Όταν η «εθνική προδοσία» γίνεται πολιτικό σύνθημα – Το ανύπαρκτο βέτο, οι πραγματικές αρμοδιότητες του ΝΑΤΟ και η πολιτική αξιοποίηση της οργής

Newsroom
8 Min Read

Μαρία Καρυστιανού

Η λέξη προδοσία είναι μια λέξη που κυρίως τα χρόνια των μνημονίων χρησιμοποίησαν αρκετά πολιτικά κόμματα προκειμένου να απευθυνθούν στο θυμικό κομματιών του κοινωνικού σώματος και να προσελκύσουν αγανακτισμένους και αντισυστημικός ψηφοφόρους. Αυτή τη λέξη η κ. Μαρία Καρυστιανού την επαναφέρει με τρόπο σχεδόν τελετουργικό κάθε φορά που η επικαιρότητα της προσφέρει βήμα. Την είχε χρησιμοποιήσει και στο παρελθόν για τα ελληνοτουρκικά, την ξαναχρησιμοποίησε χθες με αφορμή τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα.

Η ανάρτησή της, με την οποία κατηγορεί τον πρωθυπουργό ότι η σκόπιμη μη άσκηση του βέτο «συνιστά Εθνική Προδοσία» και ότι «θα λογοδοτήσει», δεν είναι απλώς σκληρή κριτική. Είναι μια συνειδητή επιλογή ύφους, που ανάγει τη διαφωνία σε κατηγορία εσχάτης προδοσίας, ένα βαρύ ποινικό αδίκημα, χωρίς η ίδια να αντέχει στη βάσανο των γεγονότων ούτε για ένα λεπτό.

Το βέτο που δεν υπήρξε ποτέ

Ας μείνουμε στην ουσία του επιχειρήματος, γιατί εκεί το οικοδόμημα καταρρέει θορυβωδώς. Η πρόεδρος της «ΕΛΠΙΔΑΣ για τη Δημοκρατία» υποστηρίζει ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης «συναινεί χωρίς αντίδραση στην αναβάθμιση της Τουρκίας σε ΝΑΤΟ και Ευρωπαϊκή άμυνα, χωρίς να ασκεί βέτο». Το πρόβλημα είναι ότι στην Άγκυρα δεν υπήρξε καμία διαδικαστική στιγμή που να απαιτούσε ελληνική συναίνεση στο ζήτημα των F-35. Το «βέτο» που επικαλείται η κ. Καρυστιανού ως «κύριο διπλωματικό μας χαρτί» παρουσιάζεται σαν να ήταν διαθέσιμο και ανεκμετάλλευτο, ενώ στην πραγματικότητα δεν αντιστοιχούσε σε τίποτε συγκεκριμένο ως προς τα μαχητικά και την πιθανή απόκτηση τους από την Τουρκία. Χτίζει, με άλλα λόγια, κατηγορία προδοσίας πάνω σε ένα εργαλείο που δεν υπήρχε προς χρήση, και αυτό είναι το θεμέλιο ολόκληρου του ισχυρισμού της.

Πού ασκείται πραγματικά το δικαίωμα αρνησικυρίας

Και επειδή η κ. Καρυστιανού μιλά για βέτο σαν να πρόκειται για διακόπτη που ο πρωθυπουργός αρνήθηκε να πατήσει, αξίζει να ξεκαθαριστεί πού και πότε πράγματι ασκείται. Το ΝΑΤΟ αποφασίζει με ομοφωνία, δεν υπάρχει ψηφοφορία πλειοψηφίας, και αυτό σημαίνει ότι κάθε κράτος μέλος διαθέτει θεωρητικά δικαίωμα αρνησικυρίας σε ό,τι απαιτεί συλλογική συμφωνία, δηλαδή στο κείμενο της τελικής διακήρυξης, στη διοικητική δομή και τα στρατηγεία, ή στην ένταξη νέου μέλους, εκεί όπου η ίδια η Τουρκία μπλόκαρε επί μακρόν Σουηδία και Φινλανδία. Η ένταξη όμως της Τουρκίας δεν είναι στο τραπέζι, αφού η γείτονα είναι μέλος της Συμμαχίας από το 1952. Τα F-35, από την άλλη, δεν αποφασίζονται στο Βορειοατλαντικό Συμβούλιο, είναι διμερής αμερικανική πώληση δεσμευμένη από την αμερικανική νομοθεσία και τους περιορισμούς CAATSA, που αίρονται μόνο με απόφαση του Κογκρέσου. Το μόνο πεδίο όπου η έννοια του βέτο έχει πραγματικό αντίκρισμα είναι τα ευρωπαϊκά αμυντικά εργαλεία, όπως το πρόγραμμα SAFE, όπου οι αποφάσεις της ΕΕ απαιτούν ομοφωνία και όπου Αθήνα και Λευκωσία διατηρούν ήδη ενεργές επιφυλάξεις για τη συμμετοχή της Τουρκίας, κρατώντας την προς το παρόν εκτός. Με άλλα λόγια, το χαρτί που η κ. Καρυστιανού καταγγέλλει ως αχρησιμοποίητο, παίζεται ήδη εκεί που μπορεί να παιχτεί.

