
Ο θάνατος του Γιώργου Μαζωνάκη δεν γεννά μόνο ερωτήματα για όσα συνέβησαν μέσα σε ένα ιδιωτικό ιατρείο. Γεννά ένα πολύ μεγαλύτερο και πολύ πιο ενοχλητικό ερώτημα: γιατί σε αυτή τη χώρα οι έλεγχοι αρχίζουν συνήθως αφού συμβεί το κακό;
Χρειάζεται, τελικά, να πεθάνει ένας άνθρωπος για να ανακαλύψουμε τα στραβά, τα παράνομα και τα «γκρίζα» που λειτουργούν επί χρόνια κάτω από τη μύτη των αρμόδιων υπηρεσιών;
Ο πρόσφατος θάνατος του Γιώργου Μαζωνάκη μάς το υπενθυμίζει με τον πιο σκληρό τρόπο.
Ξαφνικά ξύπνησαν όλοι.
Οι υπηρεσίες κινητοποιήθηκαν. Οι Αρχές ερευνούν. Ο Ιατρικός Σύλλογος κάνει αυτοψίες. Οι αρμόδιοι αναζητούν άδειες, φακέλους, μηχανήματα και πιστοποιήσεις. Το υπουργείο Υγείας ζητεί απαντήσεις.
Και πολύ σωστά κάνουν.
Μόνο που υπάρχει μια μικρή, ενοχλητική λεπτομέρεια: ένας άνθρωπος έχει ήδη πεθάνει.
Και τότε έρχεται το αυτονόητο ερώτημα: όλα αυτά δεν μπορούσαν να έχουν γίνει πριν;
Το συγκεκριμένο ιατρείο, άλλωστε, δεν εμφανίστηκε προχθές το πρωί στο κέντρο της Αθήνας. Σύμφωνα μάλιστα με όσα έχουν δημοσιοποιηθεί, είχε ελεγχθεί και κατά το παρελθόν, ενώ σήμερα διερευνάται εάν η άδεια λειτουργίας του κάλυπτε τις συγκεκριμένες ιατρικές πράξεις και εάν υπήρχε ο απαιτούμενος εξοπλισμός και οι αναγκαίες προϋποθέσεις.
Ας περιμένουμε, ασφαλώς, τη Δικαιοσύνη, την ιατροδικαστική διερεύνηση και τα πορίσματα των αρμόδιων αρχών. Κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν μπορεί σήμερα να αποφανθεί ούτε για την αιτία του θανάτου ούτε για τυχόν ποινικές ή ιατρικές ευθύνες.
Υπάρχει όμως κάτι που μπορούμε ήδη να συζητήσουμε: ποιος ελέγχει τους ελεγκτές και, κυρίως, πότε τους ελέγχει;
Πριν από την τραγωδία ή μετά;
Γιατί το ελληνικό κράτος έχει αποκτήσει μια παράξενη ειδικότητα. Είναι εξαιρετικά δραστήριο κατόπιν εορτής. Μετά το δυστύχημα ανακαλύπτει τις παραλείψεις. Μετά την καταστροφή ψάχνει τις άδειες. Μετά τον θάνατο αναζητεί ποιος είχε δικαίωμα να κάνει τι.
Και ύστερα έρχεται η πολιτική.
Είδαμε και στελέχη της αντιπολίτευσης να επιχειρούν σχεδόν αυτομάτως να μετατρέψουν μια ανθρώπινη τραγωδία σε κυβερνητικό κατηγορητήριο.
Όχι.
Αυτή η παλιά ελληνική συνήθεια, να ασκείται πολιτική πάνω σε νεκρά σώματα, πρέπει κάποτε να τελειώσει.
Και όσο ο κ. Καραμέρος επιχειρεί να αποδώσει το σύνολο της πολιτικής ευθύνης στη σημερινή κυβέρνηση, τόσο αδικεί το επιχείρημά του. Διότι το πρόβλημα δεν γεννήθηκε χθες. Τέτοιοι χώροι, τέτοιες πρακτικές και κυρίως η χρόνια ανεπάρκεια ουσιαστικών ελέγχων δεν αποτελούν εφεύρεση μιας κυβέρνησης.
Οι κυβερνήσεις αλλάζουν. Οι υπουργοί αλλάζουν. Οι διοικήσεις αλλάζουν. Οι υπεύθυνοι των φορέων αλλάζουν.
Η απουσία του κράτους, όμως, παρουσιάζει αξιοθαύμαστη διακομματική συνέχεια.
Επομένως, ευθύνες υπάρχουν και πρέπει να αναζητηθούν παντού: στην κυβέρνηση, εφόσον αποδειχθούν παραλείψεις των αρμόδιων κρατικών μηχανισμών· στους εποπτικούς φορείς· στους επαγγελματικούς συλλόγους· σε όσους γνώριζαν και δεν έλεγξαν· σε όσους έλεγξαν πλημμελώς· και ασφαλώς σε όποιον παραβίασε τον νόμο, εφόσον αυτό αποδειχθεί.
Αλλά όχι κομματική τυμβωρυχία.
Ο θάνατος ενός ανθρώπου δεν είναι τηλεοπτικό πάνελ ούτε ευκαιρία για μερικές μονάδες στις δημοσκοπήσεις.
Είναι η στιγμή να απαντηθεί ένα απλό ερώτημα:
Πόσοι χώροι λειτουργούν σήμερα στην Αθήνα και σε ολόκληρη τη χώρα προσφέροντας ιατρικές πράξεις που ενδεχομένως δεν καλύπτονται από την άδειά τους;
Ας τους ελέγξουν λοιπόν όλους.
Τώρα.
Όχι όταν υπάρξει ο επόμενος νεκρός.
Γιατί κράτος που εμφανίζεται μόνο μετά την τραγωδία δεν λέγεται προληπτικό κράτος.
Λέγεται πραγματογνώμονας της καταστροφής.

