
Δέκα οίκοι ανοχής λειτουργούσαν παρότι είχαν σφραγιστεί — όταν η διοικητική απόφαση δεν επιβάλλεται, η παρανομία δεν φοβάται το κράτος, απλώς περιμένει να φύγει το συνεργείο. Υπάρχει μια ελληνική λέξη που ακούγεται πολύ οριστική. Σφράγιση.Σημαίνει ότι μπήκε λουκέτο. Έκλεισε. Τέλος.Μόνο που στην Ελλάδα το «τέλος» μερικές φορές σημαίνει «μέχρι να φύγουν οι αρμόδιοι». Κι αυτό συμβαίνεις σε κέντρα διασκέδασης, βενζινάδικα, εστιατόρια, μπιτσόμπαρα και ότι άλλο σφραγίζεται που τελικά δεν… σφραγίζεται γιατί κάποιοι έχουν φροντίσει να φτιάξουν μια νομοθεσία που έχει ανοιχτά παράθυρα για να ξανανοίγουν…
Η Αστυνομία έκανε ελέγχους σε δέκα οίκους ανοχής στην Αττική, στο πλαίσιο δράσης για τον εντοπισμό πιθανών θυμάτων εμπορίας ανθρώπων. Και ανακάλυψε ότι οι συγκεκριμένες επιχειρήσεις λειτουργούσαν μολονότι είχαν ήδη σφραγιστεί με αποφάσεις των δημοτικών αρχών. Όχι κάποτε. Σε ορισμένες περιπτώσεις, σύμφωνα με την ΕΛ.ΑΣ., επανειλημμένα.
Κάπου εδώ το ενδιαφέρον ξεφεύγει από τους οίκους ανοχής. Γιατί το πραγματικό ερώτημα είναι πολύ απλό, Τι σημαίνει διοικητική κύρωση αν ο ελεγχόμενος μπορεί απλώς να την αγνοήσει; Το ελληνικό κράτος έχει μεγάλη αγάπη στη διαδικασία. Γράφει έκθεση. Εκδίδει απόφαση. Στέλνει έγγραφο. Βάζει σφραγίδα. Τραβά φωτογραφία. Και αισθάνεται ότι έκανε τη δουλειά του. Μόνο που ο πολίτης δεν πληρώνει κράτος για να εκδίδει αποφάσεις. Το πληρώνει για να ισχύουν.
Αυτό είναι το μικρό μυστικό κάθε κράτους δικαίου. Ο νόμος δεν χρειάζεται να είναι τρομακτικός. Χρειάζεται να είναι βέβαιος. Να ξέρεις ότι, αν μια επιχείρηση κλείσει επειδή παρανομεί, πράγματι έκλεισε. Ότι αν αφαιρεθεί μια άδεια, δεν συνεχίζεις σαν να μη συνέβη τίποτα. Ότι αν βεβαιωθεί ένα πρόστιμο, δεν υπάρχει ως αριθμός σε κάποιον υπολογιστή αλλά εισπράττεται. Γιατί όταν ο παραβάτης αντιλαμβάνεται ότι μεταξύ απόφασης και εφαρμογής υπάρχει κενό, προσαρμόζει τη συμπεριφορά του. Δεν φοβάται την ποινή. Υπολογίζει την πιθανότητα να εφαρμοστεί. Και εδώ βρίσκεται μία από τις πιο παλιές ελληνικές παθογένειες. Δεν μας λείπουν πάντα οι νόμοι. Μας λείπει η συνέχεια μετά τον νόμο. Φτιάχνουμε πολυκατοικίες κανονισμών πάνω σε θεμέλια ελλιπούς ελέγχου. Και μετά, κάθε φορά που διαπιστώνουμε ότι η παρανομία συνεχίζεται, η απάντηση είναι ένας νέος έλεγχος και μία νέα σφράγιση. Και μετά διαδικασίες, παρέκκλισης, αναστολής, θεραπείας και μετά νομιμοποίησης της παρανομίας.
Δηλαδή ξανακάνουμε αυτό που είχε ήδη γίνει. Η συγκεκριμένη υπόθεση έχει φυσικά και μια πολύ σοβαρότερη διάσταση, οι έλεγχοι έγιναν στο πλαίσιο καταπολέμησης της εμπορίας ανθρώπων. Εκεί η αποτυχία εφαρμογής δεν είναι απλώς διοικητική αδυναμία. Μπορεί να αφήνει ανθρώπους εκτεθειμένους σε εκμετάλλευση. Και αυτό κάνει το θέμα ακόμη σοβαρότερο. Το κράτος δεν κρίνεται όταν υπογράφει μια απόφαση. Κρίνεται την επόμενη εβδομάδα. Όταν κανείς δεν κοιτάζει. Όταν δεν υπάρχουν κάμερες. Όταν πρέπει κάποιος να ελέγξει αν το λουκέτο παραμένει λουκέτο. Γιατί υπάρχει ένα σημείο όπου η επανάληψη παύει να είναι γραφειοκρατία και γίνεται γελοιότητα, αν πρέπει να σφραγίζεις ξανά και ξανά το ίδιο κατάστημα, κάποια στιγμή δεν έχει πρόβλημα μόνο το κατάστημα. Έχει πρόβλημα και η σφραγίδα. Γιατί τότε δεν είσαι κράτος αλλά οίκος… ανοχής στην παρανομία.

