ΣΥΡΙΖΑ: Η μάχη της πολιτικής επιβίωσης μετά την εκλογή Δούρου – Αυτόνομη πορεία απέναντι στον Τσίπρα – Τα στοιχήματα, οι κόκκινες γραμμές και ο κίνδυνος της… εξαφάνισης

Newsroom
15 Min Read

ΣΥΡΙΖΑ

Ο ΣΥΡΙΖΑ επιχειρεί να ανοίξει μια νέα σελίδα, όχι όμως από θέση πολιτικής άνεσης αλλά μέσα σε συνθήκες έκτακτης ανάγκης. Η εκλογή της Ρένας Δούρου στην προεδρία της Κοινοβουλευτικής Ομάδας, η ανάδειξη του Νίκου Παππά στη θέση του γραμματέα της Κεντρικής Επιτροπής και η συγκρότηση Εκλογικής Επιτροπής αποτελούν την πρώτη οργανωμένη προσπάθεια να αποκτήσει ξανά κέντρο αποφάσεων ένα κόμμα που έχασε μεγάλο μέρος της κοινοβουλευτικής, στελεχιακής και εκλογικής του δύναμης.

Η Ρένα Δούρου εξελέγη με επτά ψήφους και ένα λευκό, σε μια Κοινοβουλευτική Ομάδα μόλις οκτώ βουλευτών. Ο Νίκος Παππάς ανέλαβε γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής, η Νατάσα Γκαρά αναπληρώτρια γραμματέας και ο Γιάννης Μπουλέκος γραμματέας Οργανωτικού. Παράλληλα συγκροτήθηκε εννεαμελής Εκλογική Επιτροπή, στην οποία συμμετέχουν, μεταξύ άλλων, οι Δούρου, Παππάς και Πολάκης, με κατανομή αρμοδιοτήτων για τον πολιτικό σχεδιασμό, την οργανωτική ανασυγκρότηση και την προετοιμασία των ψηφοδελτίων.

ΣΥΡΙΖΑ: Ο Νίκος Παππάς νέος γραμματέας, πρόεδρος η Δούρου, στον στρατηγικό σχεδιασμό ο Πολάκης – Συλλογική ηγεσία και άμεση προετοιμασία για τις εκλογές

Η νέα ηγετική διάταξη δεν συνιστά απλώς εσωκομματική διευθέτηση. Αποτελεί μηχανισμό πολιτικής επιβίωσης μέχρι τις επόμενες εθνικές εκλογές. Η Κουμουνδούρου εγκαταλείπει, τουλάχιστον προς το παρόν, το μοντέλο του ενός ισχυρού αρχηγού και επιλέγει μια μορφή συλλογικής ηγεσίας, με τη Δούρου στην Κοινοβουλευτική Ομάδα, τον Παππά στον κομματικό μηχανισμό και τον Πολάκη στον στρατηγικό σχεδιασμό. Πρόκειται για μια εύθραυστη ισορροπία μεταξύ διαφορετικών πολιτικών και προσωπικών αναφορών, η οποία θα κριθεί στην πράξη και όχι στις ομόφωνες αποφάσεις των πρώτων συνεδριάσεων.

Από την κρίση ηγεσίας στη μάχη για την ύπαρξη

Το πρώτο και αδιαπραγμάτευτο στοίχημα είναι η εκλογική παρουσία του ΣΥΡΙΖΑ και η υπέρβαση του ορίου του 3%. Μετά τις διαδοχικές αποχωρήσεις βουλευτών, στελεχών και μελών, το κόμμα δεν αντιμετωπίζει πλέον μόνο πρόβλημα πολιτικής επιρροής. Αντιμετωπίζει υπαρξιακό κίνδυνο.

Οι δημοσκοπήσεις των τελευταίων εβδομάδων αποτυπώνουν την έκταση της πίεσης. Σε έρευνα της Opinion Poll στις αρχές Ιουνίου, ο ΣΥΡΙΖΑ καταγραφόταν στο 1,4% στην πρόθεση ψήφου επί των εγκύρων, ενώ η ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα βρισκόταν στο 13%. Σε μεταγενέστερη μέτρηση της Pulse, η ΕΛΑΣ καταγραφόταν στη δεύτερη θέση με 15%, πίσω από τη Νέα Δημοκρατία, ενώ άλλες έρευνες εμφάνισαν το νέο κόμμα ακόμη υψηλότερα, έως και πάνω από το 20%. Οι αποκλίσεις μεταξύ των εταιρειών είναι μεγάλες, αλλά η γενική τάση είναι κοινή: ο Τσίπρας έχει απορροφήσει σημαντικό μέρος της εκλογικής δεξαμενής του παλιού ΣΥΡΙΖΑ, ενώ το κόμμα της Κουμουνδούρου κινείται γύρω ή κάτω από το όριο κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης.

