
Πίνω καφέ με το φίλο μου το Γρηγόρη που είναι του αναρχικού ρεύματος (περήφανος που με αγαπάνε οι αναρχικοί, τους αγαπάω κι εγώ!), λέμε τα ποδοσφαιρικά μας (πονεμένος Παναθηναϊκός κι αυτός), λέμε τα οικονομικά μας (πέντε ευρώ το πιτόγυρο γαμώ την τρέλα μου και είναι κι απ’ το Πλόβντιβ!), λέμε και για κάνα πλάσμα όμορφο που περνάει παραδίπλα (“η μέρα που θα κόψουμε το λούκινγκ, είναι η μέρα που θα ψοφήσουμε”, είχε πει ο Πατσίνο στην ταινία!), φτάνει η κουβέντα και στα πολιτικά.
Λέμε καναδυο χαζομάρες για τους πράσινους, λέμε πεντέξι πονηριές για τους γαλάζιους, μια πρέζα Κουτσούμπα, μια ολιά Βελόπουλο, που θα πας, ξεφεύγεις από Τσίπρα τη σήμερον ημέρα;
Δεν ξεφεύγεις…
Και είμαι σίγουρος ότι η Μπέτυ αναπολεί τις ώρες εκείνες που η πολιτική δεν ήταν το πρώτο θέμα συζήτησης στο σπιτικό της, αλλά άμα έχει μπει το συγκεκριμένο μικρόβιο στο αίμα σου, άντε ύστερα να το διώξεις.
Σαν το μικρόβιο της ρουφιανιάς ένα πράγμα, που το κόλλησε η Σεκουριτάτε του Τσαουσέσκου σε όλους τους Ρουμάνους και πλέον όπου σταθούνε και όπου βρεθούνε φοράνε την κουκούλα, δείχνουνε με το δάχτυλο και κατηγορούνε αθώο κοσμάκη για σημεία και τέρατα.
Πες κι εσύ Σοφάκι…
Αλλά στον Αλέξη είχαμε μείνει.
Μασλάτι και των γονέων για το κόμμα που θα φτιάξει, για το μανιφέστο του νέου κόμματος που θα μας προκύψει μεθαύριο Παρασκευή (περισσότερα επ’ αυτού πιο κάτω), για το αν μπορεί πράγματι να ενώσει την κεντροαριστερά, για τους σχετικώς άγνωστους ανθρώπους που έχει τώρα γύρω του.
Μιλάει ο Γρηγόρης που έχει κυκλοφορήσει τόσο στ’ αλώνια όσο και στα σαλόνια:
“Κοίτα να δεις Χρηστάρα, εγώ καναδυο που έχω δει κι έχω ακούσει, δεν μπορώ να πω ότι εντυπωσιάστηκα. Μοιάζουν λίγο σαν να ψάχνουν ακόμη τα πατήματά τους, σαν να μην το ξέρουν και τόσο το ποίημα, σαν να τους κυβερνάει μια σχετική αμηχανία, είναι λίγο ξύλινοι, λίγο μαργωμένοι…”
“Εντάξει”, του απαντάω, “δεν είναι τίποτα πάλιουρες της πολιτικής, να έχουν φάει την κόντρα και τον καυγά με το κουτάλι. Θέλουν λίγο ροντάρισμα και βλέπουμε”.
“Και να μη δούμε, δεν έγινε τίποτα”, με ταπώνει ο Γρηγόρης.
“Oρίστε;”, τον ρωτάω, “τι θα πει, δεν έγινε τίποτα;”
“Θα πει”, συνεχίζει ο κολλητός, “ότι δεν ψάχνεται πλέον ο κόσμος για ευφράδεια, για εύρος γνώσεων, για εμπειρία κάργα, για κυβερνησιμότητα που έλεγε κι ο κολλητός σου ο Φίλης. Ο κόσμος ψάχνεται για πολιτικούς που δεν έχουν σκελετούς στα ντουλάπια τους, που δεν έχουν βάλει το χέρι στο βάζο με το μέλι, που δεν είναι πιασμάν. Το θυμάσαι το πιασμαν τριφυλλάρα μου ή θες να φωνάξω τα φαντάσματα του Όσιμ και του Κυράστα να στο εξηγήσουν;”
“Το θυμάμαι”, του λέω, “πράσινο είναι το αίμα μου, πως να μην θυμάμαι την ομορφιά του ποδοσφαίρου; Οπότε λες, ότι δεν μετράει που δεν ξεψάρωσαν ακόμη και δεν παίρνουν κεφάλια για πλάκα;”
“Ρε, θα στο ξαναπω και γράψτο”, μου λέει ο φίλος. “Όλοι και όλες στα κάγκελα είναι, η πορτοφόλα είναι άδεια και το καλοκαίρι θα βλέπουν τη θάλασσα μόνο απ’ τα reels του κινητού. Νομίζεις ότι νοιάζονται να σπρεχάρεις σαν τον Βενιζέελο και να τσαμπουκαλεύεσαι σαν τον Πολάκη; Δυο λογάκια της προκοπής θέλουν ν’ ακούσουν, κάπου ν’ ακουμπήσουν, κάπως να πάρουν μια αναπνοή. Ας είναι και ξύλα ντυμένα οι καινούριοι του Τσίπρα, ας είναι και κεντρώοι, ας είναι και αδέξιοι. Μπορούν να μη δένουν τα κορδόνια τους στη σέντρα, μπροστά στα μάτια του πόπολου;
Αν δεν μπορούν, μαύρο φίδι που τους έφαγε.
Αν μπορούν, έχει μια ελπίδα ο Τσίπρας να ξανακυβερνήσει…”

