
Ο Ηλίας Κασιδιάρης ετοιμάζεται να αποφυλακιστεί και να επιστρέψει στην πολιτική. Δεν το κρύβει. Προαναγγέλλει νέο κόμμα και αναζητεί τη νομική φόρμουλα που θα του επιτρέψει να συμμετάσχει στις επόμενες εκλογές χωρίς να εμφανίζεται ως αρχηγός. Η Δημοκρατία, επομένως, δεν δικαιούται αργότερα να ισχυριστεί ότι αιφνιδιάστηκε.
Ο Κασιδιάρης δεν αποφυλακίζεται επειδή αθωώθηκε. Καταδικάστηκε τελεσίδικα σε κάθειρξη 13 ετών για διεύθυνση της εγκληματικής οργάνωσης Χρυσή Αυγή. Εφόσον εξέλθει επειδή ολοκληρώνεται ο προβλεπόμενος χρόνος έκτισης της ποινής του, εφαρμόζεται ο νόμος. Άλλο, όμως, η έξοδος από τη φυλακή και άλλο η πολιτική αποκατάσταση. Το αποφυλακιστήριο δεν σβήνει ούτε τη δικαστική απόφαση ούτε τα τάγματα εφόδου ούτε τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα.
Το πρόβλημα είναι ότι το πολιτικό σύστημα φαίνεται έτοιμο να επαναλάβει όλα τα λάθη που μετέτρεψαν κάποτε τη Χρυσή Αυγή από περιθωριακή ομάδα σε κοινοβουλευτική δύναμη.
Η κυβέρνηση θα επιχειρήσει πιθανότατα να χρησιμοποιήσει την επιστροφή Κασιδιάρη ως φόβητρο, να συσπειρώσει το κεντρώο ακροατήριο, να εμφανιστεί ως μοναδικό ανάχωμα απέναντι στην Ακροδεξιά, τον λαϊκισμό και ταυτόχρονα να περιορίσει τις διαρροές προς τα δεξιά της. Η αντιπολίτευση, από την πλευρά της, θα κατηγορήσει τη Νέα Δημοκρατία ότι κανονικοποίησε την ακροδεξιά ρητορική και δημιούργησε το έδαφος για την επανεμφάνισή του.
Και κάπως έτσι ο Κασιδιάρης θα βρεθεί ξανά στο κέντρο της πολιτικής συζήτησης χωρίς να έχει πληρώσει ούτε ένα ευρώ για διαφήμιση.
Κάθε κομματική σύγκρουση γύρω από το όνομά του ενισχύει την εικόνα ότι αποτελεί τον άνθρωπο που «φοβάται το σύστημα». Κάθε φωτογραφική τροπολογία τού επιτρέπει να υποδύεται τον διωκόμενο. Κάθε υπερβολή της αντιπολίτευσης και κάθε μικροκομματικός υπολογισμός της κυβέρνησης ρίχνουν νερό στον μύλο του. Αν γίνει εργαλείο για να στριμωχτεί ο Μητσοτάκης ή για να φοβηθεί το κέντρο, στο τέλος θα έχει εργαλειοποιήσει εκείνος τους πάντες.
Η Δικαιοσύνη οφείλει ασφαλώς να εξετάσει εάν ο νέος σχηματισμός θα είναι ακόμη ένα κόμμα-κέλυφος. Δεν αρκεί να εμφανιστεί ο αδελφός του ή οποιοδήποτε άλλο παρένθετο πρόσωπο ως τυπικός πρόεδρος. Το κρίσιμο είναι ποιος αποφασίζει, ποιος καταρτίζει τα ψηφοδέλτια και ποιος κινεί πραγματικά τα νήματα.
Αλλά καμία δικαστική απαγόρευση δεν αντιμετωπίζει την αιτία του φαινομένου. Ο Κασιδιάρης επενδύει στην οργή, στην ανασφάλεια, στην εγκληματικότητα, στο Μεταναστευτικό και στην απαξίωση των θεσμών. Ιδίως στους νεότερους, επιχειρεί να ξαναγράψει την ιστορία μέσα από βίντεο λίγων δευτερολέπτων, παρουσιάζοντας τον καταδικασμένο ως «αντισυστημικό». Και αυτό δεν είναι μόνο ελληνικό αλλά παγκόσμιο πολιτικό φαινόμενο.
Η απάντηση, λοιπόν, δεν είναι ούτε η σιωπή ούτε η τηλεοπτική υπερπροβολή. Είναι καθαρή ενημέρωση, θεσμική συνέπεια και πολιτικές που αντιμετωπίζουν τα πραγματικά προβλήματα χωρίς να αντιγράφουν τη γλώσσα της Ακροδεξιάς.
Το ερώτημα δεν είναι μόνο αν ο Κασιδιάρης θα περάσει την πόρτα του Αρείου Πάγου. Είναι πόσοι πολίτες θα θελήσουν να τον ακολουθήσουν. Και αυτή την απάντηση δεν μπορεί να τη δώσει κανένα δικαστήριο. Οφείλει να τη δώσει ένα πολιτικό σύστημα σοβαρότερο από εκείνον και κυρίως σοβαρότερο από τον φόβο του.

