Ο βρώμικος ρόλος του Κίσινγκερ: Η επιστολή του Νίξον που μπορούσε να σταματήσει την τουρκική εισβολή στην Κύπρο

Newsroom
15 Min Read

Ο βρώμικος ρόλος του Κίσινγκερ: Η επιστολή του Νίξον που μπορούσε να σταματήσει την τουρκική εισβολή στην Κύπρο

Μπορεί μία απόφαση της τελευταίας στιγμής να αλλάξει την πορεία της Ιστορίας; Μπορεί μια επιστολή που συντάχθηκε από τον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών, αλλά δεν παραδόθηκε ποτέ στον παραλήπτη της, να αποδειχθεί καθοριστική για όσα ακολούθησαν;

Σε αυτά τα ερωτήματα επιχειρεί να απαντήσει το νέο βιβλίο των δημοσιογράφων Μιχάλη Ιγνατίου και Κώστα Βενιζέλου, με τίτλο «ΕΝΟΧΟΣ», το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΡΙΖΕΣ και παρουσιάζει νέα στοιχεία για το σκοτεινό παρασκήνιο του πραξικοπήματος και της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο το καλοκαίρι του 1974.

Οι δύο συγγραφείς εστιάζουν ιδιαίτερα στον ρόλο του τότε υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ, Χένρι Κίσινγκερ, υποστηρίζοντας ότι δεν υπήρξε απλώς ένας παρατηρητής των εξελίξεων, αλλά καθοριστικός παράγοντας των σχεδιασμών που οδήγησαν στην ανατροπή του Μακαρίου, στην τουρκική στρατιωτική επέμβαση και τελικά στη διχοτόμηση του νησιού.

Το βιβλίο αποτελεί συνέχεια και εμπλουτισμένη εκδοχή του έργου «Τα μυστικά αρχεία του Κίσινγκερ – Η απόφαση για τη διχοτόμηση», το οποίο είχε κυκλοφορήσει το 2002 από τις εκδόσεις Λιβάνη. Μέσα από νέα έγγραφα, μαρτυρίες και αφηγήσεις ανθρώπων που έζησαν τα γεγονότα από το εσωτερικό της αμερικανικής διπλωματίας και των μυστικών υπηρεσιών, επιχειρεί να φωτίσει ακόμη περισσότερο τις αθέατες πλευρές της κυπριακής τραγωδίας.

Η επιστολή Νίξον που δεν παραδόθηκε ποτέ

Μία από τις σημαντικότερες αποκαλύψεις αφορά επιστολή του τότε προέδρου των ΗΠΑ Ρίτσαρντ Νίξον προς τον Τούρκο πρωθυπουργό Μπουλέντ Ετζεβίτ, η οποία έφτασε στην αμερικανική πρεσβεία στην Άγκυρα, αλλά δεν παραδόθηκε ποτέ.

Τη σχετική μαρτυρία έδωσε ο Αμερικανός διπλωμάτης Τζέιμς Σπέιν, ο οποίος υπηρετούσε εκείνη την περίοδο ως το νούμερο δύο της πρεσβείας των ΗΠΑ στην τουρκική πρωτεύουσα.

Σύμφωνα με όσα αποκάλυψε, τη νύχτα της Παρασκευής 19 προς το Σάββατο 20 Ιουλίου 1974, λίγες ώρες πριν από την έναρξη της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο, έφτασε στην Άγκυρα επιστολή του Νίξον, ο οποίος βρισκόταν τότε στο Σαν Κλεμέντε της Καλιφόρνιας.

Ο Σπέιν περιέγραψε το περιεχόμενό της ως εξαιρετικά αυστηρό. Όπως ανέφερε, η επιστολή ήταν ακόμη σκληρότερη από εκείνη που είχε αποστείλει ο πρόεδρος Λίντον Τζόνσον στον Τούρκο πρωθυπουργό Ισμέτ Ινονού στις 5 Ιουνίου 1964, προειδοποιώντας τον για τις συνέπειες μιας ενδεχόμενης τουρκικής επέμβασης στην Κύπρο.

Η επιστολή Νίξον, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Αμερικανού διπλωμάτη, περιείχε απειλές σε περίπτωση που η Τουρκία αγνοούσε την αμερικανική εντολή και προχωρούσε στην εισβολή.