Η πραγματική εικόνα από τη Σύνοδο της Άγκυρας

Το δεύτερο που καταρρίπτει την αφήγηση της «αφωνίας» είναι το τι πραγματικά συνέβη στην Άγκυρα. Ο πρωθυπουργός έθεσε δημόσια, μπροστά στους συμμάχους και με οικοδεσπότη τον Ερντογάν, ότι δεν νοείται Συμμαχία όταν η Ελλάδα απειλείται με casus belli, χαρακτηρίζοντάς το μάλιστα «ιστορική ανορθογραφία». Μπορεί κανείς να κρίνει αν το έκανε αρκετά δυναμικά, μπορεί να διαφωνεί με τον τόνο, όμως το να το βαφτίζει «σιωπή» και «δουλικότητα χαρακτήρα» είναι πολιτική διαστρέβλωση, όχι κριτική. Η καλύτερη απόδειξη είναι η ίδια η αντίδραση της Άγκυρας. Ο Ερντογάν ενοχλήθηκε αρκετά ώστε να απαντήσει ευθέως ότι ο Μητσοτάκης «δεν θα έπρεπε να πέσει σε ένα τέτοιο λάθος», ισχυριζόμενος με θράσος ότι η πλειοψηφία του λαού του δεν ξέρει καν τι είναι το casus belli. Δύσκολα ενοχλείται μια γειτονική πρωτεύουσα από μια σιωπή.

Τι είναι πραγματικά το casus belli

Το casus belli δεν είναι μια αόριστη τουρκική μουρμούρα, είναι συγκεκριμένη πράξη. Στις 8 Ιουνίου 1995 η Τουρκική Εθνοσυνέλευση, με ψήφισμά της, εξουσιοδότησε την κυβέρνηση να χρησιμοποιήσει όλα τα μέσα, περιλαμβανομένων και των στρατιωτικών, σε περίπτωση που η Ελλάδα επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα πέραν των 6 ναυτικών μιλίων στο Αιγαίο. Η απόφαση αυτή ήρθε ως αντίδραση στην κύρωση από την ελληνική Βουλή της Σύμβασης του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας, της UNCLOS, με τον νόμο 2321/1995, σύμβαση που κατοχυρώνει το δικαίωμα κάθε παράκτιου κράτους να επεκτείνει την αιγιαλίτιδα ζώνη του έως τα 12 ναυτικά μίλια. Η απειλή παραμένει σε ισχύ μέχρι σήμερα και συνιστά, αντικειμενικά, μια ευθεία απειλή πολέμου κράτους μέλους του ΝΑΤΟ εναντίον άλλου κράτους μέλους.

Η πάγια ελληνική στρατηγική

Το κρίσιμο, που η κ. Καρυστιανού βολικά προσπερνά, είναι ότι η μη επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων μέχρι σήμερα δεν είναι υποχώρηση ούτε δουλοπρέπεια, είναι πάγια στρατηγική επιλογή διαδοχικών ελληνικών κυβερνήσεων. Η Ελλάδα δεν παραιτείται του δικαιώματος, το διατηρεί ρητά και το ασκεί όποτε το κρίνει, όπως έκανε το 2021 στο Ιόνιο. Το ζήτημα του casus belli, επομένως, δεν λύνεται με ένα ανύπαρκτο βέτο σε μια Σύνοδο, λύνεται είτε με διμερή διευθέτηση είτε στη Χάγη είτε με την πραγματική άσκηση του δικαιώματος τη στιγμή που η Αθήνα θα κρίνει ότι υπηρετεί το εθνικό συμφέρον.

Η πολιτική στόχευση πίσω από την ανάρτηση

Υπάρχει και η πολιτική μηχανική πίσω από την ανάρτηση, που είναι ίσως το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο. Η κ. Καρυστιανού δεν χτυπά μόνο την κυβέρνηση. Στην ίδια κίνηση χαρακτηρίζει την αντιπολίτευση «παθητική έως ανύπαρκτη» και της καταλογίζει ότι έχει χαθεί στην «προεκλογική ψηφοθηρία». Η στόχευση είναι διάφανη, όλοι απέτυχαν, όλοι πρόδωσαν, μένει μόνο ένας καθαρός πόλος, ο δικός της. Είναι το κλασικό εργαλείο ενός σχηματισμού που θέλει να χτίσει ταυτότητα πάνω στη συλλογική απαξίωση του πολιτικού συστήματος. Και εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη υποκρισία, γιατί η κατηγορία της ψηφοθηρίας εκτοξεύεται από μια αρχηγό που, ακριβώς με τέτοιες υπερθετικές αναρτήσεις περί προδοσίας, καλλιεργεί μεθοδικά το δικό της εκλογικό ακροατήριο.

Από την πολιτική κριτική στην ηθική καταδίκη

Κανείς δεν αμφισβητεί το δικαίωμα της κ. Καρυστιανού να ασκεί σκληρή κριτική στην εξωτερική πολιτική, ούτε ότι υπάρχουν πραγματικά ερωτήματα για το πώς διαχειρίζεται η Αθήνα τη σχέση Τραμπ και Ερντογάν και το άνοιγμα για τα F-35. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η κριτική εγκαταλείπει το πεδίο των επιχειρημάτων και μετακομίζει στο πεδίο της ηθικής καταδίκης, όπου κάθε αντίπαλος είναι προδότης και κάθε επιλογή έγκλημα. Είναι ένας εύκολος δρόμος, γιατί ενθουσιάζει, όμως είναι και επικίνδυνος, γιατί δηλητηριάζει τον δημόσιο διάλογο για ζητήματα που απαιτούν ψυχραιμία, γνώση του Διεθνούς Δικαίου και όχι κραυγές.

Το πραγματικό ερώτημα

Το ερώτημα που μένει δεν αφορά τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Αφορά την ίδια την κ. Καρυστιανού και το αν θέλει να χτίσει έναν σοβαρό πολιτικό λόγο, που θα σέβεται τους πολίτες αρκετά ώστε να τους λέει και τα δύσκολα, ή αν θα αρκεστεί στο να μετατρέπει κάθε εθνικό ζήτημα σε φθηνό καύσιμο για ψήφους.

Share This Article