
Η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα στις 7 και 8 Ιουλίου δεν αποτελεί ακόμη μία ετήσια συνάντηση των ηγετών της Συμμαχίας. Για πολλούς διπλωμάτες θεωρείται η πρώτη μεγάλη δοκιμασία του νέου γεωπολιτικού περιβάλλοντος που διαμορφώνεται μετά την επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο, τη σταδιακή μετατόπιση του αμερικανικού στρατηγικού ενδιαφέροντος προς τον Ινδο-Ειρηνικό και την προσπάθεια της Ευρώπης να αποκτήσει μεγαλύτερη αμυντική αυτονομία χωρίς να διαρρήξει τον διατλαντικό δεσμό.
Μέσα σε αυτό το νέο περιβάλλον, η Ελλάδα καλείται να κινηθεί σε μια ιδιαίτερα σύνθετη εξίσωση. Από τη μία επιδιώκει να διατηρήσει τον ρόλο του πλέον αξιόπιστου συμμάχου των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ανατολική Μεσόγειο. Από την άλλη βλέπει την Τουρκία να αποκτά ολοένα μεγαλύτερη γεωπολιτική αξία για το ΝΑΤΟ και αρκετές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, παρά τις γνωστές εκκρεμότητες στα ζητήματα κράτους δικαίου, σχέσεων με τη Ρωσία και ελληνοτουρκικών διαφορών.
Η πραγματική ατζέντα δεν είναι μόνο η Ουκρανία
Επισήμως, η Σύνοδος θα επικεντρωθεί στην εφαρμογή των αποφάσεων της Χάγης, στην αύξηση των αμυντικών δαπανών, στην ενίσχυση της αμυντικής βιομηχανίας και στη συνέχιση της στήριξης προς την Ουκρανία. Οι ηγέτες αναμένεται να επαναβεβαιώσουν τη δέσμευσή τους στο Άρθρο 5, να εγκρίνουν νέα στρατιωτική βοήθεια προς το Κίεβο και να επιταχύνουν την υλοποίηση του στόχου για αμυντικές δαπάνες ύψους 5% του ΑΕΠ.
Πίσω όμως από την επίσημη ατζέντα υπάρχει ένα δεύτερο επίπεδο διαπραγμάτευσης. Το μεγάλο ερώτημα είναι μέχρι ποιο σημείο οι Ηνωμένες Πολιτείες θα συνεχίσουν να σηκώνουν το μεγαλύτερο βάρος της ευρωπαϊκής άμυνας και ποιος θα καλύψει το κενό εφόσον η Ουάσιγκτον μειώσει σταδιακά την παρουσία της.
Η Τουρκία διεκδικεί πρωταγωνιστικό ρόλο
Η Άγκυρα φτάνει στη Σύνοδο έχοντας σημαντικά πλεονεκτήματα. Διαθέτει μία από τις μεγαλύτερες ένοπλες δυνάμεις της Συμμαχίας, έχει αναπτύξει ισχυρή αμυντική βιομηχανία με εξαγωγικό προσανατολισμό, συμμετέχει ενεργά σε κρίσιμα μέτωπα της Μέσης Ανατολής και της Μαύρης Θάλασσας και επιχειρεί να εμφανιστεί ως η χώρα που μπορεί να γεφυρώσει τα συμφέροντα Ευρώπης και Ηνωμένων Πολιτειών.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, έχει επανειλημμένα χαρακτηρίσει την Τουρκία κρίσιμο παράγοντα για τη συνοχή της Συμμαχίας και έχει αναδείξει τη συμβολή της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας στη συνολική ενίσχυση της ευρωπαϊκής αποτρεπτικής ισχύος.
Παράλληλα, η Άγκυρα επιδιώκει να κεφαλαιοποιήσει το βελτιωμένο προσωπικό κλίμα μεταξύ του Ταγίπ Ερντογάν και του Ντόναλντ Τραμπ, ενώ οι δύο ηγέτες αναμένεται να έχουν κατ’ ιδίαν συνάντηση στο περιθώριο της Συνόδου.
Η ελληνική στρατηγική
Στην Αθήνα δεν υπάρχουν αυταπάτες. Η ελληνική κυβέρνηση γνωρίζει ότι δεν μπορεί να εμποδίσει τη γεωπολιτική αναβάθμιση της Τουρκίας.
Εκείνο που επιχειρεί είναι να διατηρήσει τα δικά της συγκριτικά πλεονεκτήματα.