Κρίσιμη Κεντρική Επιτροπή στον ΣΥΡΙΖΑ: «Οριακό σημείο» λέει η Δούρου – Αιχμές Παππά κατά Τσίπρα

Η αναφορά της Ρένας Δούρου ότι περίπου το 5% του εκλογικού σώματος εξακολουθεί να δηλώνει πρόθυμο να στηρίξει τον ΣΥΡΙΖΑ περιγράφει το αισιόδοξο σενάριο της νέας ηγεσίας. Για να μετατραπεί, όμως, αυτή η δυνητική βάση σε πραγματική ψήφο, το κόμμα πρέπει να σταματήσει την αποσυσπείρωση, να αποκαταστήσει στοιχειώδη αξιοπιστία και να πείσει ότι δεν αποτελεί απλώς το υπόλοιπο ενός κόμματος που ήδη μετακόμισε πολιτικά προς την ΕΛΑΣ.

Το πραγματικό δίλημμα: Αντιπαράθεση ή συνεργασία με τον Τσίπρα;

Το κεντρικό πολιτικό δίλημμα του ΣΥΡΙΖΑ συμπυκνώνεται σε ένα ερώτημα: μπορεί να επιβιώσει συνεργαζόμενος με τον Αλέξη Τσίπρα ή η επιβίωσή του προϋποθέτει σαφή και διακριτή αντιπαράθεση με το νέο κόμμα;

Η απάντηση που διαμορφώνεται στην Κουμουνδούρου είναι σύνθετη και εκ πρώτης όψεως αντιφατική. Ο ΣΥΡΙΖΑ δηλώνει ότι δεν ταυτίζεται με την ΕΛΑΣ, ότι δεν αποδέχεται τη λογική της ατομικής μετακίνησης στελεχών και ότι θα κατέλθει αυτόνομα στις εκλογές εφόσον δεν υπάρξει ισότιμο ενωτικό σχήμα. Ταυτόχρονα, αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο εκλογικής ή μετεκλογικής συμπόρευσης με την ΕΛΑΣ και με άλλες δυνάμεις της Αριστεράς και της Κεντροαριστεράς.

Η Ρένα Δούρου επιχείρησε να χαράξει αυτή τη διπλή γραμμή που είναι η πιο ρεαλιστική και θα μπορούσε να οδηγήσει στον στόχο πολιτικής επιβίωσης: ιδεολογική και οργανωτική αυτονομία, αλλά όχι στρατηγικό αποκλεισμό της συνεργασίας. Υποστήριξε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει κοινή ιδεολογία με την ΕΛΑΣ και δεν μπορεί να ταυτιστεί μαζί της, μπορεί όμως να συμπορευθεί, όπως μπορεί να συνεργαστεί και με άλλες προοδευτικές δυνάμεις. Ταυτόχρονα διακήρυξε ότι, εφόσον δεν επιτευχθεί ενωτικό ψηφοδέλτιο, ο ΣΥΡΙΖΑ θα κατέβει αυτόνομα στις εκλογές. Η επίσημη γραμμή, επομένως, δεν είναι ούτε πλήρης ρήξη ούτε άνευ όρων προσχώρηση. Είναι η επιδίωξη συνεργασίας χωρίς αυτοδιάλυση με διαχωριστικές γραμμές.

Κάποιοι θεωρούν ότι στην πράξη αυτή η ισορροπία είναι εξαιρετικά δύσκολο να διατηρηθεί. Όσο ο ΣΥΡΙΖΑ δηλώνει διαθέσιμος για συνεργασία με τον Τσίπρα, κινδυνεύει να ενισχύει το επιχείρημα ότι η «χρήσιμη ψήφος» απέναντι στη Νέα Δημοκρατία πρέπει να κατευθυνθεί απευθείας στην ΕΛΑΣ. Και όμως είναι η απάντηση στο πολιτικό πρόβλημα που αρχίζει να έχει το νέο κόμμα του Αλέξη Τσίπρα και θα γίνει χειρότερο όσο πλησιάζουμε στη εκλογές. Και αυτό είναι ότι, αν και στην αρχή υπήρχε δημοσκοπικός ενθουσιασμός, πλέον είναι ξεκάθαρο ότι δεν μπορεί να κερδίσει τον Κυριάκο Μητσοτάκη ακόμα και με έναν ΣΥΡΙΖΑ στο 1%. Αντίθετα, όσο σκληραίνει την αντιπαράθεση με τον πρώην πρωθυπουργό, κινδυνεύει να κατηγορηθεί ότι διασπά τον προοδευτικό χώρο και υπονομεύει τη δυνατότητα συγκρότησης εναλλακτικής κυβερνητικής πρότασης. Επομένως η Ρένα Δούρου με αυτήν την στρατηγική μπορεί να επαναφέρει τον ΣΥΡΙΖΑ σε κομβική θέση τόσο με την ΕΛ.Α.Σ αλλά και με το ΠΑΣΟΚ.

