Οι εκλογές που θα ψάχνουμε τον δεύτερο και τον Σαμαρά

Newsroom
9 Min Read

Αντώνης Σαμαράς

Αν οι σημερινές πολιτικές τάσεις αντέξουν μέχρι τις κάλπες, οι επόμενες εκλογές μπορεί να έχουν ένα παράδοξο χαρακτηριστικό: να γνωρίζουμε σχετικά νωρίς ποιος κέρδισε και να χρειαστούμε πολύ περισσότερο χρόνο για να καταλάβουμε ποιος πραγματικά έχει λόγους να πανηγυρίζει.

Διότι το κρίσιμο ερώτημα ενδέχεται να μην είναι μόνο «πόσο πήρε η Νέα Δημοκρατία;». Θα είναι τρία άλλα: Ποιος ήρθε δεύτερος; Πόσο απέχει μαζί με τον τρίτο από τη ΝΔ; Και πόσο πήρε ο Αντώνης Σαμαράς;

Και αυτά τα τρία ερωτήματα μπορεί να καθορίσουν την πολιτική ζωή της χώρας περισσότερο από τη διαφορά πρώτου και δεύτερου.

Η πρωτιά που μπορεί να μην αρκεί

Η σημερινή δημοσκοπική εικόνα εμφανίζει τη Νέα Δημοκρατία καθαρά πρώτη, αλλά σε επίπεδα που δεν εξασφαλίζουν αυτοδυναμία. Σε πρόσφατες μετρήσεις κινείται περίπου στην περιοχή του 30%, ενώ η δεύτερη ΕΛ.Α.Σ. βρίσκεται γύρω στο 16%-17% και το ΠΑΣΟΚ περίπου στο 11%.

Εάν κάτι αντίστοιχο αποτυπωθεί στην κάλπη, η ΝΔ θα έχει κερδίσει τις εκλογές αλλά δεν θα έχει λύσει το πρόβλημα της διακυβέρνησης.

Και τότε το πολιτικό ενδιαφέρον μεταφέρεται αυτομάτως από τον πρώτο στους υπόλοιπους.

Ο ισχύων εκλογικός νόμος ενισχύει το πρώτο κόμμα από το 25% και πάνω, με μπόνους που ξεκινά από 20 έδρες και αυξάνεται σταδιακά μέχρι τις 50 στο 40%. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ένα πρώτο κόμμα στην περιοχή του 29%-31% μπορεί εύκολα να σχηματίσει μόνο του κυβέρνηση.  Κάπου εδώ αρχίζει η πραγματική πολιτική αριθμητική.

Γιατί ξαφνικά θα μας ενδιαφέρει τόσο ο δεύτερος

Ας υποθέσουμε ότι η ΝΔ τερματίζει πρώτη με περίπου 30%. Το κρίσιμο δεν θα είναι μόνο αν ο δεύτερος βρίσκεται στο 16%, στο 18% ή στο 20%. Θα είναι εάν μπορεί να δημιουργήσει γύρω του την εικόνα μιας εναλλακτικής κυβερνητικής πλειοψηφίας.

Εάν, για παράδειγμα, δεύτερο και τρίτο κόμμα αθροίζουν 28%-30%, το πολιτικό μήνυμα είναι διαφορετικό από μια περίπτωση όπου αθροίζουν μόλις 22%-23%.

Γιατί τότε μπορεί να δημιουργηθεί ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον πολιτικό επιχείρημα: «Ο Μητσοτάκης είναι πρώτος, αλλά απέναντί του υπάρχει πλέον μια δυνητική πλειοψηφία που μπορεί να τον νικήσει».

Προσοχή: το αριθμητικό άθροισμα δύο κομμάτων δεν δημιουργεί αυτομάτως πολιτική συμμαχία. Άλλο η πρόσθεση ποσοστών και άλλο η πρόσθεση ψηφοφόρων, προγραμμάτων, ηγεσιών και φιλοδοξιών.

Όμως μεταξύ δύο εκλογικών αναμετρήσεων η πολιτική δεν λειτουργεί μόνο με αριθμητική. Λειτουργεί και με δυναμική εξουσίας.

