Οι εικόνες από τη Γαλλία είναι αναμφισβήτητα σοκαριστικές. Καμένα αυτοκίνητα, λεηλατημένα καταστήματα, επιθέσεις σε δημόσια κτίρια, σφοδρές συγκρούσεις με την αστυνομία. Μια ευρωπαϊκή δύναμη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια βαθιά κοινωνική και πολιτική κρίση, η οποία δεν μπορεί να υποτιμηθεί ούτε να εξωραϊστεί.
Υπάρχει, όμως, μια κρίσιμη διαφορά ανάμεσα στην περιγραφή των επεισοδίων και στην ερμηνεία των αιτίων τους. Και αυτή η διαφορά κινδυνεύει να εξαφανιστεί μέσα στην πολιτική αντιπαράθεση.
Από τη μία πλευρά, διαμορφώνεται το αφήγημα ότι η Γαλλία παραδίδεται σε οργανωμένες ομάδες ακροαριστερών και βίαιων ταραχοποιών, με ορισμένους να αποδίδουν πρωταγωνιστικό ρόλο στους μετανάστες. Από την άλλη, παρουσιάζεται μια κοινωνία που εξεγείρεται για την ακρίβεια, τις ανισότητες, την υποβάθμιση της εκπαίδευσης και την αδυναμία του πολιτικού συστήματος να ανταποκριθεί στις ανάγκες της.
Και οι δύο αναγνώσεις γίνονται παραπλανητικές όταν επιχειρούν να εξηγήσουν ολόκληρη τη γαλλική πραγματικότητα με μία μόνο εικόνα.
Τα στοιχεία επιβεβαιώνουν ότι στις κινητοποιήσεις της 17ης Οκτωβρίου συμμετείχαν εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες, στη μεγάλη πλειονότητά τους ειρηνικά, ενώ παράλληλα σημειώθηκαν εκτεταμένες και πραγματικές πράξεις βίας. Το ένα γεγονός δεν αναιρεί το άλλο.
Η εξέγερση δεν ξεκίνησε από τους κουκουλοφόρους
Για να καταλάβει κανείς τι συμβαίνει στη Γαλλία, πρέπει να επιστρέψει στην αφετηρία των κινητοποιήσεων, στα τέλη Σεπτεμβρίου.
Μαθητές άρχισαν να διαμαρτύρονται για τις ελλείψεις εκπαιδευτικών, τις προβληματικές σχολικές εγκαταστάσεις, τις υπερφορτωμένες τάξεις και ένα εκπαιδευτικό σύστημα που, ιδιαίτερα στις φτωχότερες περιοχές, αδυνατεί να ανταποκριθεί στις ανάγκες τους.
Συναγερμός στην Ευρώπη για τη Γαλλία: Εννέα χώρες προειδοποιούν τους πολίτες τους – «Μακριά από διαδηλώσεις και μεγάλα πλήθη»newpost.grΣταδιακά, το κίνημα διευρύνθηκε. Εργατικά συνδικάτα, φοιτητές, εργαζόμενοι και οργανώσεις που συνδέονται με τα «Κίτρινα Γιλέκα» πρόσθεσαν στις διεκδικήσεις την ακρίβεια, το ενεργειακό κόστος, την υποβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών και την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.
Στις 17 Οκτωβρίου, η γαλλική αστυνομία υπολόγισε τους διαδηλωτές σε περίπου 550.000, ενώ οι διοργανωτές ανέβασαν τον αριθμό στις 800.000. Οι διαδηλώσεις στη μεγάλη πλειονότητά τους ήταν ειρηνικές, αλλά συνοδεύτηκαν από σοβαρά επεισόδια και καταστροφές. Επομένως, δεν πρόκειται για ένα κίνημα που γεννήθηκε χωρίς κοινωνικά αιτήματα, ούτε μπορεί να αποδοθεί συλλήβδην σε επαγγελματίες ταραξίες.
Οργανωμένη ακροαριστερή βία: Υπάρχουν στοιχεία, αλλά τι αποδεικνύουν;
Η άλλη πλευρά της πραγματικότητας είναι εξίσου σημαντική. Η γαλλική κυβέρνηση, ο πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν και ο υπουργός Εσωτερικών Λοράν Νουνιές αποδίδουν σημαντικό μέρος των επεισοδίων σε οργανωμένες ομάδες της άκρας Αριστεράς, στις οποίες προστέθηκαν άτομα που εκμεταλλεύτηκαν τις ταραχές για λεηλασίες.
