Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν πρότεινε την Παρασκευή 23 Οκτωβρίου, μιλώντας στην Κωνσταντινούπολη, την έναρξη συνομιλιών μεταξύ Τουρκίας, Ιταλίας και Αιγύπτου για τις εκκρεμότητες και τις αντιρρήσεις που σχετίζονται με τις θαλάσσιες ζώνες της Λιβύης, αφήνοντας την Ελλάδα εκτός της πρότασης.
Με την κίνηση αυτή η Άγκυρα επιχειρεί να διαμορφώσει νέα δεδομένα στην Ανατολική Μεσόγειο, αξιοποιώντας την πρόσφατη έγκριση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της ανατολικής Λιβύης. Η νέα τουρκική πρωτοβουλία-πρόκληση έρχεται σε ιδιαίτερα κρίσιμη συγκυρία: μέσα σε λίγα εικοσιτετράωρα, η Άγκυρα εξασφάλισε τη μεταστροφή της ανατολικής λιβυκής πλευράς, η Αθήνα προσέφυγε εκ νέου στον ΟΗΕ και η Αίγυπτος επανέλαβε την κατηγορηματική αντίθεσή της στο μνημόνιο του 2019.
Το ζήτημα, επομένως, δεν περιορίζεται πια στη νομική ισχύ του τουρκολιβυκού μνημονίου. Αφορά την προσπάθεια της Τουρκίας να αποκτήσει πρωταγωνιστικό ρόλο στη διαμόρφωση των περιφερειακών συσχετισμών και να μεταφέρει τη συζήτηση για τις θαλάσσιες δικαιοδοσίες σε ένα νέο διπλωματικό τραπέζι, στο οποίο η αρχική τουρκική πρόταση δεν περιλαμβάνει την Ελλάδα.
Τι πρότεινε ο Φιντάν και γιατί θέλει στο τραπέζι Ιταλία και Αίγυπτο
Ο Χακάν Φιντάν υποστήριξε ότι η Τουρκία συζητά εδώ και χρόνια με την Αίγυπτο τις επιφυλάξεις της για το τουρκολιβυκό μνημόνιο και εμφανίστηκε διατεθειμένος να αναζητήσει συνεννόηση με τη συμμετοχή και της Ιταλίας. Κατά τις δηλώσεις του, Τουρκία, Ιταλία και Αίγυπτος μπορούν να καθίσουν στο ίδιο τραπέζι και να εξετάσουν τις ανησυχίες του Καΐρου και τα ζητήματα που αφορούν τη Λιβύη. Διευκρίνισε ότι έχει ήδη μεταφέρει την πρόταση στον Αιγύπτιο ομόλογό του και ότι την ίδια προσέγγιση υποστηρίζει και ο Τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.
Προς το παρόν πρόκειται για τουρκική πρόταση και όχι για συμφωνημένη πολυμερή διάσκεψη, ενώ από τις δηλώσεις του Φιντάν δεν προκύπτει επίσημη αποδοχή της από το Κάιρο ή τη Ρώμη.
Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών στράφηκε και κατά της Αθήνας, αναφερόμενος στις διπλωματικές κινήσεις της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Εξέφρασε επίσης την ενόχλησή του για τις αντιδράσεις που προκάλεσε η απόφαση της λιβυκής Βουλής, υποστηρίζοντας ότι το μνημόνιο είναι ήδη σε ισχύ από τουρκικής πλευράς και ότι η πρόσφατη έγκριση δεν δικαιολογεί, κατά την άποψή του, τις αντιδράσεις.