Ο Παππάς χαράζει γραμμή απέναντι στις ατομικές προσχωρήσεις

Η τοποθέτηση του Νίκου Παππά φωτίζει περισσότερο τη νέα στρατηγική. Ο νέος γραμματέας υποστήριξε ότι οι δημόσιες τοποθετήσεις του Αλέξη Τσίπρα κατέστησαν σαφές πως δεν υπήρχε πρόθεση για μια συντεταγμένη διακομματική διαδικασία συνεργασίας. Κατά την ανάλυσή του, αντί για συλλογική προγραμματική διαπραγμάτευση, προκρίθηκαν οι προσωπικές συζητήσεις και οι ατομικές μετακινήσεις στελεχών προς το νέο κόμμα.

Η κριτική αυτή είναι κομβική. Η Κουμουνδούρου δεν απορρίπτει επισήμως τον διάλογο με την ΕΛΑΣ· απορρίπτει, όμως, ένα μοντέλο μέσα στο οποίο ο ΣΥΡΙΖΑ θα αδειάζει σταδιακά από στελέχη και βουλευτές μέχρι να καταστεί περιττός. Η Κεντρική Επιτροπή είχε ήδη ανατρέψει την προηγούμενη απόφαση πολιτικής στήριξης προς το κόμμα Τσίπρα, κρίνοντας ότι η βάση πάνω στην οποία είχε ληφθεί δεν υφίστατο πλέον.

Το μήνυμα του Παππά είναι ότι η συνεργασία μπορεί να συζητηθεί μόνο μεταξύ υπαρκτών και αυτόνομων πολιτικών δυνάμεων. Συνεπώς, για να διαπραγματευθεί ο ΣΥΡΙΖΑ με τον Τσίπρα, πρέπει πρώτα να επιβιώσει ως κόμμα. Διαφορετικά δεν θα πρόκειται για συνεργασία αλλά για απορρόφηση.

Η σκληρή γραμμή Πολάκη και το σενάριο της μετωπικής σύγκρουσης

Πιο καθαρή και επιθετική ήταν η τοποθέτηση του Παύλου Πολάκη, ο οποίος κατηγόρησε ευθέως τον Αλέξη Τσίπρα και την προηγούμενη ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ ότι προώθησαν ένα σχέδιο διάλυσης του κόμματος. Κατά τον Πολάκη, η επιτυχία της ΕΛΑΣ προϋποθέτει την εκλογική εξαφάνιση του ΣΥΡΙΖΑ: αν το νέο κόμμα του Τσίπρα καταγράψει υψηλό ποσοστό και ο ΣΥΡΙΖΑ μείνει εκτός Βουλής, η ΕΛΑΣ θα εδραιωθεί ως ο μοναδικός εναλλακτικός πόλος απέναντι στη Νέα Δημοκρατία. Αντιθέτως, ένα ποσοστό της τάξης του 5% για τον ΣΥΡΙΖΑ θα διατηρήσει ανοικτό το ζήτημα της εκπροσώπησης της Αριστεράς και θα εμποδίσει την πλήρη πολιτική μονοπώληση του χώρου από τον Τσίπρα.

Η γραμμή Πολάκη μετατρέπει, ουσιαστικά, τη σχέση ΣΥΡΙΖΑ–ΕΛΑΣ σε παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος. Υποστηρίζει ότι τουλάχιστον μέχρι τις εκλογές οι δύο σχηματισμοί ανταγωνίζονται για την ίδια εκλογική και στελεχιακή δεξαμενή. Η συνεργασία, σύμφωνα με αυτή τη λογική, μπορεί να εξεταστεί μόνο αφού ο ΣΥΡΙΖΑ διασφαλίσει την αυτόνομη παρουσία του και όχι όσο βρίσκεται υπό πολιτική πολιορκία. Αυτή στρατηγική μπορεί να οδηγήσει σε πολιτική απομόνωση τον ΣΥΡΙΖΑ που θα παλεύει, μόνο για ένα ποσοστό εισόδου στη Βουλή χωρίς προοπτική συνεργασιών που σε περίπτωση ακραίας πολιτικής πόλωσης υπάρχει το ενδεχόμενο εκλογικής συντριβής.