Η συνάντηση στο γραφείο του Ετζεβίτ

Ο Τζέιμς Σπέιν συνόδευσε τον τότε Αμερικανό πρέσβη στην Άγκυρα, Γουίλιαμ Μακόμπερ, στο γραφείο του Ετζεβίτ, κρατώντας ο ίδιος την επιστολή του Νίξον.

Όταν οι δύο Αμερικανοί διπλωμάτες εισήλθαν στο γραφείο του Τούρκου πρωθυπουργού, εκείνος μιλούσε τηλεφωνικά με τον Χένρι Κίσινγκερ. Ο Ετζεβίτ τούς ζήτησε να παραμείνουν στον χώρο, με αποτέλεσμα να ακούσουν μεγάλο μέρος της συνομιλίας.

Κατά τη μαρτυρία του Σπέιν, από όσα μπορούσαν να ακούσουν ήταν σαφές ότι ο Κίσινγκερ επιχειρούσε να αποτρέψει όχι κατ’ ανάγκην οποιαδήποτε τουρκική στρατιωτική κίνηση, αλλά κυρίως μια εξέλιξη που θα οδηγούσε σε γενικευμένο πόλεμο μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας.

«Ακούσαμε μόνο τη μισή συζήτηση, αλλά ήταν αρκετά σαφές ότι ο Χένρι έλεγε: “Μπουλέντ, γέρο μου, δεν πρέπει να το κάνεις αυτό. Θα προσπαθήσουμε να σε βοηθήσουμε αλλιώς, αλλά δεν πρέπει να ξεκινήσεις αυτόν τον πόλεμο”», φέρεται να αφηγήθηκε ο Σπέιν, διευκρινίζοντας ότι ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών αναφερόταν στον κίνδυνο πολέμου με την Ελλάδα. Ο Ετζεβίτ, σύμφωνα με την ίδια περιγραφή, απάντησε ότι η Τουρκία δεν είχε άλλη επιλογή.

«Καταλαβαίνω τη θέση σου, αλλά με τη βοήθεια του Θεού δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε άλλο. Σε διαβεβαιώνω ότι δεν προσπαθούμε να κατακτήσουμε την Κύπρο, απλώς να δημιουργήσουμε ένα προγεφύρωμα από το οποίο μπορούμε να διαπραγματευτούμε μια διευθέτηση», φέρεται να είπε.

Η χρήση της λέξης «προγεφύρωμα» θεωρείται από τους συγγραφείς ιδιαίτερα σημαντική, καθώς ανάλογη αναφορά είχε αποδοθεί και στον Δημήτριο Ιωαννίδη πριν από την εισβολή. Ο Ετζεβίτ φέρεται ακόμη να είπε στον Κίσινγκερ: «Ξέρω ότι πρέπει να μας πεις όχι, Χένρι, αλλά χαίρομαι που καταλαβαίνεις τη θέση μας».

Το νόημα του πρέσβη και η επιστολή στην τσέπη

Όταν ολοκληρώθηκε η τηλεφωνική συνομιλία, ο πρέσβης Μακόμπερ κοίταξε τον Σπέιν και του έκανε νόημα να μη βγάλει την επιστολή, αλλά να την κρατήσει στην τσέπη του. Ο Ετζεβίτ έκλεισε το τηλέφωνο και ρώτησε τους δύο Αμερικανούς διπλωμάτες για τον λόγο της επίσκεψής τους. Εκείνοι, αντί να του παραδώσουν το αυστηρό μήνυμα του Αμερικανού προέδρου, περιορίστηκαν να του πουν ότι είχαν έρθει για να ενημερωθούν για τις εξελίξεις.

Τότε, σύμφωνα πάντα με την αφήγηση του Σπέιν, ο Τούρκος πρωθυπουργός τους ανακοίνωσε ανοιχτά το σχέδιό του. «Όπως έλεγα στον Χένρι, θα πάμε αύριο το πρωί, αλλά εσείς οι Αμερικανοί δεν έχετε κανέναν λόγο να ανησυχείτε γι’ αυτό», φέρεται να τους είπε. Λίγες ώρες αργότερα, τα τουρκικά στρατεύματα αποβιβάζονταν στην Κύπρο.