Η επιλογή των δύο χωρών δεν είναι τυχαία. Η Αίγυπτος είναι ο σημαντικότερος περιφερειακός εταίρος της Ελλάδας στην προσπάθεια οριοθέτησης θαλάσσιων ζωνών νότια της Κρήτης. Οι δύο χώρες έχουν υπογράψει από τον Αύγουστο του 2020 συμφωνία μερικής οριοθέτησης Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης, η οποία αμφισβητεί επί της ουσίας τη γεωγραφική λογική του τουρκολιβυκού μνημονίου. Παράλληλα, η Τουρκία έχει αποκαταστήσει τα τελευταία χρόνια τις σχέσεις της με το Κάιρο και επιχειρεί να αξιοποιήσει την προσέγγιση αυτή για να περιορίσει τις αντιθέσεις που προκαλούν οι διεκδικήσεις της στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η Ιταλία, από την πλευρά της, έχει σημαντικά οικονομικά, ενεργειακά και πολιτικά συμφέροντα στη Λιβύη και διατηρεί σχέσεις τόσο με την Άγκυρα όσο και με την Αθήνα. Υπενθυμίζεται ότι Ελλάδα και Ιταλία υπέγραψαν το 2020 συμφωνία οριοθέτησης των θαλάσσιων ζωνών τους. Από την τουρκική οπτική, η συμμετοχή της Ρώμης σε ένα νέο σχήμα θα μπορούσε να προσδώσει στη διαδικασία ευρύτερο ευρωπαϊκό ενδιαφέρον. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι η Ιταλία έχει αποδεχθεί τις τουρκικές θέσεις ή ότι προτίθεται να παρακάμψει τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα. Το ουσιαστικό ζήτημα είναι κατά πόσο η Άγκυρα επιδιώκει να μετατρέψει μια αμφισβητούμενη διμερή συμφωνία σε αντικείμενο ευρύτερων περιφερειακών διαπραγματεύσεων.
Η ανατροπή στη Λιβύη και η απάντηση της Αθήνας
Η σημαντικότερη εξέλιξη είχε προηγηθεί στις 20 Οκτωβρίου, όταν η Βουλή των Αντιπροσώπων της Λιβύης, που εδρεύει στην ανατολική πλευρά της χώρας και συνδέεται με το στρατόπεδο του στρατάρχη Χαλίφα Χαφτάρ, ενέκρινε το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Η απόφαση σηματοδοτεί εντυπωσιακή πολιτική μεταστροφή. Το 2019, όταν η κυβέρνηση της Τρίπολης υπό τον Φαγέζ αλ Σάρατζ υπέγραψε τη συμφωνία με την Τουρκία, η ανατολική λιβυκή πλευρά είχε αντιδράσει έντονα. Το 2020 η ίδια Βουλή είχε απορρίψει τις συμφωνίες με την Άγκυρα και είχε αποφασίσει ακόμη και τη διακοπή των πολιτικών σχέσεων. Έξι χρόνια αργότερα, οι αποφάσεις αυτές ανατράπηκαν, αποτυπώνοντας τη σταδιακή προσέγγιση της Τουρκίας με την ανατολική Λιβύη, την οποία η Άγκυρα αντιμετώπιζε επί χρόνια ως αντίπαλο του συμμάχου της στην Τρίπολη.
Για την ελληνική διπλωματία αυτό δημιουργεί σημαντικό πολιτικό πρόβλημα: η προηγούμενη αντίθεση της Βεγγάζης στο τουρκολιβυκό μνημόνιο δεν μπορεί πλέον να θεωρείται δεδομένη. Μια διαχωριστική γραμμή που εξυπηρετούσε την ελληνική επιχειρηματολογία απέναντι στην Άγκυρα έχει ουσιαστικά μεταβληθεί.
Η Αθήνα απάντησε με δύο παράλληλες διπλωματικές πρωτοβουλίες. Η πρώτη ήταν η επιστολή προς τον Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, την οποία απέστειλε στις 22 Οκτωβρίου η Μόνιμη Αντιπρόσωπος της Ελλάδας στον ΟΗΕ, πρέσβης Αγλαΐα Μπαλτά, κατόπιν οδηγιών του υπουργού Εξωτερικών Γιώργου Γεραπετρίτη. Η επιστολή επαναλαμβάνει την ελληνική θέση ότι το τουρκολιβυκό μνημόνιο είναι άκυρο, αντίκειται στο Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας και δεν μπορεί να παραγάγει έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων κρατών. Η Αθήνα υποστηρίζει ότι η τουρκολιβυκή οριοθέτηση παραγνωρίζει τα δικαιώματα της Κρήτης και των ελληνικών νησιών, τα οποία παρεμβάλλονται μεταξύ των τουρκικών και λιβυκών ακτών.