Τα πέντε μεγάλα στοιχήματα της νέας ηγεσίας

  1. Να σταματήσει η οργανωτική αιμορραγία

Η νέα ηγεσία πρέπει να συγκρατήσει όσες οργανώσεις εξακολουθούν να λειτουργούν, να ανασυγκροτήσει τις Νομαρχιακές Επιτροπές και να αποτρέψει νέες μαζικές παραιτήσεις. Η ανάθεση του Οργανωτικού στον Γιάννη Μπουλέκο και του ανθρώπινου δυναμικού και των δικτύων στον Μάρκο Χατζησάββα δείχνει ότι η οργανωτική κατάρρευση αναγνωρίζεται ως κεντρικό πρόβλημα και όχι ως δευτερεύον ζήτημα.

  1. Να συγκροτηθούν αξιόπιστα ψηφοδέλτια

Με τις εθνικές εκλογές να τοποθετούνται στον ορίζοντα του 2027, αλλά με το ενδεχόμενο πολιτικών αιφνιδιασμών πάντοτε ανοικτό, ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να βρει υποψηφίους σε όλη τη χώρα. Το έργο γίνεται δυσκολότερο λόγω της μετακίνησης παλαιών βουλευτών και στελεχών προς την ΕΛΑΣ. Η Εκλογική Επιτροπή καλείται να αποδείξει ότι το κόμμα εξακολουθεί να διαθέτει κοινωνικές αναφορές πέρα από τα γνωστά πρόσωπα της προηγούμενης δεκαετίας.

  1. Να αποκτήσει πολιτικό και προγραμματικό στίγμα

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να επιβιώσει μόνο καταγγέλλοντας τον Τσίπρα ή ζητώντας την επιστροφή των κοινοβουλευτικών εδρών. Χρειάζεται ευδιάκριτη πολιτική πρόταση. Ο Νίκος Παππάς επιχειρεί να επαναφέρει στο προσκήνιο προτάσεις όπως η δημόσια τράπεζα και ο δημόσιος έλεγχος σε στρατηγικές επιχειρήσεις, θέλοντας να χαράξει ταξικό και αριστερό διαχωρισμό από το πιο διευρυμένο και πολυσυλλεκτικό εγχείρημα της ΕΛΑΣ. Το στοίχημα είναι να αποδείξει ότι διαθέτει λόγο ύπαρξης ο οποίος δεν εξαντλείται στην ιστορική διαδρομή του ούτε στη διαχείριση της περιόδου 2015–2019.

  1. Να διαχειριστεί τις εσωτερικές αντιθέσεις

Η νέα συλλογική ηγεσία ενώνει, προσωρινά, στελέχη με διαφορετικές στρατηγικές. Η Δούρου εκπέμπει ενωτικό μήνυμα, ο Παππάς επιδιώκει οργανωτική και πολιτική αυτονομία, ενώ ο Πολάκης προκρίνει σκληρότερη αντιπαράθεση με τον Τσίπρα και την ΕΛΑΣ.

Η παρουσία όλων στην ίδια Εκλογική Επιτροπή αποτελεί ένδειξη συμβιβασμού, όχι εγγύηση ενότητας. Η πρώτη σοβαρή δημοσκοπική υποχώρηση, μια νέα αποχώρηση βουλευτή ή μια διαφωνία για τα ψηφοδέλτια μπορεί να επαναφέρει τη σύγκρουση.

  1. Να ξεκαθαρίσει τις συμμαχίες του

Ο ΣΥΡΙΖΑ θα πρέπει να απαντήσει με ποιον επιδιώκει να συνεργαστεί και υπό ποιους όρους: με την ΕΛΑΣ, τη Νέα Αριστερά, το ΠΑΣΟΚ ή με ένα ευρύτερο σχήμα της Αριστεράς και της Κεντροαριστεράς.

Η απλή επίκληση συνεργατικών σχημάτων δεν αρκεί. Απαιτείται συμφωνία για την ηγεσία, το πρόγραμμα, τις υποψηφιότητες και την επόμενη ημέρα των εκλογών. Χωρίς συγκεκριμένες απαντήσεις, το ενωτικό προσκλητήριο κινδυνεύει να παραμείνει αμυντικό σύνθημα ενός κόμματος που φοβάται την αυτόνομη κάθοδο.

