
Η θέση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας δεν είναι μια ακόμη κυβερνητική καρέκλα. Είναι ένα χαρτοφυλάκιο που συνδέεται με την ποιότητα ζωής των πολιτών, την προστασία του φυσικού πλούτου της χώρας, την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και τη διασφάλιση ότι η ανάπτυξη δεν θα μετατραπεί σε λεηλασία του δημόσιου χώρου.
Παρακολουθώντας όμως τη δημόσια παρουσία του υπουργού Σταύρου Παπασταύρου, δύσκολα μπορεί κανείς να αποφύγει την εντύπωση ότι το ενδιαφέρον του επικεντρώνεται σχεδόν αποκλειστικά στην ενεργειακή πολιτική, στις εξορύξεις υδρογονανθράκων, στις συμφωνίες με μεγάλους διεθνείς ενεργειακούς κολοσσούς όπως η ExxonMobil και στη γεωπολιτική διάσταση της αξιοποίησης των πιθανών κοιτασμάτων της χώρας.
Προφανώς όλα αυτά είναι σημαντικά. Η ενεργειακή αυτονομία μιας χώρας αποτελεί κρίσιμο εθνικό στόχο. Η αξιοποίηση των φυσικών πόρων μπορεί να δημιουργήσει έσοδα, επενδύσεις και νέες προοπτικές για την οικονομία. Κανείς δεν αμφισβητεί ότι η Ελλάδα οφείλει να εξετάζει όλες τις δυνατότητες που διαθέτει.
Το ερώτημα όμως είναι άλλο. Μπορεί ο υπουργός Περιβάλλοντος να λειτουργεί κυρίως ως υπουργός Εξορύξεων και να αφήνει σε δεύτερη μοίρα το ίδιο το περιβάλλον;
Διότι την ώρα που οι ανακοινώσεις αφορούν πετρελαϊκές εταιρείες, θαλάσσια οικόπεδα και επενδυτικά σχέδια, σε ολόκληρη τη χώρα οι πολίτες έρχονται αντιμέτωποι με μια καθημερινότητα αυθαιρεσίας που υπονομεύει κάθε έννοια περιβαλλοντικής προστασίας.
Οι πολεοδομίες συνεχίζουν να αποτελούν πεδίο καταγγελιών, αδιαφάνειας και επιλεκτικών ελέγχων. Σε πολλές περιοχές με ιδιαίτερο φυσικό κάλλος, οι κάτοικοι καταγγέλλουν ότι εμφανίζονται κατασκευές και παρεμβάσεις οι οποίες αλλοιώνουν το περιβάλλον πριν ακόμη ολοκληρωθούν οι προβλεπόμενοι έλεγχοι.
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η κατάσταση σε δασικές και αναδασωτέες περιοχές. Εκεί όπου η πολιτεία θα έπρεπε να επιδεικνύει μηδενική ανοχή, συχνά επικρατεί μια εικόνα αδράνειας. Οι υπηρεσίες αλληλομεταβιβάζουν ευθύνες, οι διαδικασίες καθυστερούν και οι πολίτες μένουν με την αίσθηση ότι το κράτος εμφανίζεται μόνο εκ των υστέρων, όταν η ζημιά έχει ήδη γίνει.
Η κλιματική αλλαγή δεν αντιμετωπίζεται μόνο με διεθνείς διασκέψεις, στόχους για το 2050 και επενδυτικές παρουσιάσεις. Αντιμετωπίζεται και με καθημερινές παρεμβάσεις προστασίας του φυσικού χώρου. Με αυστηρούς ελέγχους. Με ενίσχυση των δασικών υπηρεσιών. Με πραγματική εποπτεία των πολεοδομιών. Με κανόνες που εφαρμόζονται για όλους και όχι μόνο για τους αδύναμους.
Ο υπουργός έχει κάθε δικαίωμα να επενδύει πολιτικά στην ενεργειακή στρατηγική της χώρας. Δεν έχει όμως το δικαίωμα να αφήνει να δημιουργείται η εντύπωση ότι το περιβάλλον αποτελεί το δευτερεύον συνθετικό του τίτλου του υπουργείου του.
Γιατί στο τέλος της ημέρας, οι πολίτες δεν θα τον κρίνουν από τις φωτογραφίες με τα στελέχη των πολυεθνικών εταιρειών ούτε από τα αισιόδοξα σενάρια για πιθανά κοιτάσματα. Θα τον κρίνουν από το αν προστάτευσε τα δάση, τις ακτές, το φυσικό τοπίο και το δικαίωμα των επόμενων γενεών να ζήσουν σε μια χώρα που δεν θα έχει θυσιάσει το περιβάλλον της στο όνομα μιας πρόσκαιρης ανάπτυξης.
Και σε αυτό το πεδίο, τα ερωτήματα παραμένουν περισσότερα από τις απαντήσεις.

