Το «απαγορευμένο σενάριο» της κάλπης: Τι γίνεται αν το βράδυ των εκλογών δεν βγαίνει κυβέρνηση – Οι διερευνητικές εντολές, οι πιθανές συνεργασίες και ο «κίνδυνος» δεύτερης κάλπης

Newsroom
8 Min Read

Το «απαγορευμένο σενάριο» της κάλπης: Τι γίνεται αν το βράδυ των εκλογών δεν βγαίνει κυβέρνηση – Οι διερευνητικές εντολές, οι πιθανές συνεργασίες και ο «κίνδυνος» δεύτερης κάλπης

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έθεσε από τη ΔΕΘ τον επίσημο στόχο της Νέας Δημοκρατίας για τις εκλογές της άνοιξης του 2027, αυτοδυναμία και σταθερή κυβέρνηση. Απέκλεισε εκ νέου τις πρόωρες κάλπες και δήλωσε ότι θεωρεί τον στόχο εφικτό, επιχειρώντας ταυτόχρονα να μετατρέψει το δίλημμα της επόμενης εκλογικής αναμέτρησης σε επιλογή ανάμεσα στη σταθερότητα και την πολιτική αβεβαιότητα. Υπάρχει όμως ένα σενάριο το οποίο κανένα κόμμα δεν θέλει ακόμη να βάλει επισήμως στο τραπέζι, αλλά όσο πλησιάζουν οι εκλογές τόσο δυσκολότερα θα μπορεί να αποφεύγεται, τι θα συμβεί εάν το πρώτο κόμμα δεν μπορεί να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση και κανείς δεν θέλει ή δεν μπορεί να συνεργαστεί μαζί του; Αυτό είναι το «απαγορευμένο σενάριο» της επόμενης κάλπης.

Το δύσκολο μαθηματικό πρόβλημα της αυτοδυναμίας

Ο ισχύων εκλογικός νόμος ευνοεί το πρώτο κόμμα, αλλά δεν του χαρίζει την κυβέρνηση. Το μπόνους αρχίζει να ενεργοποιείται από το 25%, με 20 επιπλέον έδρες, και αυξάνεται κατά μία έδρα για κάθε μισή ποσοστιαία μονάδα μέχρι το 40%, όπου φτάνει τις 50 έδρες. Το πραγματικό όριο της αυτοδυναμίας δεν είναι σταθερό, επειδή εξαρτάται και από το ποσοστό των κομμάτων που θα μείνουν κάτω από το 3%. Ενδεικτικά, αν χρησιμοποιηθεί ως βάση η εικόνα της δημοσκόπησης της GPO του Ιουλίου, όπου το ποσοστό των κομμάτων εκτός Βουλής υπολογιζόταν στο 10,3%, το πρώτο κόμμα θα χρειαζόταν περίπου 37,5% για να φτάσει τις 151 έδρες. Στο ίδιο υποθετικό μοντέλο, μια ΝΔ στο 29,3% θα περιοριζόταν στις 117 έδρες. Οι εκλογές, φυσικά, απέχουν ακόμη μήνες και οι συσχετισμοί μπορούν να μεταβληθούν σημαντικά. Η αριθμητική όμως δείχνει γιατί η συζήτηση για την επομένη της κάλπης δεν είναι πλέον θεωρητική.

Εκλογική νύχτα: Όλοι θα κοιτούν τις έδρες

Αν το πρώτο κόμμα βρεθεί κάτω από τις 151 έδρες, το πολιτικό παιχνίδι αλλάζει αμέσως. Το βράδυ των εκλογών δεν θα έχει σημασία μόνο πόση είναι η διαφορά μεταξύ πρώτου και δεύτερου κόμματος. Θα μετρηθούν οι δυνητικές κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες. Ποιος μπορεί να προσθέσει τις έδρες του σε ποιον; Ποιος έχει προεκλογικά αποκλείσει ποιον; Και, κυρίως, ποιο κόμμα είναι διατεθειμένο να πληρώσει το πολιτικό κόστος μιας συνεργασίας που μέχρι την προηγουμένη απέρριπτε; Για τη ΝΔ, το προφανές αριθμητικά σενάριο θα ήταν μία συνεργασία προς τον χώρο του Κέντρου. Πολιτικά, όμως, αυτό παραπέμπει πρωτίστως στο ΠΑΣΟΚ, το οποίο έχει επανειλημμένα επενδύσει στην πολιτική αυτονομία του και στην προσπάθεια να αποτελέσει αντίπαλο κυβερνητικό πόλο.

