Ο Αλέξης Τσίπρας ρίχνει το γάντι στο ΠΑ.ΣΟ.Κ. και τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και διεκδικεί και αυτός αυτοδυναμία στις δεύτερες εκλογές

Newsroom
6 Min Read

Αλέξης Τσίπρας

Στην πρώτη του μεγάλη τηλεοπτική συνέντευξη μετά την δημιουργία του κόμματός του στον Αντώνη Σρόιτερ και το κεντρικό δελτίο του Alpha, ο Αλέξης Τσίπρας έκανε κάτι περισσότερο από μια επανεμφάνιση. Έστησε ένα διπλό μέτωπο, με αποδέκτες τόσο το ΠΑΣΟΚ όσο και τον ΣΥΡΙΖΑ, φροντίζοντας να μην αφήσει περιθώριο σε κανέναν από τους δύο μέσα στον προοδευτικό χώρο που πλέον διεκδικεί ως δικό του.  Εμφανίστηκε έτσι με ένα καθαρό αφήγημα για τα επόμενα βήματά του που επανακαθορίζει τις ισορροπίες στην Κεντροαριστερά. Χωρίς υπεκφυγές και με βεβαιότητα για αυτά που λέει  ο πρώην πρωθυπουργός επέλεξε να «ρίξει το γάντι» τόσο στο ΠΑ.ΣΟ.Κ. όσο και στον ΣΥ.ΡΙΖ.Α., ξεκαθαρίζοντας ότι δεν επιστρέφει ως ένας ακόμη παίκτης στο κατακερματισμένο προοδευτικό στρατόπεδο, αλλά ως ο μοναδικός εν δυνάμει ηγέτης μιας ρεαλιστικής εναλλακτικής πρότασης εξουσίας.

Το «άδειασμα» στο ΠΑ.ΣΟ.Κ. και η κριτική περί «άχρηστης» αντιπολίτευσης

 Ο Αλέξης Τσίπρας ξεκίνησε την παρέμβασή του εντοπίζοντας ένα «μεγάλο κενό» στο πολιτικό σύστημα και στον ευρύτερο δημοκρατικό χώρο. Η αποστροφή του ότι «επί τρία χρόνια η χώρα μας πορεύτηκε ουσιαστικά με ένα κόμμα που δέσπωζε στα πολιτικά πράγματα χωρίς ισχυρή αντιπολίτευση» αποτελεί ένα ευθύ και σκληρό «άδειασμα» προς το ΠΑ.ΣΟ.Κ. και τον Νίκο Ανδρουλάκη.

Ουσιαστικά, ο κ. Τσίπρας κατηγόρησε το ΠΑ.ΣΟ.Κ. ότι απέτυχε παταγωδώς στον ρόλο της αξιωματικής αντιπολίτευσης, επιτρέποντας στην κυβέρνηση Μητσοτάκη να καταστεί Κυρίαρχη  και αλαζονική  λόγω της απουσίας σοβαρού κοινοβουλευτικού και κοινωνικού ελέγχου. Απαντώντας μάλιστα στην κατηγορία Ανδρουλάκη ότι στήνει «προσωποπαγές κόμμα χωρίς θέσεις», ο Τσίπρας πρόβαλε ως απόδειξη ετοιμότητας τη σκιώδη κυβέρνηση των πενήντα προσώπων και το εθνικό συμβούλιο των 350 μελών. Και όταν μιλά για επιστροφή σε σύστημα «δύο ισχυρών πόλων», τοποθετεί τον εαυτό του και όχι τον Ανδρουλάκη ως τον δεύτερο πόλο, αφήνοντας στο ΠΑΣΟΚ τη θέση του τρίτου.

Το τέλος του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και το «μπλόκο» στις συνεργασίες

Αν η κριτική στο ΠΑ.ΣΟ.Κ. ήταν αιχμηρή  η στάση του απέναντι στον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ήταν απολύτως αποδομητική. Ο Αλέξης Τσίπρας δήλωσε με κατηγορηματικό τρόπο ότι ο ιστορικός κύκλος του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. έχει κλείσει οριστικά και αμετάκλητα.  «Έκλεισε αυτός ο ιστορικός κύκλος  του ΣΥΡΙΖΑ», δήλωσε, αποκλείοντας κάθε ενδεχόμενο προεκλογικής ή μετεκλογικής συνεργασίας. Το νέο του εγχείρημα, είπε, γεννήθηκε για να καλύψει ένα κενό και όχι για να συνεργαστεί με «υπάρχουσες δυνάμεις που εκτιμούμε ότι έχουν κλείσει τον κύκλο τους». Οι όροι που έθεσε για όσους θελήσουν να τον ακολουθήσουν, παραίτηση από τη Βουλή και καμία προκρατημένη θέση, ισοδυναμούν με πρόσκληση αποδόμησης της Κουμουνδούρου με δικούς του κανόνες. Την εσωκομματική κόντρα Πολάκη με Φάμελλο την απέρριψε με ένα ξερό «δεν με απασχολεί», ενώ αναφέρθηκε σε «θραύσματα» του χώρου «που έσπασαν χωρίς δική μου ευθύνη», μετακυλίοντας στους πρώην συντρόφους του την ευθύνη της σημερινής τους κατάστασης.