Πρόκειται για σοβαρούς ισχυρισμούς, που δεν είναι δυνατόν να απορριφθούν ως απλή κυβερνητική προπαγάνδα. Μάλιστα, έρευνα της Le Monde αποκάλυψε υπηρεσιακή έκθεση της αστυνομικής υπηρεσίας πληροφοριών του Παρισιού, η οποία εντόπιζε παρουσία συνδικαλιστών, πολιτικών ακτιβιστών και στελεχών της Αριστεράς σε σχολικές κινητοποιήσεις.
Η Ευρώπη δεν βγάζει τον μήνα: Ακρίβεια, μισθοί και ενοίκια σπρώχνουν τους πολίτες στους δρόμους – Στο ίδιο αδιέξοδο και η Ελλάδαnewpost.grΥπάρχει, όμως, μια αποκαλυπτική λεπτομέρεια, από 27 κινητοποιήσεις που εξέτασαν οι υπηρεσίες σε συγκεκριμένη περιοχή, καταγράφηκε τέτοια εξωτερική παρουσία σε έξι. Η εφημερίδα επισήμανε ότι τα στοιχεία υποστηρίζουν περισσότερο την προσπάθεια πολιτικής αξιοποίησης ενός ήδη αναπτυσσόμενου κινήματος παρά την ύπαρξη κεντρικού σχεδίου που εξηγεί όλες τις διαδηλώσεις.
Εδώ βρίσκεται η ουσιαστική διάκριση, άλλο η συμμετοχή οργανωμένων πολιτικών ομάδων σε μια κινητοποίηση και άλλο η απόδειξη ότι αυτές δημιούργησαν, ελέγχουν ή κατευθύνουν ολόκληρο το κοινωνικό κίνημα.
Αντίστοιχα, οι επιθέσεις σε αστυνομικούς, οι εμπρησμοί και οι λεηλασίες δεν συνιστούν κοινωνική διεκδίκηση. Συνιστούν βία και ποινικά αδικήματα, ανεξάρτητα από την ιδεολογία εκείνων που τα διαπράττουν. Αλλά δεν μπορεί η δράση των βίαιων ομάδων να ακυρώνει τις διεκδικήσεις εκατοντάδων χιλιάδων πολιτών.
Οι μετανάστες και το ακροδεξιό αφήγημα
Εδώ η συζήτηση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη πολιτική φόρτιση. Ο Ντόναλντ Τραμπ απέδωσε δημοσίως την καταστροφή στη μετανάστευση, ενώ στην Ελλάδα ο Άδωνις Γεωργιάδης υποστήριξε ότι μια σύμπραξη μεταναστών διαφορετικών γενεών και ακροαριστερών καταστρέφει τη Γαλλία. Η εξήγηση αυτή συνδέεται με το ευρύτερο αφήγημα της ευρωπαϊκής Ακροδεξιάς, σύμφωνα με το οποίο η κοινωνική αποσταθεροποίηση αποτελεί κυρίως αποτέλεσμα της μετανάστευσης και της αποτυχίας της ενσωμάτωσης.
Το ζήτημα της ενσωμάτωσης είναι υπαρκτό και μπορεί να συζητηθεί σοβαρά. Σε ορισμένες γαλλικές συνοικίες υπάρχουν επίμονα προβλήματα φτώχειας, κοινωνικού αποκλεισμού, διακρίσεων και εντάσεων με την αστυνομία. Θα ήταν λάθος να αγνοηθούν.
Όμως, μέχρι σήμερα δεν υπάρχουν δημοσιοποιημένα επαρκή στοιχεία που να τεκμηριώνουν ότι οι μετανάστες αποτελούν τον κύριο όγκο των δραστών των συγκεκριμένων επεισοδίων. Το Associated Press επισημαίνει ότι οι γαλλικές αστυνομικές αρχές δεν απέδωσαν τη βία συλλογικά στους μετανάστες.
Επιπλέον, άλλο ο μετανάστης, άλλο ο Γάλλος πολίτης μεταναστευτικής καταγωγής και άλλο ο αποδεδειγμένα εμπλεκόμενος σε βίαια επεισόδια. Η γενίκευση αυτών των κατηγοριών δεν προσφέρει εξήγηση. Προσφέρει έναν εύκολο ένοχο.
Από την άλλη, η ύπαρξη κοινωνικών ανισοτήτων δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως δικαιολογία για εγκληματική συμπεριφορά. Η φτώχεια μπορεί να εξηγεί μέρος της οργής, αλλά δεν δικαιολογεί την καταστροφή ενός καταστήματος ή την επίθεση σε έναν εργαζόμενο.
