνών για τον Great Sea Interconnector, την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου, μετατρέπεται σταδιακά σε τεστ όχι μόνο για την τύχη ενός μεγάλου ενεργειακού έργου, αλλά και για το κατά πόσο η περίοδος των «ήρεμων νερών» μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας μπορεί να αντέξει όταν η συζήτηση περνά από τη διπλωματία στην άσκηση δικαιωμάτων επί του πεδίου.
Στην Κύπρο έχει ήδη προαναγγελθεί ότι θα εκδοθεί NAVTEX για τις έρευνες βυθού που απαιτούνται για το έργο, ενώ η Λευκωσία έχει συνδέσει και την οικονομική συμμετοχή της με την πραγματική επανέναρξη των ερευνών. Το έργο βρίσκεται παράλληλα σε νέα φάση, με αυξημένο ευρωπαϊκό και γαλλικό ενδιαφέρον και με τον ΑΔΜΗΕ να το χαρακτηρίζει στρατηγικής ενεργειακής και γεωπολιτικής σημασίας.
Η NAVTEX που δεν είναι απλώς μια ναυτική αγγελία
Τυπικά, μία NAVTEX ενημερώνει τη ναυσιπλοΐα ότι συγκεκριμένη θαλάσσια περιοχή δεσμεύεται για εργασίες ή έρευνες. Στην περίπτωση όμως του GSI το θέμα είναι πολύ μεγαλύτερο.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι σε ποια ακριβώς θαλάσσια περιοχή θα κινηθούν τα ερευνητικά σκάφη και πώς θα αντιδράσει η Τουρκία. Το προηγούμενο δεν είναι θεωρητικό, η Άγκυρα έχει στο παρελθόν εκδώσει αντι-NAVTEX και έχει παρεμποδίσει ερευνητικές εργασίες που συνδέονταν με το καλώδιο, επικαλούμενη δικές της διεκδικήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο.
Εκεί ακριβώς βρίσκεται το πολιτικό βάρος της επόμενης κίνησης. Εάν η Αθήνα εκδώσει τη σχετική NAVTEX και τα ερευνητικά προχωρήσουν κανονικά, το έργο αποκτά ξανά πραγματική υπόσταση. Εάν όμως η Άγκυρα επιχειρήσει να αμφισβητήσει την περιοχή με δική της NAVTEX ή με παρουσία πλοίων, τότε το GSI παύει να είναι ενεργειακό project και γίνεται ευθεία δοκιμή της ελληνικής αποφασιστικότητας και των αντοχών του ελληνοτουρκικού διαλόγου.
Από το Καστελλόριζο ξανά στην αποστρατιωτικοποίηση
Η δοκιμή αυτή έρχεται σε μια στιγμή κατά την οποία η Τουρκία επαναφέρει στην πρώτη γραμμή το ζήτημα της αποστρατιωτικοποίησης ελληνικών νησιών.
Η Αθήνα απάντησε επισήμως στις τελευταίες δηλώσεις του Χακάν Φιντάν ότι οι τουρκικές αιτιάσεις «στερούνται νομικού ερείσματος» και υπογράμμισε ότι η Ελλάδα έχει δικαίωμα να διασφαλίζει την άμυνα και την ασφάλεια ολόκληρης της επικράτειάς της.
Η νέα τουρκική ρητορική συνέπεσε και με την παρουσία του Κυριάκου Μητσοτάκη στο Καστελλόριζο, όπου ο πρωθυπουργός επανέλαβε τη σημασία της κρατικής και στρατιωτικής παρουσίας στα ακριτικά νησιά.
Το αποτέλεσμα είναι ότι μέσα σε λίγες ημέρες έχουν επιστρέψει ταυτόχρονα στην ελληνοτουρκική ατζέντα τρία από τα πιο δύσκολα ζητήματα, τα νησιά, οι θαλάσσιες ζώνες και η άσκηση δικαιωμάτων στην Ανατολική Μεσόγειο.
Οι κομάντος απέναντι από τη Σάμο
Στο σκηνικό προστέθηκε τώρα και μια στρατιωτική μετακίνηση με ισχυρό συμβολισμό. Το τουρκικό υπουργείο Άμυνας επιβεβαίωσε, σύμφωνα με τουρκικά και ελληνικά δημοσιεύματα, ότι η 51η Ταξιαρχία Καταδρομών μετακινήθηκε από το Τούντζελι στα Σώκια του Αϊδινίου, απέναντι από τη Σάμο. Η απόφαση φέρεται να είχε ληφθεί από τον Ιούνιο για επιχειρησιακές ανάγκες και, συνεπώς, δεν μπορεί να αποδοθεί αυτομάτως στις τελευταίες ελληνοτουρκικές εντάσεις.
