
Το συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας έκλεισε με ένα βασικό πολιτικό κέρδος σύμφωνα με όσα συζητούσαν «γαλάζια» στελέχη. Έβαλε ξανά το κόμμα σε τροχιά εσωτερικής κινητοποίησης, έδωσε εκλογικό ορίζοντα προς το 2027 και άνοιξε τη συζήτηση για την επόμενη φάση της κυβερνητικής πορείας ενώ σε μεγάλο βαθμό λειτούργησε και ως βαλβίδα εκτόνωσης διαφωνιών και έντασης που είχε συσσωρευτεί το περασμένο χρονικό διάστημα.
Η βασική επιδίωξη της ΝΔ ήταν να μετατρέψει το συνέδριο σε αφετηρία συσπείρωσης, οργανωτικής κινητοποίησης και πολιτικής ανασύνταξης. Η ηγεσία του κόμματος έδωσε έμφαση στη σταθερότητα, στη συνέχεια του κυβερνητικού έργου και στην ανάγκη να παρουσιαστεί ένα συνεκτικό σχέδιο για την επόμενη περίοδο.
Στην καταληκτική του ομιλία, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έθεσε τον πολιτικό ορίζοντα της επόμενης αναμέτρησης, συνδέοντας τη νέα κυβερνητική εντολή με την προοπτική της Ελλάδας του 2030. Η τοποθέτηση του πρωθυπουργού είχε χαρακτήρα απολογισμού, αλλά και προετοιμασίας για την επόμενη πολιτική φάση της ΝΔ.
Η κεντρική γραμμή που αναδείχθηκε ήταν η ανάγκη συνέχειας, σταθερότητας και οργανωμένης πολιτικής παρουσίας. Με αυτόν τον τρόπο, το συνέδριο έδωσε στο κόμμα έναν καθαρό άξονα για την επόμενη περίοδο. Η ΝΔ επιχειρεί να εμφανιστεί ως δύναμη διακυβέρνησης με σχέδιο τετραετίας και με στόχο να επανασυνδέσει το κυβερνητικό της έργο με την κομματική της βάση.
Τι κέρδισε η ΝΔ
Η ΝΔ βγήκε από το συνέδριο με βασικά πολιτικά κέρδη. Επανέφερε την κομματική συσπείρωση, έθεσε τον ορίζοντα της επόμενης αναμέτρησης και έδωσε θεσμικό χώρο στην εσωτερική συζήτηση. Το συνέδριο ανέδειξε και τις απαιτήσεις της επόμενης περιόδου. Περισσότερη επαφή με την κοινωνία, πιο συγκροτημένο αφήγημα και μετατροπή των προβληματισμών σε πολιτική πράξη.
Το πρώτο κέρδος ήταν η αποσαφήνιση της πολιτικής κατεύθυνσης. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έθεσε τον στόχο της τρίτης κυβερνητικής θητείας και συνέδεσε την επόμενη εκλογική αναμέτρηση με τη σταθερότητα, τη συνέχεια και τον σχεδιασμό για την Ελλάδα του 2030. Με αυτόν τον τρόπο, η ΝΔ απέκτησε ξανά έναν κεντρικό άξονα γύρω από τον οποίο μπορεί να οργανώσει το πολιτικό της μήνυμα. Παράλληλα έκλεισε οριστικά και οποιαδήποτε συζήτηση για προσφυγή στις κάλπες πριν το 2027.
Το δεύτερο κέρδος ήταν η κομματική ενεργοποίηση. Το συνέδριο έδωσε εικόνα παρουσίας, συμμετοχής και οργανωτικής λειτουργίας. Σε μια περίοδο όπου τα κόμματα συχνά μοιάζουν απομακρυσμένα από τη βάση τους, η φυσική παρουσία στελεχών, μελών και συνέδρων είχε πολιτική αξία. Σύμφωνα με όσα συζητούσαν στελέχη στο περιθώριο του Συνεδρίου, φάνηκε ότι η ΝΔ εξακολουθεί να διαθέτει ζωντανό οργανισμό, με δομές, εσωτερική κινητικότητα και δυνατότητα ανασύνταξης.
Το τρίτο κέρδος ήταν ίσως το πιο ουσιαστικό. Στο συνέδριο εκφράστηκαν προβληματισμοί, επισημάνθηκαν κίνδυνοι και ακούστηκαν διαφορετικές αποχρώσεις για την πορεία της παράταξης. Αυτό δεν κρίνεται ως δείγμα εσωστρέφειας αλλά αντιθέτως ως θετικό. «Οι διαφωνίες σε ένα μεγάλο κυβερνητικό κόμμα πρέπει να διατυπώνονται μέσα στα θεσμικά του όργανα, μπροστά στα μέλη και στα στελέχη του. Στο συνέδριο, στη βάση, στα όργανα, στις συλλογικές διαδικασίες. Όταν ο διάλογος γίνεται εκεί, αποκτά πολιτική νομιμοποίηση. Όταν μεταφέρεται σε διαρροές, υπαινιγμούς και αποσπασματικές δηλώσεις, παράγει θόρυβο χωρίς λύση» έλεγε «γαλάζιο» στέλεχος σχολιάζοντας τις απόψεις που ακούστηκαν κατά τη διάρκεια των ομιλιών.
Η ΝΔ κέρδισε από το συνέδριο κατεύθυνση, χρόνο, κομματική συσπείρωση και θεσμική εκτόνωση εσωτερικών προβληματισμών. Κέρδισε επίσης την ευκαιρία να μετατρέψει τις επισημάνσεις που ακούστηκαν σε πολιτικές διορθώσεις.
Το στοίχημα της επόμενης ημέρας
Η επόμενη ημέρα για τη ΝΔ δεν εξαντλείται στην εικόνα του συνεδρίου. Το κρίσιμο ζήτημα είναι η μετάφραση της συσπείρωσης σε πολιτική δυναμική. Το κόμμα καλείται να μετατρέψει το σύνθημα για την Ελλάδα του 2030 σε συγκεκριμένο σχέδιο, με απαντήσεις για την καθημερινότητα, την οικονομία, το κράτος, την ασφάλεια, την περιφέρεια και τη σχέση των πολιτών με την εξουσία. Στην ίδια κατεύθυνση ένα από τα ζητούμενα για την επόμενη περίοδο είναι να σταματήσει και η εσωστρέφεια που είχε προκληθεί το τελευταίο διάστημα και κορυφώθηκε τις ημέρες μεταξύ της συνεδρίασης της Κοινοβουλευτικής Ομάδας και του Συνεδρίου.