Και η αστυνομική βία; Μια άλλη πραγματικότητα που δεν μπορεί να αποσιωπηθεί
Στη Γαλλία δεν υπάρχουν μόνο τραυματίες αστυνομικοί και κατεστραμμένες περιουσίες. Υπάρχουν και σοβαρές καταγγελίες για υπέρμετρη αστυνομική βία κατά ανήλικων διαδηλωτών. Η Διεθνής Αμνηστία έχει καταγράψει, μεταξύ άλλων, την περίπτωση 15χρονου που έχασε το χέρι του από αστυνομική χειροβομβίδα, ενώ άνοιξε σχετική έρευνα από την αρμόδια υπηρεσία ελέγχου της αστυνομίας.
Η προστασία της δημόσιας τάξης είναι υποχρέωση ενός δημοκρατικού κράτους. Η άσκηση, όμως, της αστυνομικής εξουσίας υπόκειται στους κανόνες της αναγκαιότητας, της αναλογικότητας και της λογοδοσίας. Το κράτος οφείλει να προστατεύει τον καταστηματάρχη από τον εμπρηστή και τον ειρηνικό μαθητή από την αυθαίρετη βία. Άλλωστε, ακόμη και ο Μακρόν αναγνώρισε στο διάγγελμά του ότι οι πολίτες με νόμιμα αιτήματα δεν πρέπει να συγχέονται με όσους προχωρούν σε λεηλασίες και καταστροφές.
Η ελληνική πολιτική σύγκρουση: Σταθερότητα ή κοινωνική δυσαρέσκεια;
Στην Ελλάδα, οι εικόνες της Γαλλίας μεταφέρθηκαν σχεδόν αμέσως στο πεδίο της εσωτερικής αντιπαράθεσης. Ο Παύλος Μαρινάκης δήλωσε ότι η χώρα δεν βρίσκεται στην κατάσταση της Γαλλίας και υποστήριξε πως ορισμένοι στην αντιπολίτευση επενδύουν στο χάος. Ανάλογες προειδοποιήσεις διατύπωσαν ο Άδωνις Γεωργιάδης και ο Κωνσταντίνος Κυρανάκης.
Αντιθέτως, ο Αλέξης Τσίπρας, ο ΣΥΡΙΖΑ και το ΚΚΕ έδωσαν έμφαση στις κοινωνικές διεκδικήσεις και στις ανισότητες.
Το ΠΑΣΟΚ, μέσω του εκπροσώπου του Κώστα Τσουκαλά, διατύπωσε μια θέση που επιχειρεί να συνδυάσει τις δύο διαστάσεις, αναγνώρισε τα κοινωνικά αίτια των κινητοποιήσεων, καταδίκασε τις πράξεις βίας και ζήτησε να μη δυσφημίζεται η μαζική διαμαρτυρία εξαιτίας των ακραίων στοιχείων. 
Η κυβέρνηση έχει ένα σοβαρό επιχείρημα όταν επισημαίνει ότι η πολιτική αστάθεια, η εκτεταμένη βία και η καταστροφή υποδομών προκαλούν οικονομικό και κοινωνικό κόστος.
Η σταθερότητα είναι προϋπόθεση ανάπτυξης, επενδύσεων και λειτουργίας των θεσμών. Δεν είναι ένα ασήμαντο επικοινωνιακό σύνθημα.
Υπάρχει, ωστόσο, μια θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα στη σταθερότητα ως δημόσιο αγαθό και στη σταθερότητα ως πολιτικό επιχείρημα αποτροπής κάθε αμφισβήτησης.
Αν κάθε κοινωνική κινητοποίηση αντιμετωπίζεται ως πιθανή απειλή αποσταθεροποίησης, τότε η συζήτηση μεταφέρεται από τα αίτια της δυσαρέσκειας στον φόβο των συνεπειών της. Αντιστοίχως, η αντιπολίτευση δικαιούται να αναδεικνύει τις κοινωνικές αιτίες των κινητοποιήσεων, αλλά οφείλει να καταδικάζει χωρίς αστερίσκους τη βία και να μην προσφέρει πολιτική κάλυψη σε όσους τη χρησιμοποιούν.