Και εκεί βρίσκεται το πρώτο μεγάλο μετεκλογικό δίλημμα, μπορεί το ΠΑΣΟΚ να αρνηθεί μια συνεργασία αν από αυτή εξαρτάται η αποφυγή νέων εκλογών; Και μπορεί να την αποδεχθεί χωρίς να κινδυνεύσει να χάσει τον διακριτό πολιτικό του ρόλο;

Το σενάριο Σαμαρά περιπλέκει ακόμη περισσότερο την εξίσωση

Υπάρχει ταυτόχρονα και μία δεύτερη παράμετρος που μπορεί να αποδειχθεί κρίσιμη: η παρουσία ενός κόμματος του Αντώνη Σαμαρά. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ήταν σήμερα κατηγορηματικός, δηλώνοντας ότι, με βάση τις σημερινές πολιτικές θέσεις του πρώην πρωθυπουργού, δεν βλέπει περιθώριο συνεννόησης μαζί του. Εάν όμως ένας νέος σχηματισμός στα δεξιά της ΝΔ μπει στη Βουλή, μπορεί να αφαιρέσει από τη Νέα Δημοκρατία ακριβώς εκείνες τις μονάδες που απαιτούνται για την αυτοδυναμία.

Δημιουργείται έτσι ένα πολιτικό παράδοξο, ένας χώρος με κοινές καταβολές μπορεί να καταστεί αριθμητικά απαραίτητος, ενώ πολιτικά η συνεργασία του με τη ΝΔ εμφανίζεται σήμερα σχεδόν αδύνατη.

Τι προβλέπει το Σύνταγμα

Εάν δεν υπάρχει αυτοδυναμία, ενεργοποιείται το άρθρο 37 του Συντάγματος. Η διερευνητική εντολή δίνεται αρχικά στον αρχηγό του πρώτου σε κοινοβουλευτική δύναμη κόμματος. Αν δεν μπορέσει να σχηματίσει κυβέρνηση που να έχει την εμπιστοσύνη της Βουλής, η εντολή περνά στον αρχηγό του δεύτερου και κατόπιν του τρίτου κόμματος. Κάθε διερευνητική εντολή μπορεί να διαρκέσει έως τρεις ημέρες. Επομένως, θεωρητικά μπορεί να ακολουθήσει ένα πυκνό πολιτικό δεκαήμερο με συναντήσεις, διαπραγματεύσεις, δημόσια τελεσίγραφα και παρασκηνιακές επαφές. Και εκεί μπορεί να αρχίσει η πραγματική μάχη ευθυνών, «Ποιος εμποδίζει τον σχηματισμό κυβέρνησης;»

Και αν αποτύχουν όλοι;

Αν εξαντληθούν οι διερευνητικές εντολές χωρίς αποτέλεσμα, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας καλεί τους πολιτικούς αρχηγούς και επιχειρεί να διαπιστώσει εάν υπάρχει δυνατότητα σχηματισμού κυβέρνησης που να απολαμβάνει την εμπιστοσύνη της Βουλής. Εάν και αυτή η προσπάθεια αποτύχει, ακολουθεί προσπάθεια σχηματισμού κυβέρνησης από όλα τα κόμματα με αποκλειστικό σκοπό τη διενέργεια εκλογών. Αν ούτε αυτό καταστεί δυνατό, σχηματίζεται υπηρεσιακή κυβέρνηση και η χώρα οδηγείται εκ νέου στις κάλπες.

