
Ποιος ευθύνεται για τη δραματική κατάρρευση του ΣΥΡΙΖΑ; Ο σημερινός πρόεδρος του κόμματος, Σωκράτης Φάμελλος, ή ο πρώην αρχηγός Αλέξης Τσίπρας; Την τελική απάντηση θα τη δώσει η ιστορία. Και η ιστορία, ευτυχώς, δεν γράφεται ούτε από τις κομματικές ανακοινώσεις ούτε από τις καθημερινές δικαιολογίες των στελεχών.
Πολλά ακούγονται, ακόμη περισσότερα γράφονται. Όμως υπάρχει ένα γεγονός που δύσκολα αμφισβητείται: ο Αλέξης Τσίπρας επέλεξε να αποχωρήσει από την ηγεσία του κόμματός του στην πιο κρίσιμη καμπή της μεταπολιτευτικής του διαδρομής. Τη στιγμή που ο ΣΥΡΙΖΑ έπρεπε να επαναπροσδιορίσει την ταυτότητά του, να εξηγήσει τις ήττες του, να ξαναβρεί τον λόγο ύπαρξής του και να αντιμετωπίσει τις εσωτερικές του αντιφάσεις, ο κορυφαίος ηγέτης του απομακρύνθηκε από το προσκήνιο.
Δεν είναι λοιπόν εύκολο να αποδοθούν όλες οι ευθύνες στον Σωκράτη Φάμελλο. Όσοι επιμένουν να παρουσιάζουν τον σημερινό πρόεδρο ως τον αποκλειστικό υπεύθυνο της αποσύνθεσης, μοιάζουν να αγνοούν τον καθοριστικό ρόλο που διαδραμάτισε ο Αλέξης Τσίπρας στη διαμόρφωση του κόμματος, των επιλογών του, των προσώπων που επέλεξε να κυβερνήσει και τελικώς της αντιπολίτευσης που επέλεξε να ασκήσει. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν γεννήθηκε με τον Φάμελλο και ασφαλώς δεν καταρρέει εξαιτίας μόνον του Φάμελλου.
Το βαθύτερο πρόβλημα είναι ότι το κόμμα δείχνει να έχει χάσει το βασικότερο στοιχείο της πολιτικής ύπαρξης: τον προσανατολισμό του. Δεν γνωρίζει αν θέλει να συνεχίσει ως αυτόνομη πολιτική δύναμη ή αν αναζητεί έναν τρόπο αξιοπρεπούς απορρόφησης από κάποιο νέο πολιτικό σχήμα.
Γι’ αυτό και το πραγματικό ερώτημα δεν αφορά τόσο την κατανομή των ευθυνών για το χθες. Αφορά το αύριο. Είναι άραγε σε θέση ο Σωκράτης Φάμελλος να επιτύχει μια συμφωνία με την πολιτική κίνηση που ετοιμάζει ο Αλέξης Τσίπρας; Μπορεί να υπάρξει συνεννόηση με την ΕΛ.Α.Σ., όπως επιμένουν να ζητούν δημόσια ο Παύλος Πολάκης και ο Νίκος Παππάς;
Το αίτημα που διατυπώνουν δεν είναι απλώς μια πρόταση συνεργασίας. Είναι στην ουσία μια ομολογία αδυναμίας. Διότι όταν ένα κόμμα αναζητεί τη σωτηρία του σε ένα άλλο κόμμα που ακόμη δεν έχει καν εμφανίσει επισήμως το πρόγραμμα του , τότε η κρίση του είναι πολύ βαθύτερη από τα ποσοστά των δημοσκοπήσεων.
Και κάπου εδώ βρίσκεται το πιο κρίσιμο ερώτημα. Θα υπάρχει ο ΣΥΡΙΖΑ στις επόμενες εθνικές εκλογές ως αυτόνομη πολιτική δύναμη ή θα εμφανιστεί ως συμπλήρωμα μιας νέας πολιτικής πρωτοβουλίας; Θα κατεβάσει δικά του ψηφοδέλτια ή θα αναζητήσει πολιτικό καταφύγιο κάτω από μια άλλη ομπρέλα;
Η απάντηση δεν αφορά μόνο τα στελέχη του κόμματος. Αφορά και όσους πίστεψαν κάποτε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ήρθε για να αλλάξει το πολιτικό σύστημα και όχι για να μετατραπεί σε ένα κόμμα που συζητά πλέον αν θα μπορέσει να επιβιώσει μέχρι την επόμενη εκλογική αναμέτρηση.
Η πολιτική, άλλωστε, είναι αμείλικτη. Δεν συγχωρεί τα κενά ηγεσίας. Και συνήθως δεν χαρίζεται σε κόμματα που περιμένουν τη σωτηρία τους από εκείνον που τα εγκατέλειψε.

