Οι «αρμοί της εξουσίας» και η μακρά σκιά της Μεταπολίτευσης

Newsroom
6 Min Read

Η εικόνα είχε τη δική της βαρύτητα. Η πρώην Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Μαρία Λεπενιώτη να βρίσκεται δίπλα στον Αλέξη Τσίπρα κατά την κατάθεση της ιδρυτικής διακήρυξης του νέου πολιτικού του φορέα. Σε μια ώριμη δημοκρατία, η συμμετοχή ενός πρώην ανώτατου δικαστικού στην πολιτική ζωή δεν μπορεί ούτε να ξενίζει ούτε να ενοχοποιείται. Ωστόσο, ο συμβολισμός παραμένει ισχυρός. Διότι η πολιτική δεν είναι μόνο οι πράξεις· είναι και οι εικόνες. Και οι εικόνες συχνά φωτίζουν βαθύτερες αντιλήψεις για το κράτος, την εξουσία και τους θεσμούς.

Η συζήτηση που ανακινείται δεν αφορά ένα πρόσωπο. Αφορά μια ολόκληρη πολιτική παράδοση. Τη διαχρονική αντίληψη ότι η κατάκτηση της κυβέρνησης δεν ταυτίζεται με την κατάκτηση της εξουσίας. Μια αντίληψη που διατρέχει σχεδόν ολόκληρη τη μεταπολιτευτική Αριστερά και η οποία, κατά καιρούς, διατυπώθηκε με εντυπωσιακή ειλικρίνεια από τα ίδια τα στελέχη της.

Η πιο χαρακτηριστική ίσως διατύπωση ανήκει στην Μπέτυ Μπαζιάνα, η οποία το 2018 σημείωνε ότι «ο ΣΥΡΙΖΑ πήρε την κυβέρνηση αλλά δεν πήρε την εξουσία», εξηγώντας μάλιστα ότι η πραγματική εξουσία βρίσκεται στους μηχανισμούς και στα πρόσωπα που καταλαμβάνουν θέσεις-κλειδιά στο κράτος.

Δεν επρόκειτο για μια ατυχή φράση. Ήταν η συμπύκνωση μιας ολόκληρης πολιτικής φιλοσοφίας. Της πεποίθησης ότι οι εκλογές προσφέρουν την κυβερνητική διαχείριση, όχι όμως και τον ουσιαστικό έλεγχο των δομών που παράγουν ισχύ.

Δύο χρόνια αργότερα, ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας μίλησε ανοιχτά για την ανάγκη ελέγχου των «κρίσιμων αρμών της εξουσίας». Η φράση προκάλεσε πολιτική θύελλα, ακριβώς επειδή άγγιξε μια ευαίσθητη χορδή της ελληνικής δημοκρατίας. Δεν ήταν η πρώτη φορά που ένας πολιτικός χώρος αναζητούσε επιρροή στους θεσμούς. Όλα τα κόμματα εξουσίας το επιχείρησαν, σε διαφορετικές εποχές και με διαφορετικούς τρόπους. Ήταν όμως από τις λίγες φορές που η επιδίωξη αυτή διατυπώθηκε τόσο απερίφραστα.

Ίσως, όμως, το ουσιαστικότερο ζήτημα να βρίσκεται αλλού. Η Μεταπολίτευση οικοδόμησε ένα παράδοξο. Από τη μία πλευρά επέκτεινε τις ελευθερίες, αποκατέστησε τη δημοκρατική ομαλότητα και επέτρεψε τη συμμετοχή πολιτικών δυνάμεων που επί δεκαετίες βρίσκονταν στο περιθώριο. Από την άλλη, δημιούργησε ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο κάθε πολιτικός χώρος επιδίωκε σταδιακά να αποκτήσει πολιτισμική και θεσμική ηγεμονία. Στα πανεπιστήμια. Στη δημόσια διοίκηση. Στα συνδικάτα. Στα μέσα ενημέρωσης. Στον χώρο του πολιτισμού.

Τα κόμματα πεθαίνουν όταν παύουν να είναι αναγκαία

Η Αριστερά υπήρξε ίσως η πιο συνεπής δύναμη σε αυτή την επιδίωξη. Όχι απαραίτητα μέσω οργανωμένων σχεδίων, αλλά μέσω μιας μακράς πολιτισμικής παρουσίας που της επέτρεψε να διαμορφώσει γλώσσα, αξίες και κώδικες δημόσιου λόγου. Για δεκαετίες στην Ελλάδα, η έννοια της «προοδευτικότητας» συνδέθηκε σχεδόν αυτονόητα με την Αριστερά, ενώ ο δημόσιος διάλογος συχνά διεξαγόταν μέσα σε νοητικά σχήματα που εκείνη είχε καθορίσει.