Πρόκειται όμως για μονάδα με σημαντική επιχειρησιακή εμπειρία, κυρίως σε χερσαίες επιχειρήσεις, η οποία πλέον βρίσκεται στα μικρασιατικά παράλια. Τουρκικές πηγές κάνουν λόγο για δύναμη περίπου 2.000 καταδρομέων. Η μονάδα δεν είναι αμφίβια ταξιαρχία, κάτι που έχει σημασία για την ακριβή στρατιωτική αξιολόγηση της μετακίνησης.
Ακριβώς γι’ αυτό χρειάζεται προσοχή στις εύκολες ερμηνείες, η μεταφορά της δεν σημαίνει από μόνη της προετοιμασία στρατιωτικής ενέργειας εναντίον ελληνικού νησιού. Η γεωγραφία της νέας έδρας, όμως, την τοποθετεί πλέον σε μια περιοχή ιδιαίτερης στρατηγικής σημασίας για το Ανατολικό Αιγαίο.
Και κυρίως δημιουργεί μια εμφανή πολιτική αντίφαση που αξιοποιεί η ελληνική πλευρά, η Άγκυρα ζητά περιορισμό της ελληνικής στρατιωτικής παρουσίας στα νησιά, ενώ η ίδια διατηρεί και ενισχύει σημαντικές στρατιωτικές δυνάμεις στα απέναντι μικρασιατικά παράλια.
Το καλώδιο μπορεί να ενώσει όλα τα μέτωπα
Το πραγματικό ενδιαφέρον είναι ότι αυτές οι εξελίξεις δεν εξελίσσονται σε ξεχωριστά κουτάκια. Το GSI μπορεί να γίνει ο μηχανισμός που θα τις ενώσει.
Μία τουρκική αντίδραση στις έρευνες θα επαναφέρει αυτομάτως τη συζήτηση για τις τουρκικές διεκδικήσεις σε θαλάσσιες ζώνες. Η συζήτηση αυτή θα ακουμπήσει το Καστελλόριζο. Και η ένταση γύρω από το Καστελλόριζο συνδέεται ήδη από την Άγκυρα με τη στρατιωτική παρουσία της Ελλάδας στα νησιά.
Έτσι, ένα καλώδιο ηλεκτρικής διασύνδεσης μπορεί να μετατραπεί στο σημείο όπου θα συναντηθούν ενέργεια, κυριαρχικά δικαιώματα, στρατιωτική αποτροπή και ελληνοτουρκική διπλωματία.
Το δύσκολο ερώτημα για την Αθήνα
Για την ελληνική κυβέρνηση το δίλημμα είναι σύνθετο. Από τη μία, επιδιώκει να διατηρήσει ανοικτούς τους διαύλους επικοινωνίας με την Άγκυρα και να αποφύγει έναν νέο κύκλο έντασης στο Αιγαίο.
Από την άλλη, εάν η επανεκκίνηση του GSI εξαρτηθεί στην πράξη από το κατά πόσο η Τουρκία θα επιτρέψει ή όχι τις έρευνες, τότε το ζήτημα αποκτά πολύ μεγαλύτερη διάσταση από το ίδιο το έργο. Γιατί το ερώτημα πλέον δεν θα είναι εάν θα προχωρήσει ένα ενεργειακό καλώδιο.
Θα είναι αν η Ελλάδα μπορεί να υλοποιεί ένα ευρωπαϊκό έργο και να ασκεί τα δικαιώματα που θεωρεί ότι απορρέουν από το Διεθνές Δίκαιο χωρίς προηγουμένως να εξασφαλίζει την ανοχή της Άγκυρας.
Και γι’ αυτό η επόμενη NAVTEX μπορεί να αποδειχθεί πολύ πιο σημαντική από μία ακόμη συνάντηση υπουργών. Θα δείξει στην πράξη πού τελειώνουν τα «ήρεμα νερά» και πού αρχίζουν οι πραγματικές διαφορές Ελλάδας και Τουρκίας.