Μπορεί να υπάρξει συνεργασία χωρίς εξαφάνιση του ΣΥΡΙΖΑ;

Θεωρητικά, ναι. Θα μπορούσε να συγκροτηθεί ένα εκλογικό ή μετεκλογικό σχήμα στο οποίο ο ΣΥΡΙΖΑ θα διατηρούσε πολιτική και οργανωτική αυτονομία. Αυτό, όμως, θα απαιτούσε από την ΕΛΑΣ αλλά και το ΠΑΣΟΚ να αναγνωρίσει τον ΣΥΡΙΖΑ ως ισότιμο συνομιλητή και να σταματήσει η μετακίνηση στελεχών μέσω προσωπικών διαπραγματεύσεων.

Το πρόβλημα είναι ότι οι σημερινοί συσχετισμοί δεν είναι ισότιμοι. Η ΕΛΑΣ εμφανίζεται δημοσκοπικά ως δεύτερη δύναμη, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ παλεύει για την κοινοβουλευτική του παρουσία. Η μεγάλη διαφορά ισχύος επιτρέπει στον Τσίπρα να διεκδικεί ηγεμονικό ρόλο και περιορίζει τα διαπραγματευτικά περιθώρια της Κουμουνδούρου.

Επομένως, η επιβίωση του ΣΥΡΙΖΑ είναι βραχυπρόθεσμα αντιπαραθετική προς το νέο κόμμα του Τσίπρα, ακόμη και αν ο μακροπρόθεσμος στόχος παραμένει συνεργατικός. Μέχρι τις κάλπες, τα δύο κόμματα διεκδικούν τους ίδιους ψηφοφόρους, τα ίδια στελέχη και σε μεγάλο βαθμό την ίδια πολιτική κληρονομιά. Μετά τις εκλογές, εφόσον και οι δύο βρίσκονται στη Βουλή, μπορεί να αναζητηθεί ένα νέο πλαίσιο συνεργασίας. Το πολιτικό παιχνίδι των συνεργασιών θα παιχθεί σε δύο φάσεις. Στην πρώτη εκλογική αναμέτρηση και με την προϋπόθεση ότι τα ποσοστά της ΝΔ θα είναι χαμηλά και του δεύτερου όχι πολύ μακριά αλλά όχι τόσο κοντά που να δημιουργήσει κλίμα διπολικών δεύτερων εκλογών. Τέτοια ποσοστά θα δημιουργήσουν τις πολιτικές πιέσεις για συνεργασίες με διαφορετικούς όρους για τα κόμματα της αντιπολίτευσης καθώς, πλέον, θα υπάρχει η ετυμηγορία του Ελληνικού λαού.

Πρώτα αυτονομία, μετά συνεργασία

Η νέα ηγεσία φαίνεται να καταλήγει, έστω και χωρίς να το διατυπώνει απολύτως καθαρά, στη στρατηγική «πρώτα επιβίωση και μετά συνεργασία». Ο ΣΥΡΙΖΑ θα επιχειρήσει να ανασυγκροτηθεί, να κατέβει στις εκλογές και να διεκδικήσει την είσοδό του στη Βουλή, αφήνοντας παράλληλα ανοικτή την πόρτα για μελλοντική συμπόρευση.

Πρόκειται για τη μόνη στρατηγική που δεν οδηγεί αυτομάτως στην αυτοδιάλυση. Μια άμεση και άνευ όρων συνεργασία με την ΕΛΑΣ θα ενίσχυε το επιχείρημα ότι ο ιστορικός ρόλος του ΣΥΡΙΖΑ έχει ολοκληρωθεί. Από την άλλη πλευρά, μια τυφλή μετωπική σύγκρουση με τον Τσίπρα θα μπορούσε να αποξενώσει ψηφοφόρους που επιθυμούν ενότητα απέναντι στη Νέα Δημοκρατία.

Η Δούρου, ο Παππάς και ο Πολάκης καλούνται επομένως να υπηρετήσουν μια δύσκολη εξίσωση: να συγκρουστούν όσο χρειάζεται για να διατηρήσουν τον ΣΥΡΙΖΑ ζωντανό, χωρίς να κάψουν τις γέφυρες που μπορεί να χρειαστούν την επομένη των εκλογών.

Ο ΣΥΡΙΖΑ αλλάζει πράγματι σελίδα. Το ερώτημα είναι αν πρόκειται για το πρώτο κεφάλαιο μιας ανασυγκρότησης ή για τον επίλογο ενός κόμματος που κυβέρνησε τη χώρα και τώρα αγωνίζεται να αποδείξει ότι εξακολουθεί να έχει διακριτό λόγο ύπαρξης.

 

Share This Article