Αυτό ακριβώς είναι που πολλοί περιγράφουν ως επιρροή στους «αρμούς». Όχι αναγκαστικά ως κομματικό έλεγχο, αλλά ως δυνατότητα διαμόρφωσης της κυρίαρχης αφήγησης. Διότι η εξουσία δεν είναι μόνο η υπογραφή ενός υπουργού. Είναι και η δυνατότητα να ορίζεις ποια άποψη θεωρείται αυτονόητη, ποια θέση χαρακτηρίζεται προοδευτική, ποια αντίρρηση αντιμετωπίζεται ως παρωχημένη.

Η ελληνική πολιτική ζωή προσφέρει πολλά παραδείγματα αυτής της λογικής. Από τις συζητήσεις για τη Δικαιοσύνη και τις ανεξάρτητες αρχές μέχρι τις αντιπαραθέσεις γύρω από τα πανεπιστήμια, τα μέσα ενημέρωσης ή τη δημόσια διοίκηση. Κάθε κυβέρνηση κατηγορεί την προηγούμενη ότι άφησε πίσω της μηχανισμούς επιρροής. Κάθε αντιπολίτευση υποστηρίζει ότι οι θεσμοί αλλοιώνονται από την εκάστοτε εξουσία. Και κάπως έτσι η χώρα ζει διαρκώς μέσα στην υποψία ότι πίσω από την επίσημη πολιτική λειτουργεί ένα δεύτερο, αθέατο επίπεδο ισχύος.

Η παρουσία της Μαρίας Λεπενιώτη δίπλα στον Αλέξη Τσίπρα επανέφερε ακριβώς αυτή τη συζήτηση. Όχι επειδή αποδεικνύει κάτι. Οι δημοκρατίες δεν λειτουργούν με υπονοούμενα ούτε με ενοχές δια της συνάφειας. Υπενθυμίζει όμως ότι η σχέση πολιτικής και θεσμών εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα πιο ευαίσθητα ζητήματα της ελληνικής δημόσιας ζωής.

Και ίσως εδώ να βρίσκεται το βαθύτερο ερώτημα. Όχι αν η Αριστερά επιδίωξε να επηρεάσει τους θεσμούς. Αυτό το κάνουν όλα τα πολιτικά ρεύματα όταν πλησιάζουν την εξουσία. Το κρίσιμο είναι αν οι ίδιοι οι θεσμοί διαθέτουν την εσωτερική αντοχή να παραμένουν ανεξάρτητοι απέναντι σε κάθε πολιτική επιδίωξη. Εάν δηλαδή η Δικαιοσύνη, η διοίκηση, οι ανεξάρτητες αρχές και τα μέσα ενημέρωσης λειτουργούν ως πεδία δημοκρατικής ισορροπίας ή ως λάφυρα εκλογικών αναμετρήσεων.

Διότι στο τέλος της ημέρας, η ποιότητα μιας δημοκρατίας δεν κρίνεται από το ποιος κυβερνά. Κρίνεται από το αν υπάρχουν όρια σε εκείνον που κυβερνά. Και η μεγαλύτερη ίσως δοκιμασία για κάθε πολιτική δύναμη είναι αν μπορεί να αποδεχθεί ότι υπάρχουν χώροι που δεν της ανήκουν, ακόμη κι όταν κερδίζει τις εκλογές.

Αυτό είναι το ερώτημα που επανέρχεται σήμερα, πίσω από πρόσωπα, δηλώσεις και πολιτικούς συμβολισμούς. Ποιος ασκεί τελικά την εξουσία σε μια δημοκρατία; Η εκλεγμένη κυβέρνηση ή οι μηχανισμοί που επιβιώνουν των κυβερνήσεων; Και ακόμη περισσότερο: υπάρχει άραγε πολιτικός χώρος στην Ελλάδα που να αντιστάθηκε ποτέ πραγματικά στον πειρασμό να ταυτίσει το κράτος με τη δική του ιδεολογική επικράτηση;

Share This Article