Η δεύτερη πρωτοβουλία αφορά την Αίγυπτο. Ο Γιώργος Γεραπετρίτης και ο Αιγύπτιος ομόλογός του, Μπαντρ Αμπντελάτι, συμφώνησαν να αρχίσουν συζητήσεις για τη γεωγραφική επέκταση της υφιστάμενης συμφωνίας ΑΟΖ. Το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στην περιοχή ανατολικά του 28ου μεσημβρινού, όπου η συμφωνία του 2020 δεν προχώρησε σε πλήρη οριοθέτηση. Η κίνηση έχει διπλωματική σημασία, αλλά δεν ισοδυναμεί ακόμη με νέα συμφωνία· η πραγματική της βαρύτητα θα κριθεί από το εάν Αθήνα και Κάιρο μπορούν να καταλήξουν σε συγκεκριμένη οριοθέτηση και σε ποιο χρονικό διάστημα.
Κάιρο και Ε.Ε. απορρίπτουν το μνημόνιο – Τι μπορεί να πετύχει η Άγκυρα
Η τουρκική επιδίωξη για διάλογο συναντά, προς το παρόν, τη σαφή αντίθεση της Αιγύπτου ως προς τη νομιμότητα του μνημονίου. Ο Μπαντρ Αμπντελάτι, στη συνάντησή του με τον Χακάν Φιντάν στην Κωνσταντινούπολη την Παρασκευή 23 Οκτωβρίου, επανέλαβε την κατηγορηματική απόρριψη της συμφωνίας Τουρκίας–Λιβύης, επικαλούμενος το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας και τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών.
Εξίσου ξεκάθαρη είναι η θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα καταδίκασαν την έγκριση του μνημονίου, επισημαίνοντας ότι παραβιάζει τα κυριαρχικά δικαιώματα τρίτων κρατών και δεν συνάδει με το Δίκαιο της Θάλασσας. Η ευρωπαϊκή θέση παραμένει σημαντικό διπλωματικό στήριγμα για την Αθήνα, χωρίς όμως να αίρει από μόνη της τις πρακτικές συνέπειες της προσέγγισης Τουρκίας και ανατολικής Λιβύης.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η Άγκυρα μπορεί να διαπραγματευθεί για την Ανατολική Μεσόγειο χωρίς την Ελλάδα. Η Τουρκία μπορεί να προωθεί διπλωματικές συνομιλίες με άλλες χώρες, όμως μια τέτοια διαδικασία δεν μπορεί να δεσμεύσει νομικά την Ελλάδα ούτε να καταργήσει τα κυριαρχικά της δικαιώματα. Άλλο, ωστόσο, η νομική διάσταση και άλλο η διαμόρφωση πολιτικών συσχετισμών. Η Άγκυρα φαίνεται να επιδιώκει να αξιοποιήσει την προσέγγισή της με τη Βεγγάζη, τη βελτίωση των σχέσεών της με την Αίγυπτο και τους διαύλους επικοινωνίας της με την Ιταλία, ώστε να αποκτήσει μεγαλύτερη επιρροή στις περιφερειακές διαβουλεύσεις.
Η Αθήνα, από την άλλη, διαθέτει τις συμφωνίες οριοθέτησης με την Αίγυπτο και την Ιταλία, την κατηγορηματική απόρριψη του τουρκολιβυκού μνημονίου από την Ευρωπαϊκή Ένωση και τη δυνατότητα να αναπτύξει περαιτέρω διπλωματικές πρωτοβουλίες. Το ζητούμενο δεν είναι μόνο να επαναλαμβάνεται η νομική επιχειρηματολογία απέναντι στο μνημόνιο, αλλά και να αποτραπεί η διαμόρφωση νέων πολιτικών δεδομένων χωρίς ενεργό ελληνική συμμετοχή.
Με πληροφορίες από newpost.gr


