Συντάξεις ή εφοπλιστές; – Το ερώτημα που αφήνει πίσω η αποκάλυψη Γιούνκερ

Newsroom
5 Min Read

Η πολιτική δεν κρίνεται μόνο από όσα έκανε κάποιος, αλλά και από όσα επέλεξε να μην κάνει. Η αποκάλυψη του πρώην προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ, επαναφέρει ένα ερώτημα που για χρόνια έμεινε θαμμένο κάτω από τη σκόνη της μνημονιακής σύγκρουσης. Σύμφωνα με όσα ο ίδιος περιέγραψε, στις δραματικές διαπραγματεύσεις του 2015 πρότεινε στην ελληνική πλευρά μεγαλύτερη φορολογική ή οικονομική συμβολή της ναυτιλίας, ώστε να περιοριστούν οι πιέσεις για μέτρα σε άλλους τομείς, μεταξύ αυτών και στο ασφαλιστικό.

Η συζήτηση δεν αφορούσε αλλαγή του τρόπου φορολόγησής της ελληνικής ναυτιλίας. Αφορούσε όμως ένα πολιτικό δίλημμα: μπορούσε να ζητηθεί μεγαλύτερη συμβολή από έναν ισχυρό οικονομικό κλάδο αντί να μεταφερθεί ξανά το βάρος στους συνταξιούχους;

Εδώ αρχίζει η πολιτική συζήτηση.

Η ελληνική ναυτιλία λειτουργεί με ειδικό καθεστώς φορολόγησης, τον λεγόμενο φόρο τονάζ (tonnage tax), που δεν υπολογίζεται κυρίως πάνω στα κέρδη αλλά στη χωρητικότητα των πλοίων. Το μοντέλο αυτό δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό· εφαρμόζεται σε μεγάλες ναυτιλιακές χώρες της Ευρώπης, όπως η Κύπρος, η Μάλτα, η Ολλανδία, η Δανία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Το ερώτημα λοιπόν δεν ήταν αν θα «καταστρεφόταν» η ναυτιλία, αλλά αν θα μπορούσε να αυξηθεί η δημοσιονομική συμμετοχή της. Τα μερίσματα που διανέμονται στους μετόχους φορολογούνται αυτοτελώς. Ειδικότερα, για ναυτιλιακές επιχειρήσεις που εγκαθίστανται στην Ελλάδα (άρθρο 25 του Ν. 27/1975), τα μερίσματα που λαμβάνουν οι μέτοχοι φορολογούνται με συντελεστή 5%.

Και εδώ υπάρχει ένα κρίσιμο ιστορικό στοιχείο που συχνά αποσιωπάται.

Η κυβέρνηση Αντώνη Σαμαρά είχε ήδη ανοίξει αυτόν τον δρόμο. Το 2013 υπεγράφη συμφωνία μεταξύ της κυβέρνησης και της Ένωσης Ελλήνων Εφοπλιστών για έκτακτη εθελοντική συνεισφορά της ναυτιλίας, η οποία μεταφράστηκε ουσιαστικά σε πρόσθετη επιβάρυνση και διπλασιασμό της εισφοράς μέσω του tonnage tax για συγκεκριμένη περίοδο. Η συμφωνία επεκτάθηκε και νομοθετικά κατοχυρώθηκε τα επόμενα χρόνια, αποφέροντας εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ στα δημόσια ταμεία. Δηλαδή, η ελληνική ναυτιλιακή κοινότητα και το Ελληνικό Δημόσιο έχουν θεσπίσει συνυποσχετικό οικειοθελούς παροχής (έχει ισχύ νόμου) με το οποίο εισάγεται φόρος 10% στα μερίσματα που εισάγονται στην Ελλάδα.

Με απλά λόγια: το να ζητηθεί μεγαλύτερη συμβολή της ναυτιλίας δεν ήταν ούτε πρωτόγνωρη ούτε τεχνικά αδύνατη επιλογή.

Πώς θα μπορούσε να γίνει αυτό;

Με αύξηση του ίδιου του φόρου τονάζ. Με περιορισμό ορισμένων φορολογικών απαλλαγών. Με μεγαλύτερη συμφωνημένη ή εθελοντική οικονομική συνεισφορά του κλάδου προς το Δημόσιο. Με πρόσθετη επιβάρυνση σε μερίσματα ή σε δραστηριότητες ναυτιλιακών εταιρειών που διαχειρίζονται στόλους από την Ελλάδα, ακόμη και όταν τα πλοία δεν φέρουν ελληνική σημαία.

Αξίζει πάντως μια κρίσιμη διευκρίνιση. Η συζήτηση για μεγαλύτερη φορολογική ή οικονομική συμβολή της ναυτιλίας δεν αφορούσε αποκλειστικά τα πλοία με ελληνική σημαία. Το ελληνικό ναυτιλιακό καθεστώς συνδέεται όχι μόνο με το νηολόγιο αλλά και με τη διαχείριση πλοίων από ναυτιλιακές εταιρείες εγκατεστημένες στην Ελλάδα, ακόμη και όταν μέρος του στόλου φέρει ξένη σημαία. Αυτό σημαίνει ότι η όποια αύξηση συνεισφοράς ή τροποποίηση επιβαρύνσεων δεν θα αφορούσε απλώς το ελληνικό νηολόγιο, αλλά ευρύτερα τη ναυτιλιακή δραστηριότητα που οργανώνεται και διοικείται από την Ελλάδα.

Κανένα από αυτά δεν ήταν τεχνικά αδύνατο. Άλλωστε πολλές ευρωπαϊκές χώρες τροποποιούν κατά καιρούς τα δικά τους ναυτιλιακά καθεστώτα χωρίς να διώχνουν αυτομάτως τον στόλο τους.

Ο Αλέξης Τσίπρας έχτισε την πολιτική του ταυτότητα πάνω στην υπεράσπιση των αδύναμων και στην υπόσχεση μιας διαφορετικής διαπραγμάτευσης. Ωστόσο, μετά τις αποκαλύψεις Γιούνκερ, επιστρέφει ένα πολιτικό ερώτημα που δύσκολα αγνοείται: πίεσε μέχρι τέλους για μεγαλύτερη συμμετοχή ενός ισχυρού οικονομικού κλάδου ή επέλεξε να αφήσει ανέγγιχτο ένα πεδίο με βαριές οικονομικές και θεσμικές ισορροπίες;

Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί με βεβαιότητα ότι μια διαφορετική επιλογή θα είχε σώσει αυτομάτως τις συντάξεις ή θα είχε αλλάξει από μόνη της τη συμφωνία του 2015. Οι διαπραγματεύσεις ήταν πολύ πιο σύνθετες από ένα μέτρο.

Όμως η πολιτική δεν ζει μόνο από βεβαιότητες. Ζει και από τις επιλογές.

Και το ερώτημα παραμένει επίμονο: όταν ήρθε η ώρα της μεγάλης διαπραγμάτευσης, ποιος τελικά κλήθηκε να πληρώσει περισσότερο το κόστος της κρίσης;

ΥΓ. Το τι πραγματικά προτάθηκε, το ξέρουν όσοι διαπραγματεύτηκαν! Ο Γιούνκερ μίλησε, ο Τσίπρας;

Share This Article