Εάν ο δεύτερος μπορέσει να πείσει ότι γύρω του μπορεί να συγκροτηθεί κυβερνητική εναλλακτική, τότε οι δεύτερες εκλογές παύουν να είναι απλώς μια επανάληψη της πρώτης κάλπης.

Μετατρέπονται σε αναμέτρηση για το ποιος μπορεί να κυβερνήσει.

Η μεγάλη πίεση στον τρίτο

Εδώ βρίσκεται και η παγίδα για το τρίτο κόμμα. Εάν η διαφορά δεύτερου και τρίτου είναι μεγάλη, ο τρίτος κινδυνεύει να πιεστεί από το γνωστό δίλημμα της «χρήσιμης ψήφου». Ο ψηφοφόρος που θέλει αλλαγή κυβέρνησης μπορεί στις δεύτερες κάλπες να σκεφτεί διαφορετικά, «Στην πρώτη ψήφισα αυτό που προτιμώ. Στη δεύτερη ψηφίζω αυτόν που μπορεί να κερδίσει».

Είναι ένας από τους βασικούς μηχανισμούς που μπορούν να μετατρέψουν μια διαφορά δέκα ή δώδεκα μονάδων σε πολύ πιο ανοιχτή πολιτική μάχη. Δεν είναι βέβαιο ότι θα συμβεί. Για να συμβεί χρειάζεται ο δεύτερος να αποκτήσει κυβερνητική αξιοπιστία, πρόγραμμα, στελέχη και κυρίως να πείσει ψηφοφόρους άλλων κομμάτων ότι αποτελεί λύση και όχι απλώς ψήφο διαμαρτυρίας. Αλλά αυτό ακριβώς θα είναι το παιχνίδι ανάμεσα στις δύο κάλπες.

Και μετά θα κοιτάξουν όλοι τον Σαμαρά

Υπάρχει όμως και ένας δεύτερος αριθμός που μπορεί να γίνει καθοριστικός το βράδυ των εκλογών. Το ποσοστό του Αντώνη Σαμαρά, εφόσον τελικά κατέβει με νέο κόμμα. Οι μέχρι τώρα δημοσκοπήσεις δεν αποδεικνύουν ποιο θα είναι το πραγματικό εκλογικό αποτέλεσμα ενός τέτοιου εγχειρήματος. Καταγράφουν όμως υπαρκτή δυνητική δεξαμενή. Σε μέτρηση της Interview τον Ιούλιο η δυνητική βάση του εγχειρήματος προσδιοριζόταν περίπου στο 12%, χωρίς βεβαίως αυτό να ισοδυναμεί με πρόθεση ψήφου.

Το σημαντικότερο όμως δεν θα είναι μόνο πόσο πήρε. Θα είναι από πού το πήρε.

  Εάν ένα κόμμα Σαμαρά καταγράψει, για παράδειγμα, 5%-7% και αποδειχθεί ότι σημαντικό τμήμα αυτού του ποσοστού προέρχεται από πρώην ψηφοφόρους της ΝΔ, το αποτέλεσμα θα προκαλέσει αναπόφευκτα συζήτηση στο εσωτερικό της κυβερνώσας παράταξης. Ιδίως εάν η ΝΔ έχει χάσει εξαιτίας αυτής της διαρροής την αυτοδυναμία ή έχει καταγράψει ένα αποτέλεσμα αισθητά χαμηλότερο των προσδοκιών της. Τότε η συζήτηση δεν θα είναι θεωρητική. Θα είναι υπαρξιακή.

Το ερώτημα που θα μπει μέσα στη ΝΔ

Φανταστείτε ένα αποτέλεσμα στο οποίο η ΝΔ παραμένει πρώτη αλλά δεν μπορεί να κυβερνήσει μόνη της, ενώ δεξιά της υπάρχει ένα κόμμα Σαμαρά με αξιοσημείωτο ποσοστό. Την επόμενη ημέρα θα υπάρχουν δύο εντελώς διαφορετικές αναγνώσεις. Η πρώτη θα λέει, «Η ΝΔ παραμένει μακράν πρώτη. Άρα ο Μητσοτάκης παραμένει ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης της παράταξης».

Η δεύτερη όμως θα λέει, «Χάσαμε την αυτοδυναμία επειδή διασπάστηκε η εκλογική μας βάση. Πρέπει να ξαναενώσουμε την παράταξη».