Η επιστολή του Νίξον δεν παραδόθηκε ποτέ. Αντί γι’ αυτό, όπως αναφέρεται στο βιβλίο, το επόμενο πρωί στην αμερικανική πρεσβεία αντάλλασσαν αλληλογραφία για το τι είχε συμβεί με το προεδρικό μήνυμα. Το κρίσιμο ερώτημα που θέτουν οι συγγραφείς είναι εάν δύο διπλωμάτες μπορούσαν να παρακούσουν μόνοι τους μια ρητή εντολή του προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών ή εάν ένα «αόρατο χέρι» είχε παρέμβει, ώστε η επιστολή να μην παραδοθεί και να μην ανακοπεί η τουρκική επιχείρηση.

Η «περιορισμένη εισβολή» και ο φόβος ελληνοτουρκικού πολέμου

Σύμφωνα με την ανάλυση που παρουσιάζεται στο βιβλίο, το βασικό ζήτημα για τον Κίσινγκερ δεν ήταν η πλήρης αποτροπή οποιασδήποτε τουρκικής επέμβασης, αλλά η διαχείριση μιας περιορισμένης εισβολής, η οποία δεν θα οδηγούσε σε ανοιχτό πόλεμο μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας.

Η Ουάσιγκτον αντιμετώπιζε την Αθήνα και την Άγκυρα ως δύο κρίσιμους συμμάχους στη νότια πτέρυγα του ΝΑΤΟ. Ένας γενικευμένος ελληνοτουρκικός πόλεμος θα αποσταθεροποιούσε ολόκληρη την περιοχή και θα έπληττε τα στρατηγικά συμφέροντα των ΗΠΑ εν μέσω Ψυχρού Πολέμου.

Οι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι πίσω από τις κινήσεις εκείνων των ημερών υπήρχε ένας ευρύτερος σχεδιασμός: η Κύπρος να τεθεί υπό απόλυτο αμερικανικό και νατοϊκό έλεγχο, με την απομάκρυνση του Μακαρίου, τον οποίο η Ουάσιγκτον θεωρούσε εμπόδιο για την υλοποίηση των σχεδίων της.

«Ο Μακάριος έπρεπε να βγει από τη μέση»

Το βιβλίο αποδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στην εχθρική στάση του Κίσινγκερ απέναντι στον Αρχιεπίσκοπο και πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας Μακάριο.

Κατά τους συγγραφείς, ο Μακάριος θεωρούνταν ανεξέλεγκτος πολιτικός παράγοντας, ο οποίος δεν ήταν πρόθυμος να ευθυγραμμιστεί πλήρως με τις επιθυμίες της Ουάσιγκτον και του ΝΑΤΟ. Η ανεξάρτητη πολιτική του και οι σχέσεις του με το Κίνημα των Αδεσμεύτων ενίσχυαν τις αμερικανικές υποψίες ότι η Κύπρος μπορούσε να περάσει στη σφαίρα επιρροής της Σοβιετικής Ένωσης.

Οι Ιγνατίου και Βενιζέλος υποστηρίζουν ότι ο Κίσινγκερ, σε συνεργασία με τη χούντα των Αθηνών και σε συνεννόηση με την Άγκυρα, έδωσε το «πράσινο φως» για την ανατροπή του Μακαρίου.

Όπως προκύπτει από τα έγγραφα και τις μαρτυρίες που επικαλούνται, η συνεννόηση με το καθεστώς Ιωαννίδη και την τουρκική πλευρά δεν ήταν δύσκολη, καθώς όλοι οι εμπλεκόμενοι θεωρούσαν, για διαφορετικούς λόγους, ότι ο Μακάριος αποτελούσε εμπόδιο.

Η εντολή μέσω του πράκτορα Γκας Αβρακώτου

Κεντρικό πρόσωπο στην αφήγηση των δύο δημοσιογράφων είναι ο Ελληνοαμερικανός πράκτορας της CIA Γκας Αβρακώτος.

Με βάση την έρευνά τους, οι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι ο Αβρακώτος ήταν ο άνθρωπος που μετέφερε στον δικτάτορα Δημήτριο Ιωαννίδη την εντολή για την εκδήλωση του πραξικοπήματος κατά του Μακαρίου.