Άρα οι δεύτερες εκλογές δεν αποτελούν πολιτικό σύνθημα. Είναι ένα απολύτως υπαρκτό θεσμικό ενδεχόμενο.

Το πιο δύσκολο σενάριο: Δεύτερες εκλογές χωρίς διαφορετικό αποτέλεσμα

Εδώ βρίσκεται ίσως ο μεγαλύτερος φόβος των κομματικών επιτελείων. Μια δεύτερη κάλπη έχει νόημα πολιτικά μόνο εάν αλλάξει τους συσχετισμούς. Τι συμβαίνει όμως εάν η δεύτερη κάλπη παράγει περίπου το ίδιο αποτέλεσμα με την πρώτη; Τότε το δίλημμα μετατρέπεται από «αυτοδυναμία ή συνεργασία» σε «συνεργασία ή παρατεταμένη ακυβερνησία». Και οι πιέσεις προς τα κόμματα θα είναι εντελώς διαφορετικές.

Το ΠΑΣΟΚ μπορεί να κρατά το κλειδί

Με τα σημερινά δεδομένα, το κόμμα που πιθανότατα θα βρεθεί στο επίκεντρο μιας τέτοιας συζήτησης είναι το ΠΑΣΟΚ. Όχι απαραίτητα επειδή θα έχει τη δύναμη να καθορίσει μόνο του τις εξελίξεις, αλλά επειδή μπορεί να διαθέτει τις έδρες που λείπουν για τη δημιουργία μιας πλειοψηφίας. Η Χαριλάου Τρικούπη γνωρίζει όμως ότι μια τέτοια επιλογή θα έχει βαρύ πολιτικό τίμημα. Συνεργασία με τη ΝΔ θα μπορούσε να προκαλέσει φυγόκεντρες τάσεις προς την Κεντροαριστερά. Απόλυτη άρνηση συνεργασίας, από την άλλη, μπορεί να της χρεώσει την ευθύνη για επαναλαμβανόμενες εκλογές. Γι’ αυτό και το πραγματικό ερώτημα ενδεχομένως δεν θα είναι μόνο «ΝΔ ή ΠΑΣΟΚ;», αλλά και, «Μητσοτάκης ή άλλος πρωθυπουργός;»

Μία κυβέρνηση συνεργασίας θα μπορούσε θεωρητικά να ανοίξει ακόμη και τη συζήτηση για πρόσωπο κοινής αποδοχής στην πρωθυπουργία, εφόσον αυτό αποτελούσε τον μόνο τρόπο εξεύρεσης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Σήμερα όλα τα μεγάλα κόμματα θα απέρριπταν δημοσίως ένα τέτοιο σενάριο. Το βράδυ όμως μιας κάλπης χωρίς κυβέρνηση, οι πολιτικές βεβαιότητες μπορεί να έχουν πολύ μικρότερη διάρκεια.

Το πραγματικό δίλημμα του Μητσοτάκη

Γι’ αυτό και η επιμονή του Κυριάκου Μητσοτάκη στην αυτοδυναμία δεν αποτελεί απλώς έναν εκλογικό στόχο. Είναι στρατηγική. Ο πρωθυπουργός επιδιώκει να πείσει τους ψηφοφόρους ότι η κατακερματισμένη ψήφος μπορεί να οδηγήσει σε κυβερνητική αστάθεια και ότι η ΝΔ αποτελεί τον μόνο δρόμο για κυβέρνηση την επόμενη ημέρα. Όσο όμως τα κόμματα πολλαπλασιάζονται και το πολιτικό σύστημα κατακερματίζεται, τόσο το επιχείρημα της αυτοδυναμίας θα δοκιμάζεται απέναντι στην αριθμητική. Και κάπως έτσι, το ερώτημα που σήμερα κανείς δεν θέλει να απαντήσει μπορεί να γίνει το κυρίαρχο ερώτημα της προεκλογικής περιόδου, τι θα γίνει αν το βράδυ των εκλογών έχουμε νικητή αλλά δεν έχουμε κυβέρνηση;

Share This Article