Η στρατηγική της “Κυβερνώσας Αριστεράς”

Το αφήγημα των δύο πόλων είναι το όχημα με το οποίο ο Τσίπρας επιχειρεί να μετατρέψει τον κατακερματισμό της κεντροαριστεράς σε δικό του πλεονέκτημα. Επικαλέστηκε την τελευταία δημοσκόπηση της Real Polls για να πει ότι η διαφορά από τη Νέα Δημοκρατία «κάτω από τις εφτά μονάδες», απέφυγε επιμελώς να δεσμευτεί για μετεκλογικές συνεργασίες και είπε ότι, αν θα γίνουν, θα γίνουν με τους δικούς του όρους και με την προϋπόθεση της αποδοχής του προγράμματός του και προειδοποίησε ότι, αν δεν προκύψει καθαρή λύση, θα οδηγήσει τη χώρα σε δεύτερες εκλογές για «εντολή καθαρής λύσης». Έτσι, ούτε το ΠΑΣΟΚ ούτε ο ΣΥΡΙΖΑ αντιμετωπίζονται ως πιθανοί εταίροι. Αντιμετωπίζονται ως χώρος προς κατάκτηση.

Οι ενδιαφέρουσες παραδοχές για τη Νέα Δημοκρατία

Αν και ο Αλέξης Τσίπρας άσκησε δομική κριτική στη διακυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας κάνοντας λόγο για «αλαζονεία» και «απευθείας αναθέσεις»,  μέσα στη συνέντευξή του υπάρχουν συγκεκριμένες αναφορές και παραδοχές που αποτιμώνται αντικειμενικά ως θετικές για την κυβέρνηση Μητσοτάκη, καθώς αναγνωρίζουν την πολιτική της κυριαρχία και τις καλές επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας επί των ημερών της.

Η αναγνώριση της πολιτικής κυριαρχίας

Ο πρώην πρωθυπουργός παραδέχεται ανοιχτά ότι η κυβέρνηση δεν είχε αντίπαλο και κυριαρχούσε απόλυτα στο πολιτικό σκηνικό, γεγονός που αναδεικνύει την πολιτική της ισχύ:

“Επί τρία χρόνια η χώρα μας πορεύτηκε ουσιαστικά με ένα κόμμα που δέσπωζε στα πολιτικά πράγματα χωρίς ισχυρή αντιπολίτευση…»

 Η παραδοχή για την υπεραπόδοση της ελληνικής οικονομίας

Στο κρίσιμο πεδίο της οικονομίας, ο Αλέξης Τσίπρας προέβη σε μια πολύ σημαντική δημοσιονομική παραδοχή. Αναγνώρισε ότι η ελληνική οικονομία από το 2019 και μετά (δηλαδή επί διακυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη) έχει τέτοια ισχύ, πλεονάσματα και υπεραπόδοση, που του δίνει πλέον τη δυνατότητα για παροχές χωρίς καν την ανάγκη επιβολής νέων φόρων: «Η δημοσιονομική δυνατότητα της ελληνικής οικονομίας από το 2019 και μετά είναι τέτοια που δεν δημιουργεί καμία ανάγκη για αύξηση φόρων προκειμένου να ικανοποιηθούνε όλες οι επιδιώξεις που μέχρι τώρα εμείς έχουμε εξαγγείλει. Η ελληνική οικονομία υπεραποδίδει ετησίως, υπεραποδίδει πάνω από τα πλεονάσματα που είναι η υποχρέωσή της, γύρω στα 6 δισεκατομμύρια ευρώ. Άρα λοιπόν υπάρχει χώρος και υπάρχει δυνατότητα, δημοσιονομικός χώρος να ικανοποιηθούνε πολιτικές παρεμβάσεις ενίσχυσης της κοινωνίας…»

Το διαρκές  δημοσκοπικό προβάδισμα της Νέας Δημοκρατίας

Ο κ. Τσίπρας αναγνώρισε επίσης τη σταθερότητα και τη μεγάλη διάρκεια της δημοσκοπικής υπεροχής της Νέας Δημοκρατίας, η οποία κρατά  σταθερά διψήφιο προβάδισμα για μια ολόκληρη δεκαετία: «…το κόμμα του κυρίου Μητσοτάκη με τον κύριο Μητσοτάκη επικεφαλής πήρε ένα προβάδισμα δημοσκοπικό άνω των 10 μονάδων. Και από το 2016  ως τις προχθεσινές μετρήσεις, αυτό είχε διατηρηθεί.»

Share This Article