Και τότε το θέμα Σαμαρά αποκτά άλλη διάσταση. Δεν θα συζητείται πλέον μόνο ως εξωτερική απειλή για τη ΝΔ, αλλά ενδεχομένως ως μέρος της συζήτησης για την ανασύνθεση της Κεντροδεξιάς. Αυτό δεν σημαίνει υποχρεωτικά επιστροφή Σαμαρά ούτε, πολύ περισσότερο, αλλαγή ηγεσίας. Θα εξαρτηθεί από το αποτέλεσμα, τη διαφορά από τον δεύτερο, τις έδρες, τις δυνατότητες συνεργασιών και την πολιτική στάση του ίδιου. Αλλά η πίεση θα υπάρχει. Και όσο μεγαλύτερη είναι η εκλογική ζημιά της ΝΔ προς τα δεξιά της τόσο ισχυρότερο θα είναι το επιχείρημα όσων θα ζητούν επαναπροσέγγιση.

Ο Σαμαράς μπορεί να γίνει από πρόβλημα μέρος της λύσης

  Εδώ βρίσκεται το μεγάλο παράδοξο. Ο Αντώνης Σαμαράς μπορεί να αποδειχθεί ταυτόχρονα ο άνθρωπος που δυσκόλεψε την αυτοδυναμία της ΝΔ και εκείνος που, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, θα μπορούσε να συμβάλει στην επανασυσπείρωση της παράταξης. Εάν το κόμμα του αποτύχει εκλογικά, η συζήτηση πιθανότατα τελειώνει εκεί. Εάν όμως καταγράψει ένα ικανό ποσοστό και η ΝΔ βρεθεί λίγες μονάδες μακριά από την περιοχή που χρειάζεται για αυτοδυναμία, τότε όλοι θα κάνουν την ίδια πρόσθεση, ΝΔ συν Σαμαράς πόσο κάνουν; Και κυρίως, ,μπορούν αυτοί οι ψηφοφόροι να επιστρέψουν;

Από εκεί μπορεί να ξεκινήσει μια πολύ δύσκολη εσωκομματική συζήτηση για φυσιογνωμία, πολιτική γραμμή, πρόσωπα και ηγεσία.

Οι εκλογές μπορεί τελικά να έχουν τρία αποτελέσματα

  Γι’ αυτό οι επόμενες κάλπες μπορεί να μη βγάλουν ένα αποτέλεσμα αλλά τρία.

Το πρώτο θα είναι το προφανές, ποιος κέρδισε.
Το δεύτερο θα είναι πολιτικά σημαντικότερο: ποιος απέκτησε τη δυνατότητα να αμφισβητήσει τον νικητή στις επόμενες κάλπες.
Και το τρίτο μπορεί να αποδειχθεί καταλυτικό, τι δύναμη διατήρησε ο Σαμαράς μέσα στην εκλογική βάση της Κεντροδεξιάς.
Η Νέα Δημοκρατία μπορεί λοιπόν να κερδίσει την πρώτη κάλπη και ταυτόχρονα να βγει από αυτήν αντιμέτωπη με το μεγαλύτερο στρατηγικό δίλημμα της τελευταίας δεκαετίας.

Η αντιπολίτευση μπορεί να χάσει από τη ΝΔ αλλά να ανακαλύψει ότι, αθροιστικά, βρίσκεται πιο κοντά στην εξουσία απ’ όσο έδειχνε πριν ανοίξουν οι κάλπες. Και ο Σαμαράς μπορεί να μη διεκδικεί καν την πρωτιά, αλλά να κρατά ένα από τα κλειδιά της επόμενης κυβέρνησης. Το βράδυ των εκλογών, λοιπόν, μπορεί να ξέρουμε πολύ γρήγορα ποιος είναι πρώτος. Το πραγματικό θρίλερ θα αρχίσει αμέσως μετά: ποιος είναι δεύτερος, πόσο κάνουν δεύτερος και τρίτος μαζί και πόσο ακριβώς κόστισε ο Σαμαράς στη Νέα Δημοκρατία. Γιατί αυτή τη φορά ο νικητής της πρώτης κάλπης μπορεί να μην είναι και ο τελικός νικητής της πολιτικής παρτίδας.

Share This Article