Το πρώτο είναι η σταθερή προσήλωση της Ελλάδας στις νατοϊκές υποχρεώσεις, τόσο ως προς τις αμυντικές δαπάνες όσο και ως προς τη στήριξη της Ουκρανίας.
Το δεύτερο είναι οι εξαιρετικά στενές σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες έχουν διευρυνθεί τα τελευταία χρόνια τόσο στον ενεργειακό όσο και στον αμυντικό τομέα.
Οι έρευνες της Chevron νοτίως της Κρήτης, ο Κάθετος Διάδρομος φυσικού αερίου και οι αμερικανικές επενδύσεις στην ελληνική αμυντική συνεργασία αποτελούν στοιχεία που η Αθήνα θεωρεί ότι ενισχύουν το στρατηγικό της αποτύπωμα στην Ουάσιγκτον. Παράλληλα, όμως, υπάρχουν πληροφορίες ότι η αμερικανική πλευρά πιέζει για ακόμη μεγαλύτερη συμμετοχή των αμερικανικών εταιρειών στα ελληνικά εξοπλιστικά προγράμματα.
Το δύσκολο ευρωπαϊκό μέτωπο
Η μεγαλύτερη πρόκληση για την ελληνική διπλωματία δεν βρίσκεται μόνο στο ΝΑΤΟ. Βρίσκεται και στις Βρυξέλλες.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση φαίνεται να διαμορφώνει σταδιακά μια νέα σχέση με την Τουρκία, όπου η συνεργασία σε άμυνα, βιομηχανία, ενέργεια και μεταναστευτικό αποσυνδέεται σε μεγάλο βαθμό από την παγωμένη ενταξιακή διαδικασία και τις διαχρονικές ενστάσεις για το κράτος δικαίου.
Για την Αθήνα αυτό δημιουργεί ένα νέο περιβάλλον, καθώς οι γεωπολιτικές ανάγκες της Ευρώπης ωθούν αρκετές κυβερνήσεις προς στενότερη συνεργασία με την Άγκυρα, ακόμη και αν παραμένουν άλυτα ζητήματα όπως το casus belli, οι παραβιάσεις στο Αιγαίο και η στάση της Τουρκίας απέναντι στην Κυπριακή Δημοκρατία.
Οι ελληνικές κόκκινες γραμμές
Η Αθήνα εμφανίζεται αποφασισμένη να μην αλλάξει τη βασική της θέση. Όσο εξακολουθεί να ισχύει το τουρκικό casus belli απέναντι στην Ελλάδα, δεν πρόκειται να συναινέσει στη συμμετοχή της Τουρκίας σε ευρωπαϊκά αμυντικά χρηματοδοτικά εργαλεία χωρίς σαφείς πολιτικές προϋποθέσεις.
Ταυτόχρονα, όμως, αποφεύγει να εμφανιστεί ως χώρα που επιχειρεί να μπλοκάρει συνολικά την ευρωπαϊκή αμυντική ενίσχυση, γνωρίζοντας ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να την απομονώσει πολιτικά.
Η μεγάλη πρόκληση για τον Μητσοτάκη
Για τον Κυριάκο Μητσοτάκη η Σύνοδος της Άγκυρας δεν αποτελεί μόνο μία ακόμη διεθνή παρουσία. Είναι μια δοκιμασία στρατηγικής ισορροπίας.
Η κυβέρνηση καλείται να πείσει ότι η Ελλάδα παραμένει ένας από τους πιο αξιόπιστους συμμάχους της Δύσης, χωρίς όμως να υποβαθμιστεί ο ρόλος της από την ενισχυμένη γεωπολιτική αξία που αποκτά η Τουρκία.
Το διακύβευμα δεν είναι αν η Άγκυρα θα αναβαθμιστεί — αυτό ήδη συμβαίνει λόγω της γεωγραφίας, της στρατιωτικής της ισχύος και της διεθνούς συγκυρίας.
Το πραγματικό ζητούμενο για την ελληνική διπλωματία είναι να εξασφαλίσει ότι η νέα θέση της Τουρκίας στη δυτική αρχιτεκτονική ασφαλείας δεν θα μεταφραστεί σε πολιτικές παραχωρήσεις εις βάρος των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων.
Σε μια περίοδο όπου οι γεωπολιτικές ισορροπίες αναδιαμορφώνονται με ταχύτητα, η Αθήνα γνωρίζει ότι δεν αρκεί πλέον να είναι «αξιόπιστος σύμμαχος». Πρέπει να αποδείξει ότι παραμένει και αναντικατάστατος στρατηγικός εταίρος για τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη.

