
Η διπλωματία σπάνια αλλάζει μέσα από μία μόνο δήλωση. Υπάρχουν όμως στιγμές που μία φράση αποτυπώνει μια μετατόπιση μεγαλύτερη από το ίδιο της το περιεχόμενο. Η χθεσινή τοποθέτηση του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ότι η επίλυση των ζητημάτων του Αιγαίου είναι υπόθεση των ηγετών ανήκει σε αυτή την κατηγορία.
Ο Τούρκος πρόεδρος δεν εγκατέλειψε την πάγια τουρκική θέση περί «ζητημάτων» στο Αιγαίο. Διατήρησε τον πληθυντικό, που για την Άγκυρα περιλαμβάνει ένα ευρύ πεδίο διεκδικήσεων και ερμηνειών. Ωστόσο, επέλεξε να δώσει πολιτικό βάρος στην ιδέα ότι η τελική διαχείριση τέτοιων θεμάτων δεν μπορεί να παραμένει αιχμάλωτη της γραφειοκρατίας, των τεχνικών επιτροπών ή των παλαιών αντανακλαστικών. Είναι, είπε ουσιαστικά, ζήτημα ηγετών.
Η Αθήνα απάντησε με τη γνωστή, σταθερή της γραμμή. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης εξήγησε ότι για την Ελλάδα υπάρχει μία και μόνη διαφορά στο Αιγαίο: η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης. Όλα τα υπόλοιπα, από την ελληνική οπτική, δεν αποτελούν νόμιμα αντικείμενα διαπραγμάτευσης αλλά τουρκικές αξιώσεις που δεν μπορούν να αποκτήσουν κύρος επειδή επαναλαμβάνονται.
Το ενδιαφέρον, όμως, δεν βρίσκεται μόνο στη διαφωνία. Βρίσκεται και στον τρόπο με τον οποίο ο Ερντογάν επιχείρησε να αποφορτίσει δύο από τα πιο βαριά σύμβολα της τουρκικής ρητορικής.
Για τη «Γαλάζια Πατρίδα», ο Τούρκος πρόεδρος είπε ότι πρόκειται κυρίως για ζήτημα που αφορά το εσωτερικό της Τουρκίας. Η διατύπωση αυτή έχει σημασία. Δεν αναιρεί το γεγονός ότι το δόγμα αυτό έχει χρησιμοποιηθεί επί χρόνια ως γεωπολιτικό σύνθημα. Αλλά δείχνει μια προσπάθεια να περιοριστεί η δημόσια έντασή του, να παρουσιαστεί περισσότερο ως στοιχείο εσωτερικής πολιτικής ταυτότητας παρά ως άμεσο πλαίσιο αντιπαράθεσης με την Ελλάδα.
Ανάλογη ήταν και η αναφορά του στο casus belli. Ο Ερντογάν το χαρακτήρισε παλαιό ζήτημα που δεν αφορά τους δύο λαούς. Πρόκειται για φράση με προφανή πολιτική χρησιμότητα. Από τη μία, δεν αίρει τυπικά την απειλή πολέμου που έχει ψηφιστεί από την τουρκική Εθνοσυνέλευση. Από την άλλη, επιχειρεί να την απομακρύνει από το προσκήνιο της σημερινής ελληνοτουρκικής σχέσης, μεταφέροντας το βάρος από την απειλή στην ανάγκη συμβίωσης.
Εδώ βρίσκεται και η ουσία της στιγμής. Η Ελλάδα επιμένει στον ενικό: μία διαφορά, μία νομική εκκρεμότητα, μία πιθανή οδός επίλυσης μέσω του Διεθνούς Δικαίου. Η Τουρκία επιμένει στον πληθυντικό: ζητήματα, πακέτα, ανοιχτές εκκρεμότητες, πολιτική διαπραγμάτευση. Ανάμεσα σε αυτές τις δύο γλώσσες κινείται ολόκληρη η ελληνοτουρκική σχέση.
Και όμως, η χθεσινή ανταλλαγή δεν ήταν μια συνηθισμένη αντιπαράθεση. Δεν κυριάρχησαν οι απειλές. Δεν υπήρξε η γνωστή ρητορική της έντασης. Αντίθετα, υπήρξε μια προσπάθεια να διατηρηθεί το κανάλι της πολιτικής επικοινωνίας ανοιχτό, ακόμη κι αν οι θεμελιώδεις διαφωνίες παραμένουν άλυτες.
Οι ελληνοτουρκικές διαφορές δεν λύνονται με φράσεις. Ούτε εξαφανίζονται επειδή ένας ηγέτης τις περιγράφει με ηπιότερο τόνο. Όμως στην εξωτερική πολιτική ο τόνος δεν είναι αμελητέος. Μπορεί να προηγηθεί της ουσίας. Μπορεί να αποτρέψει την κλιμάκωση. Μπορεί να δημιουργήσει χώρο για μια δύσκολη, αργή και συχνά απογοητευτική διαδικασία συνεννόησης.
Οι λέξεις δεν χαράζουν σύνορα. Αλλά μπορούν να δείξουν αν οι ηγέτες προετοιμάζουν τους λαούς τους για σύγκρουση ή για συμβίωση. Και σε αυτό το σημείο, η χθεσινή δήλωση Ερντογάν αξίζει να διαβαστεί προσεκτικά.