Η θέση τους είναι ότι ο πράκτορας δεν ενήργησε αυτοβούλως, αλλά εκτέλεσε οδηγίες που είχαν δοθεί από την Ουάσιγκτον και, τελικά, από τον Κίσινγκερ.

Το συμπέρασμα αυτό στηρίζεται, μεταξύ άλλων, σε αφηγήσεις ανθρώπων των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών προς τον Μιχάλη Ιγνατίου, υπό τον όρο της απόλυτης ανωνυμίας.

Σύμφωνα με τις μαρτυρίες τους, ο Αβρακώτος δεν εξέφρασε ποτέ μεταμέλεια για τη συμμετοχή του στις εξελίξεις, καθώς πίστευε –όπως και ο Ιωαννίδης– ότι ο Μακάριος θα παρέδιδε την Κύπρο στη Σοβιετική Ένωση.

Ένας από τους πράκτορες που μίλησαν στον δημοσιογράφο φέρεται να ήταν απολύτως βέβαιος για την ανάμειξη του Αβρακώτου στο πραξικόπημα.

«Ήταν υπερήφανος», φέρεται να δήλωσε για τη στάση του Ελληνοαμερικανού πράκτορα απέναντι στην ανατροπή του Μακαρίου.

«Ο Κάστρο της Μεσογείου»

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η προέλευση της γνωστής φράσης σύμφωνα με την οποία «ο Μακάριος ήταν ο Κάστρο της Μεσογείου».

Πράκτορες της CIA που μίλησαν στους συγγραφείς διευκρίνισαν ότι η φράση δεν ανήκε αρχικά στον Κίσινγκερ, αλλά στον Γκας Αβρακώτο. Ο Κίσινγκερ, ωστόσο, φέρεται να την υιοθέτησε και να τη χρησιμοποίησε σε συνεδρίαση της ομάδας των στενών συνεργατών του.

Η παρομοίωση του Μακαρίου με τον Φιντέλ Κάστρο αποτυπώνει, κατά τους συγγραφείς, τον τρόπο με τον οποίο η αμερικανική πλευρά αντιμετώπιζε τον Κύπριο ηγέτη μέσα στο κλίμα του Ψυχρού Πολέμου: ως έναν απρόβλεπτο παράγοντα, ο οποίος μπορούσε να απειλήσει τα αμερικανικά συμφέροντα στην ανατολική Μεσόγειο.

Η παντοδυναμία Κίσινγκερ και η αποδυνάμωση Νίξον

Το καλοκαίρι του 1974, ο Ρίτσαρντ Νίξον βρισκόταν αντιμέτωπος με το σκάνδαλο Γουότεργκεϊτ και όδευε προς την παραίτησή του. Η πολιτική του αποδυνάμωση είχε επιτρέψει στον Κίσινγκερ να αποκτήσει πρωτοφανή ισχύ στην άσκηση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.

Κατά την ανάλυση των συγγραφέων, ο τότε υπουργός Εξωτερικών δεν επηρέαζε μόνο τη διπλωματία, αλλά είχε ουσιαστικά τον έλεγχο και της CIA. Επικεφαλής της υπηρεσίας ήταν ο Γουίλιαμ Έγκαν Κόλμπι, τον οποίο το βιβλίο παρουσιάζει ως απολύτως ελεγχόμενο από τον Κίσινγκερ. Η μελέτη των αποχαρακτηρισμένων εγγράφων του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, υποστηρίζουν οι Ιγνατίου και Βενιζέλος, δείχνει ότι ο διευθυντής της CIA ακολουθούσε τις εντολές του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο Κίσινγκερ φέρεται να έδωσε το πολιτικό «πράσινο φως» για το πραξικόπημα, ενώ ο Αβρακώτος ανέλαβε να μεταφέρει το μήνυμα στην Αθήνα.

Ποιος ήταν ο Γκας Αβρακώτος

Ο Γκας Αβρακώτος ήταν τότε ένας σχετικά νεαρός πράκτορας, ο οποίος είχε αποκτήσει στη CIA τη φήμη του ριψοκίνδυνου, ατρόμητου και εξαιρετικά ευφυούς επιχειρησιακού στελέχους.

