Το άδοξο τέλος της διπλωματικής καριέρας της Κίμπερλι Γκιλφόιλ αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο η πρεσβεία των ΗΠΑ στην Αθήνα να μείνει χωρίς πρεσβευτή για το επόμενο διάστημα -και ενδεχομένως ακόμη και για το υπόλοιπο της προεδρικής θητείας του Ντόναλντ Τραμπ. Δύο χρόνια μετά την επιστροφή του Τραμπ στον Λευκό Οίκο, σχεδόν οι μισές πρεσβευτικές θέσεις παγκοσμίως παραμένουν κενές.
Χωρίς πρεσβευτή λειτουργούν οι 92 από τις 196 αμερικανικές πρεσβείες ανά την υφήλιο, στις οποίες διοίκηση ασκεί επιτετραμμένος. Πρόκειται κυρίως για διπλωματικές αποστολές σε κράτη της Αφρικής, της Λατινικής Αμερικής και του ασιατικού αρχιπελάγους. Ανάμεσά τους βρίσκονται όμως και πρεσβείες σε κράτη «πρώτης γραμμής», στα οποία οι ΗΠΑ διατηρούν στενά συμφέροντα, όπως η Γερμανία, η Σαουδική Αραβία, η Αίγυπτος, η Ρωσία και η Ουκρανία.
Πρόκειται για μια πρωτοφανή στα αμερικανικά διπλωματικά χρονικά κατάσταση, την οποία προκάλεσε η απέχθεια του Ντόναλντ Τραμπ για διπλωμάτες καριέρας και η προτίμησή του σε πρόσωπα που ανήκουν είτε στον στενό πυρήνα των MAGA, είτε στο φιλικό και συγγενικό περιβάλλον του.
Για παράδειγμα, πρεσβευτής των ΗΠΑ στη Γαλλία διορίστηκε ο Τσαρλς Κούσνερ, ο πατέρας του γαμπρού του, στην Άγκυρα ο προσωπικός φίλος του Τραμπ, Τομ Μπάρακ, ενώ και η Κίμπερλι Γκιλφόιλ δεν διέθετε καμία πολιτική εμπειρία, αλλά είχε ενεργό ρόλο στις εκλογικές καμπάνιες του Αμερικανού προέδρου και είναι πρώην σύντροφος του γιου του, Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ.
Σύμφωνα με ανάλυση της Washington Post, το 90% των προσώπων που ο Αμερικανός πρόεδρος έχει προτείνει για θέσεις πρεσβευτών ήταν υποστηρικτές του και δωρητές του κινήματος MAGA και όχι διπλωμάτες. Τα στοιχεία του περασμένου Ιουλίου, δείχνουν ότι μόλις 25 πρεσβευτές ανήκαν στο διπλωματικό σώμα, ενώ κατά την πρώτη θητεία του Τραμπ, ο αριθμός ανερχόταν σε 91.
«Όλοι οι πρεσβευτές είναι εξαιρετικά καλά καταρτισμένοι και έχουν διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην προώθηση της ατζέντας “Η Αμερική Πρώτα”», ήταν το σχόλιο του Λευκού Οίκου στις οχλήσεις της αμερικανικής εφημερίδας.
Οι κενές καρέκλες οφείλονται εν πολλοίς στην επιμονή του Τραμπ να μοιράζει σε δωρητές του οφίτσια ή ακόμη και να προτείνει πρόσωπα που βρίσκονται υπό τον προσωπικό του έλεγχο για νευραλγικές διπλωματικές θέσεις. Η διαδικασία έγκρισης των υποψηφίων από τη Γερουσία καρκινοβατεί (η Γκιλφόιλ έφτασε στην Αθήνα μήνες μετά την ανακοίνωση του διορισμού της), και το ενδεχόμενο οι Ρεπουμπλικάνοι να χάσουν τον έλεγχο της Βουλής στις ενδιάμεσες εκλογές του επόμενου μήνα απειλεί να παγώσει οριστικά την τοποθέτηση νέων πρεσβευτών.
Υπό οποιονδήποτε άλλον πρόεδρο θα ήταν αδιανόητο σε μια τόσο κρίσιμη συγκυρία, με την ομίχλη του πολέμου να καλύπτει τη Μέση Ανατολή και σημαντικά ενεργειακά πρότζεκτ να «τρέχουν», να χηρέψει η θέση του επικεφαλής της πρεσβείας στην Αθήνα. Όχι, όμως, υπό τον Ντόναλντ Τραμπ.
Το «ευτύχημα» είναι ότι προσωρινός (;) αντικαταστάτης της Κίμπερλι Γκιλφόιλ θα είναι ένας πολύπειρος διπλωμάτης καριέρας, ο επιτετραμμένος, Τζόσουα Χακ, που έχει γνώση της ελληνικής πραγματικότητας. Το επόμενο διάστημα θα φανεί αν θα ισχύσει και για την αμερικανική πρεσβεία το αξίωμα, σύμφωνα με το οποίο «ουδέν μονιμότερο του προσωρινού».