Μπορεί πραγματικά να έρθει η «Γαλλία» στην Ελλάδα;
Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία που να επιτρέπουν την πρόβλεψη ότι η Ελλάδα θα αντιμετωπίσει ανάλογη έκρηξη βίας. Η Γαλλία έχει διαφορετική παράδοση μαζικών συγκρούσεων, διαφορετικές κοινωνικές δομές και μια ιδιαίτερα φορτισμένη πολιτική συγκυρία ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2027.
Ωστόσο, οι αιτίες της κοινωνικής δυσαρέσκειας παρουσιάζουν ορισμένες αναλογίες. Η στεγαστική κρίση, η πίεση στην αγοραστική δύναμη και τα προβλήματα στη δημόσια εκπαίδευση δεν είναι αποκλειστικά γαλλικά φαινόμενα.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat για το 2025, στην Ελλάδα το 26,4% του πληθυσμού ζούσε σε νοικοκυριά όπου το κόστος στέγασης υπερέβαινε το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος. Ο αντίστοιχος ευρωπαϊκός μέσος όρος ήταν 7,7%.
Και υπάρχει μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συγκυρία: την Τετάρτη 21 Οκτωβρίου έχουν προγραμματιστεί στην Ελλάδα κινητοποιήσεις μαθητών, φοιτητών και εκπαιδευτικών, με αιτήματα που αφορούν τα εκπαιδευτικά κενά, τις σχολικές υποδομές, τους μισθούς και το κόστος διαβίωσης.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα βαδίζει προς γαλλικού τύπου επεισόδια. Σημαίνει, όμως, ότι και εδώ υπάρχουν πραγματικά κοινωνικά ζητήματα που απαιτούν συγκεκριμένες απαντήσεις.
Το μεγαλύτερο πολιτικό λάθος θα ήταν να δούμε μόνο τις φωτιές
Η γαλλική κρίση αποκαλύπτει τελικά ένα βαθύτερο πρόβλημα της ευρωπαϊκής δημοκρατίας, τη δυσκολία των πολιτικών συστημάτων να εκπροσωπήσουν αποτελεσματικά κοινωνίες που αισθάνονται ότι χάνουν εισόδημα, ασφάλεια και προοπτική.
Η Ακροδεξιά επιχειρεί να μετατρέψει αυτήν την ανασφάλεια σε ζήτημα ταυτότητας, μετανάστευσης και δημόσιας τάξης. Η ριζοσπαστική Αριστερά αναδεικνύει την κοινωνική σύγκρουση, συχνά όμως δυσκολεύεται να διαχωρίσει την πολιτική ρήξη από τη βίαιη αποσταθεροποίηση. Και οι κυβερνήσεις κινδυνεύουν να εγκλωβιστούν σε μια αμυντική διαχείριση της κρίσης, επικαλούμενες διαρκώς την ανάγκη σταθερότητας.
Όμως, η πραγματική πολιτική σταθερότητα δεν εξασφαλίζεται μόνο με αστυνομικές δυνάμεις, αυστηρότερες ποινές και προειδοποιήσεις για το χάος.
Εξασφαλίζεται και με την εμπιστοσύνη των πολιτών ότι το κράτος λειτουργεί δίκαια, ότι οι θυσίες κατανέμονται αναλογικά και ότι υπάρχει μια αξιόπιστη προοπτική βελτίωσης της ζωής τους. Η Ελλάδα δεν είναι Γαλλία. Αλλά ούτε η κοινωνική ειρήνη είναι μια κατάσταση που μπορεί οποιαδήποτε κυβέρνηση να θεωρεί δεδομένη.
Και αυτό είναι ίσως το ουσιαστικότερο δίδαγμα των γαλλικών κινητοποιήσεων: δεν χρειάζεται να δικαιολογεί κανείς τους εμπρηστές για να αναγνωρίζει την κοινωνική οργή. Ούτε να υποβαθμίζει την κοινωνική οργή για να καταδικάζει τους εμπρηστές. Το πραγματικό ερώτημα για την Ελλάδα, επομένως, δεν είναι μόνο αν μπορεί να επαναληφθούν οι εικόνες του Παρισιού στην Αθήνα.
Είναι αν το πολιτικό σύστημα μπορεί να αντιμετωπίσει εγκαίρως όσα δημιουργούν την κοινωνική δυσαρέσκεια, πριν αυτή μετατραπεί σε βαθύτερη κρίση εμπιστοσύνης. Γιατί η δημοκρατική σταθερότητα δεν δοκιμάζεται μόνο όταν οι πολίτες βγαίνουν στους δρόμους. Δοκιμάζεται, κυρίως, όταν αισθάνονται ότι κανείς δεν τους ακούει.


