
Υπάρχει μια παλιά παρεξήγηση γύρω από τις ελληνικές εκλογές. Νομίζουμε ότι ο πολίτης πηγαίνει στην κάλπη, εξετάζει προγράμματα, συγκρίνει προτάσεις, μελετά την οικονομία, την εξωτερική πολιτική, την Παιδεία, την Υγεία και, ύστερα από ώριμη σκέψη, αποφασίζει.
Αυτά μπορεί να συμβαίνουν στη Σουηδία. Εδώ έχουμε άλλες διαδικασίες.
Ο Έλληνας ψηφίζει πρωτίστως αναλόγως της διαθέσεώς του.
Ο ένας ψηφίζει για να εκδικηθεί τον Μητσοτάκη. Δεν έχει κατ’ ανάγκην αποφασίσει ποιον θέλει για πρωθυπουργό. Ξέρει όμως ποιον δεν θέλει. Και αυτό του αρκεί. Θα εξετάσει τα υπόλοιπα μετά τις εκλογές.
Ο άλλος ψηφίζει για να σώσει την πατρίδα. Από τι ακριβώς κινδυνεύει η πατρίδα, δεν είναι πάντοτε απολύτως σαφές. Εκείνος όμως το γνωρίζει. Το διάβασε σε μια ανάρτηση στο Facebook στις 02:17 τα ξημερώματα και έκτοτε βρίσκεται σε κατάσταση εθνικής επιφυλακής.
Υπάρχει εκείνος που ψηφίζει αποκλειστικά για την οικονομία. Και όταν λέμε «οικονομία», εννοούμε τη δική του. Θέλει καλύτερα νοσοκομεία, καλύτερα σχολεία, ισχυρό στρατό, περισσότερους αστυνομικούς, μεγαλύτερες συντάξεις, καλύτερους δρόμους και κοινωνικό κράτος σκανδιναβικού τύπου.
Με μία μικρή προϋπόθεση:
Να μην πληρώνει ο ίδιος φόρους.
Υπάρχει και ο πολίτης της μεγάλης φορολογικής μεταρρύθμισης. Δεν τον απασχολεί τόσο ο ΦΠΑ γενικώς. Τον ενδιαφέρει να πέσει ο ΦΠΑ στις παστές σαρδέλες. Γιατί έχει κάνει τους υπολογισμούς του και θεωρεί ότι εκεί ακριβώς κρύβεται το αναπτυξιακό πρόβλημα της χώρας.
Ένας άλλος θέλει να καταργηθούν περίπου τα δικαστήρια. Όχι όλα. Εκείνα που δικάζουν τους άλλους είναι χρήσιμα και πρέπει μάλιστα να λειτουργούν γρηγορότερα. Τα δικαστήρια που ασχολούνται με τον ίδιο, τον κουμπάρο του ή μια μικρή πολεοδομική εκκρεμότητα του εξοχικού, αποτελούν κατάφωρη παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Άλλος ψηφίζει επειδή ο υποψήφιος είναι «καλό παιδί».
— Τι θέσεις έχει;
— Δεν ξέρω.
— Τι έχει κάνει;
— Δεν ξέρω.
— Γιατί θα τον ψηφίσεις;
— Ήταν μαζί με τον ξάδελφό μου φαντάρος.
Ατράνταχτο πολιτικό επιχείρημα.
Υπάρχει και ο ψηφοφόρος που απαιτεί «νέα πρόσωπα». Μόλις εμφανιστεί νέο πρόσωπο, ρωτάει:
«Και ποιος είναι αυτός; Από πού ξεφύτρωσε;»
Ο ίδιος τελικά ψηφίζει κάποιον που βρίσκεται στη Βουλή από τότε που τα τηλέφωνα είχαν καντράν.
Υπάρχει ο θυμωμένος ψηφοφόρος. Αυτός είναι ξεχωριστή κατηγορία. Μπορεί να ψηφίσει οτιδήποτε αρκεί να «τους δείξει».
Ποιους;
Αυτούς.
