
Η σημερινή συνεδρίαση της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής, με αφορμή την κατάθεση του διοικητή της ΕΥΠ, κ. Δεμίρη, έφερε στην επιφάνεια μια χρόνια και βαθιά παθογένεια του ελληνικού πολιτικού συστήματος, την εργαλειοποίηση των θεσμών και την επιλεκτική τήρηση των κανόνων.
Η συνεδρίαση διεξήχθη κεκλεισμένων των θυρών, με τους συμμετέχοντες βουλευτές να δεσμεύονται από τον νόμο για την αυστηρή τήρηση του απορρήτου , μια υποχρέωση που μάλιστα τους ακολουθεί ακόμα και μετά το τέλος της βουλευτικής τους θητείας. Παρά τη ρητή αυτή νομική και ηθική δέσμευση, είδαμε για ακόμα μια φορά «απόρρητες» πληροφορίες και στιχομυθίες όπως αυτή μεταξύ του διοικητή της ΕΥΠ και του προέδρου του ΠΑΣΟΚ, Νίκου Ανδρουλάκη, να διαρρέουν στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης σχεδόν σε πραγματικό χρόνο.
Το αποτέλεσμα ήταν να ξεσπάσει ένας σκληρός πολιτικός πόλεμος μεταξύ της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ. Από τη μία πλευρά, το Μέγαρο Μαξίμου εξαπέλυσε βαριές εκφράσεις, χαρακτηρίζοντας το ΠΑΣΟΚ «πράσινη Ζωή» έναν σαφή υπαινιγμό ότι το κόμμα διολισθαίνει σε πρακτικές και επίπεδα πολιτικού λόγου που παραπέμπουν στη Ζωή Κωνσταντοπούλου, ενώ από την άλλη πλευρά, ο Πρόεδρος της Βουλής αναγκάστηκε να παρέμβει, ζητώντας άμεση έρευνα από την Επιτροπή Δεοντολογίας του Κοινοβουλίου για τον εντοπισμό της πηγής της διαρροής.
Το ουσιαστικό πρόβλημα, ωστόσο, ξεπερνά τις κομματικές αντιπαραθέσεις και τις επικοινωνιακές ατάκες. Το κεντρικό ζήτημα είναι βαθύτατα θεσμικό. Όταν το ίδιο το πολιτικό προσωπικό της χώρας αδυνατεί ή αρνείται να πειθαρχήσει στους νόμους και τις διαδικασίες που το ίδιο ψηφίζει και επιβάλλει κλονίζεται η αξιοπιστία του συνολικά.
Η τήρηση του απορρήτου σε επιτροπές που διαχειρίζονται ευαίσθητα εθνικά ζητήματα δεν είναι μια τυπική γραφειοκρατική υποχρέωση, είναι εγγύηση ασφάλειας και δημοκρατικής λειτουργίας. Όταν οι κανόνες αυτοί θυσιάζονται στον βωμό μικροκομματικών εντυπώσεων και εφήμερων επικοινωνιακών κερδών, το μήνυμα που εκπέμπεται στην κοινωνία είναι απογοητευτικό. Οτι οι νόμοι ισχύουν για όλους, εκτός από εκείνους που τους θεσπίζουν.
Από την άλλη πλευρά, βέβαια, δεν μπορεί να παραβλέψει κανείς την οπτική του Νίκου Ανδρουλάκη και του ΠΑΣΟΚ. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν μιλάμε απλώς για μια θεωρητική πολιτική συζήτηση, αλλά για μια βαθιά προσωπική και θεσμική παραβίαση που αφορά την επίσημη παρακολούθηση του τηλεφώνου του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης έστω κι αν τότε που παρακολουθήθηκε δεν είχε αυτόν το θεσμικό τίτλο. Υπό αυτό το πρίσμα, η ανάγκη της πλευράς Ανδρουλάκη να χυθεί άπλετο φως και να ενημερωθεί η κοινή γνώμη για τις απαντήσεις ή τις υπεκφυγές των αρμοδίων είναι ως ένα βαθμό πολιτικά και ανθρώπινα κατανοητή, καθώς το αίσθημα της αδικίας και η απαίτηση για διαφάνεια πιέζουν ασφυκτικά.
Ωστόσο, το γεγονός αυτό αναδεικνύει ανάγλυφα το ευρύτερο και πιο κρίσιμο δίλημμα. Το πολιτικό προσωπικό της χώρας πρέπει, επιτέλους, να πάρει μια οριστική απόφαση. Θα τηρεί τους κανόνες και το απόρρητο που το ίδιο ψηφίζει και θεσπίζει, ανεξαρτήτως της πολιτικής συγκυρίας, του προσώπου ή του θέματος; Ή μήπως οι νόμοι θα γίνονται «λάστιχο» κάθε φορά που το διακύβευμα είναι πολύ μεγάλο ή το πολιτικό κόστος πολύ υψηλό; Αν η νομιμότητα εφαρμόζεται επιλεκτικά ανάλογα με το ποιος αμύνεται και ποιος επιτίθεται, τότε το ίδιο το κύρος των θεσμών κινδυνεύει να μετατραπεί σε ένα κενό γράμμα.