Είχε προσληφθεί στην υπηρεσία από τον Θωμά Καραμεσίνη, τον άνθρωπο που είχε συνδεθεί με την αμερικανική ανάμειξη στο πραξικόπημα της Χιλής.

Παρότι ο Αβρακώτος βρισκόταν μόλις στην τέταρτη θέση της ιεραρχίας του κλιμακίου της CIA στην Αθήνα, η ελληνοαμερικανική καταγωγή του και οι στενές επαφές του με το καθεστώς τού επέτρεπαν να συναντά τον Ιωαννίδη όποτε το επιθυμούσε.

Σύμφωνα με αφηγήσεις που περιλαμβάνονται στο βιβλίο, συνήθιζε να λέει σε συναντήσεις του στο ξενοδοχείο Χίλτον και στο Μπαρ 17 στο Κολωνάκι, όπου σύχναζε ακόμη και με πράκτορες της σοβιετικής KGB, ότι ο ίδιος «κυβερνούσε την Ελλάδα».

Οι συγγραφείς σημειώνουν ότι εκείνες τις τραγικές ημέρες του Ιουλίου του 1974, ο Αβρακώτος δεν επηρέαζε μόνο τις εξελίξεις στην Ελλάδα, αλλά και την τύχη της Κύπρου.

Τα κλιμάκια της CIA και οι διπλωμάτες που μάθαιναν μετά

Το βιβλίο περιγράφει ακόμη τον τρόπο λειτουργίας της CIA κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου και ιδιαίτερα στις επιχειρήσεις ανατροπής κυβερνήσεων.

Σύμφωνα με την έρευνα, τα κλιμάκια της αμερικανικής μυστικής υπηρεσίας στις χώρες-στόχους λειτουργούσαν συχνά ανεξάρτητα από τις επίσημες διπλωματικές αποστολές.

Οι Αμερικανοί διπλωμάτες δεν ενημερώνονταν κατ’ ανάγκην για τις επιχειρήσεις που βρίσκονταν σε εξέλιξη και, σε αρκετές περιπτώσεις, πληροφορούνταν την πραγματοποίηση ενός πραξικοπήματος αφού αυτό είχε ήδη εκδηλωθεί.

Το μοντέλο αυτό, όπως υποστηρίζουν οι συγγραφείς, επέτρεπε στην Ουάσιγκτον να διατηρεί επίπεδα άρνησης και να αποφεύγει την άμεση σύνδεση της επίσημης αμερικανικής πολιτικής με τις δραστηριότητες των μυστικών υπηρεσιών.

Μια πλεκτάνη σε βάρος της Κύπρου

Το κεντρικό συμπέρασμα του βιβλίου είναι ότι η τραγωδία του 1974 δεν αποτέλεσε απλώς αποτέλεσμα λανθασμένων εκτιμήσεων, ασυνεννοησίας ή αδυναμίας των μεγάλων δυνάμεων να αποτρέψουν τις εξελίξεις.

Οι Μιχάλης Ιγνατίου και Κώστας Βενιζέλος υποστηρίζουν ότι είχε διαμορφωθεί μια οργανωμένη πλεκτάνη σε βάρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, με στόχο την ανατροπή του Μακαρίου, τη στρατιωτική επέμβαση της Τουρκίας και τη δημιουργία νέων τετελεσμένων, τα οποία θα έθεταν το νησί υπό τον ασφυκτικό έλεγχο των Ηνωμένων Πολιτειών και του ΝΑΤΟ.

Η αυστηρή επιστολή του Νίξον που δεν παραδόθηκε ποτέ, η συνομιλία Κίσινγκερ–Ετζεβίτ λίγες ώρες πριν από την εισβολή, η δράση του Αβρακώτου και οι παρασκηνιακές επαφές με τη χούντα συνθέτουν, σύμφωνα με τους συγγραφείς, την εικόνα μιας προαποφασισμένης πορείας.

Μιας πορείας που ξεκίνησε με το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου, συνεχίστηκε με την τουρκική εισβολή της 20ής Ιουλίου και κατέληξε στη συνεχιζόμενη κατοχή και τη διχοτόμηση της Κύπρου.

Share This Article