Ποιοι είναι «αυτοί»;
Δεν χρειάζονται λεπτομέρειες. Όλοι ξέρουμε ότι κάπου υπάρχουν «αυτοί» και πρέπει επιτέλους κάποιος να τους δείξει.
Έχουμε επίσης τον ψηφοφόρο που αποφασίζει στο καφενείο. Μπαίνει αναποφάσιστος στις 10 το πρωί, παραγγέλνει ελληνικό μέτριο, ακούει τρεις συνταξιούχους, έναν ταξιτζή και τον ιδιοκτήτη του καφενείου και στις 12:30 έχει πλέον ολοκληρωμένη άποψη για τη γεωπολιτική θέση της Ελλάδας, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και την αμυντική στρατηγική του ΝΑΤΟ.
Υπάρχει και ο άλλος που θέλει κυβέρνηση «να τα αλλάξει όλα».
— Τι να αλλάξει;
— Όλα!
— Και συγκεκριμένα;
— Ε, όχι και όλα!
Γιατί η μεταρρύθμιση είναι εξαιρετική ιδέα, αρκεί να εφαρμοστεί στον απέναντι.
Θέλουμε να περιοριστεί το Δημόσιο, αλλά όχι η υπηρεσία όπου δουλεύει η κόρη μας.
Θέλουμε να σταματήσουν τα ρουσφέτια, αφού πρώτα διοριστεί ο ανιψιός.
Θέλουμε να εφαρμοστούν οι νόμοι, αλλά «να υπάρχει και λίγη ανθρωπιά» όταν ο νόμος φτάνει στη δική μας αυλή.
Θέλουμε αξιοκρατία, αρκεί ο αξιοκρατικά επιλεγμένος να είναι κάποιος που γνωρίζουμε.
Και φυσικά υπάρχει ο μέγας αναλυτής των δημοσκοπήσεων. Δηλώνει ότι δεν πιστεύει καμία δημοσκόπηση, αλλά γνωρίζει με ακρίβεια το αποτέλεσμα των εκλογών επειδή «μιλάει με κόσμο».
Ο κόσμος συνήθως είναι ο περιπτεράς, δύο φίλοι του, ο κουνιάδος του και ένας κύριος που γνώρισε στο πλοίο για την Πάρο.
Με βάση αυτό το αντιπροσωπευτικό δείγμα των πέντε ατόμων, προβλέπει πολιτική ανατροπή.
Και φτάνει η Κυριακή των εκλογών.
Ο Έλληνας μπαίνει στο παραβάν έχοντας μαζί του θυμό, ελπίδα, φόβο, οικογενειακή παράδοση, φορολογικές εκκρεμότητες, παστές σαρδέλες, Facebook, καφενείο, έναν ξάδελφο που «ξέρει πρόσωπα και πράγματα» και την ακλόνητη πεποίθηση ότι αυτή τη φορά θα τους τιμωρήσει όλους.
Ρίχνει το ψηφοδέλτιο.
Βγαίνει.
Και πριν ακόμη ανακοινωθεί το πρώτο exit poll, κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα:
Αρχίζει να βρίζει αυτόν που μόλις ψήφισε.
Γιατί στην Ελλάδα η ψήφος δεν είναι πάντοτε πολιτική επιλογή.
Μερικές φορές είναι πρόγραμμα διακυβέρνησης.
Άλλες φορές είναι μήνυμα.
Άλλες είναι εκδίκηση.
Και κάποιες φορές είναι απλώς η τελευταία κουβέντα που άκουσες στο καφενείο πριν πας στο εκλογικό τμήμα.
Αλλά όποιο κι αν είναι το αποτέλεσμα, ένα είναι βέβαιο:
Το βράδυ των εκλογών, περίπου δέκα εκατομμύρια Έλληνες γνωρίζουν ακριβώς τι πρέπει να κάνει η επόμενη κυβέρνηση.
Το πρόβλημα είναι ότι γνωρίζει ο καθένας κάτι διαφορετικό.

