Ποιος πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ βολεύει τελικά τον Τσίπρα; – Η μάχη Πολάκη – Δούρου κρίνει την επόμενη ημέρα της Κουμουνδούρου, αλλά και τη στρατηγική της ΕΛΑΣ

Newsroom
5 Min Read

Ποιος πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ βολεύει τελικά τον Τσίπρα; – Η μάχη Πολάκη – Δούρου κρίνει την επόμενη ημέρα της Κουμουνδούρου, αλλά και τη στρατηγική της ΕΛΑΣ

Η μάχη που ανοίγει το Σάββατο στην Κουμουνδούρου, με τον Παύλο Πολάκη και τη Ρένα Δούρου να διεκδικούν την προεδρία μιας κοινοβουλευτικής ομάδας που έχει συρρικνωθεί δραματικά μοιάζει εκ πρώτης όψεως με εσωτερική εκκαθάριση χωρίς μεγάλο διακύβευμα. Κι όμως, το πραγματικό στοίχημα δεν παίζεται στη Κουμουνδούρου αλλά λίγα τετράγωνα πιο πέρα, εκεί όπου ο Αλέξης Τσίπρας χτίζει την ΕΛΑΣ. Γιατί από την έκβαση αυτής της αναμέτρησης εξαρτάται αν ο πρώην πρωθυπουργός θα έχει απέναντί του έναν αβλαβή ΣΥΡΙΖΑ ή έναν αντίπαλο που θα του διεκδικεί ξανά ένα κομμάτι της δεξαμενής του.

Το αίτημα Πολάκη για ομοφωνία και το «όχι» της Δούρου

Το σκηνικό επιταχύνθηκε χθες το απόγευμα, όταν από το περιβάλλον Πολάκη ζητήθηκε από τη κ. Δούρου να αποσύρει «οικειοθελώς και συναινετικά» την υποψηφιότητά της, ώστε ο ίδιος να αναδειχθεί ομόφωνα πρόεδρος. Η επιχειρηματολογία συμπυκνώθηκε στη γνωστή πλέον φράση του, ότι μπορεί να βάλει τον ΣΥΡΙΖΑ στη Βουλή με αξιοπρεπές ποσοστό ενώ η κ. Δούρου δεν μπορεί. Το αίτημα ομοφωνίας, με τον τόνο που διατυπώθηκε, μάλλον σκλήρυνε παρά αποσυμπίεσε την εσωκομματική ατμόσφαιρα, καθώς η πρώην περιφερειάρχης έχει ήδη κλείσει την πόρτα τόσο στο σενάριο συλλογικής ηγεσίας όσο και σε οποιαδήποτε τηλεφωνική γραμμή προς τον Τσίπρα, αφήνοντας παράλληλα ανοιχτό ενδεχόμενο συνεννόησης με το ΠΑΣΟΚ και άλλες δυνάμεις της αριστεράς.

Γιατί μια προεδρία Πολάκη διευκολύνει τον σχεδιασμό της ΕΛΑΣ

Εδώ ακριβώς βρίσκεται το παράδοξο. Μια προεδρία Πολάκη εξυπηρετεί, στην πραγματικότητα, τα σχέδια του ίδιου του Αλέξη Τσίπρα. Ο πρώην πρωθυπουργός έχει φροντίσει εδώ και μήνες να χαράξει καθαρή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στη δική του πολιτική φιλοσοφία και στο στυλ του κ. Πολάκη, αρνούμενος κάθε συνομιλία με κόμματα και επιμένοντας ότι όποιος θέλει να τον ακολουθήσει θα το κάνει ως μονάδα, όχι ως συλλογικότητα. Ένας ΣΥΡΙΖΑ με πρόεδρο τον Πολάκη παραμένει εγκλωβισμένος στο προσωποκεντρικό, αντιπαραθετικό αφήγημα που ο Τσίπρας έχει ήδη αφήσει πίσω του. Δεν απειλεί τον χώρο που στοχεύει η ΕΛΑΣ, δεν επανασυνδέεται με τους απογοητευμένους της κεντροαριστεράς και το πιθανότερο είναι ότι εγκλωβίζει την Κουμουνδούρου γύρω από ένα οριακό ποσοστό. Με άλλα λόγια, τον αφήνει ήσυχο.

Το σενάριο Δούρου και η πιθανή ανασύνδεση με την κεντροαριστερά

Το ακριβώς αντίθετο ισχύει με τη Ρένα Δούρου. Παρά τα τραύματα που κουβαλά, ενσαρκώνει μια πιο θεσμική, πιο κλασική αριστερά, με λόγο σεβασμού, πιο συγκροτημένο και πιο ουσιαστικό και με γέφυρες προς τα προοδευτικά ακροατήρια που εγκατέλειψαν τον ΣΥΡΙΖΑ και βρήκαν προσωρινό καταφύγιο στο εγχείρημα Τσίπρα. Αν καταφέρει να δώσει στο κόμμα ένα πρόσωπο αξιοπρεπές και συνεννοήσιμο, ιδίως με ανοιχτό δίαυλο προς το ΠΑΣΟΚ, μπορεί σταδιακά να ανακτήσει κομμάτι αυτής της δεξαμενής. Και κάθε ψηφοφόρος που επιστρέφει στην Κουμουνδούρου είναι ένας ψηφοφόρος που δεν κατοχυρώνεται στην ΕΛΑΣ.

Ο χρόνος ως καταλύτης της πολιτικής εξίσωσης

Ο παράγοντας που κρίνει το μέγεθος της απειλής είναι ο χρόνος. Αν οι εκλογές γίνουν τον Σεπτέμβριο, η ΕΛΑΣ κλειδώνει το προβάδισμα και ένας ανασυγκροτούμενος ΣΥΡΙΖΑ δεν προλαβαίνει να ανασάνει. Αν όμως η κάλπη μετατεθεί για την άνοιξη, τότε οι επιπλέον μήνες δίνουν σε μια ηγεσία Δούρου την πολυτέλεια να ξαναχτίσει δίκτυα, να αποκαταστήσει αξιοπιστία και να πιέσει την αριστερή πτέρυγα του Τσίπρα ακριβώς εκεί που είναι πιο εκτεθειμένος.

Το ερώτημα που αφήνει ανοιχτό η κάλπη της Κουμουνδούρου

Δεν είναι τυχαίο ότι η ρήξη Τσίπρα με τη λογική της συνεργασίας ήταν αυτή που πυροδότησε την παραίτηση Φάμελλου και τη σειρά των αποχωρήσεων. Ο πρώην πρωθυπουργός επέλεξε να διαλύσει κάθε γέφυρα προς την Κουμουνδούρου. Το ερώτημα που αφήνει ανοιχτό το Σάββατο είναι αν οι εναπομείναντες βουλευτές θα του παραδώσουν, με την ψήφο τους, τον πιο βολικό αντίπαλο για την παγίωση ή την αύξηση των δημοσκοπικών ποσοστών ή τον πιο επικίνδυνο στην επιδίωξή του, όπως λέει, να κοιτάξει δημοσκοπικά κατά πρόσωπο τη Νέα Δημοκρατία.

Share This Article