
Η οικονομική πολιτική του Ελευθερίου Βενιζέλου, τα μεγάλα αναπτυξιακά επιτεύγματα της περιόδου 1928-1932 αλλά και οι συνθήκες που οδήγησαν τελικά στη χρεοκοπία του 1932 βρέθηκαν στο επίκεντρο της εκδήλωσης που διοργάνωσαν το Ινστιτούτο για τη Σοσιαλδημοκρατία (InSocial) και το Ίδρυμα Ιστορίας Ελευθερίου Βενιζέλου, στη Λέσχη Φιλελευθέρων, στην Αθήνα.
Την εκδήλωση άνοιξε με χαιρετισμό ο Νέστωρ Κουράκης, ομότιμος καθηγητής Εγκληματολογίας της Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ και πρόεδρος του ΔΣ του Ιδρύματος Ιστορίας Ελευθερίου Βενιζέλου, ενώ μια εισαγωγή έκανε ο δικηγόρος και μέλος του ΔΣ του Ιδρύματος, Ιωάννης Χατζηαντωνίου.
Κεντρικός ομιλητής ήταν ο πρώην υπουργός και ομότιμος καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών Νίκος Χριστοδουλάκης, επικεφαλής του InSocial, ενώ τον συντονισμό της συζήτησης είχε ο πολιτικός επιστήμονας και διευθυντής του InSocial Γιώργος Παπούλιας.
InSocial
Ο Νίκος Χριστοδουλάκης χαρακτήρισε την περίοδο διακυβέρνησης Βενιζέλου ως μία από τις σημαντικότερες προσπάθειες οικονομικού και θεσμικού εκσυγχρονισμού στην ιστορία της χώρας. Και μάλιστα σε μια ιδιαίτερα δύσκολη εποχή μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, την έλευση εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων και τη βαθιά οικονομική και πολιτική αστάθεια που ακολούθησε.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στα μεγάλα έργα και στις μεταρρυθμίσεις της περιόδου. Μεταξύ άλλων, παρουσιάστηκαν η δημιουργία της Αγροτικής Τράπεζας, η αναδιοργάνωση των δημόσιων οικονομικών, η καθιέρωση αυστηρότερων δημοσιονομικών κανόνων, η ίδρυση της Τράπεζας της Ελλάδος, και η συνακόλουθη ένταξη της χώρας στον Κανόνα Χρυσού-Συναλλάγματος το 1928.
Παράλληλα, ο Ελευθέριος Βενιζέλος προχώρησε σε ένα εκτεταμένο πρόγραμμα έργων υποδομής, με την κατασκευή περίπου 2.000 χιλιομέτρων νέων δρόμων, την αναβάθμιση του Λιμένος Πειραιά, την ανάπτυξη αεροπορικών γραμμών, την επέκταση των τηλεπικοινωνιών και την κατασκευή του Φράγματος Μαραθώνα για την ύδρευση της Αθήνας. Σημαντική ήταν και η ίδρυση του ΕΟΤ, με τον τουρισμό να αντιμετωπίζεται ήδη από τότε ως «η βιομηχανία των ξένων».
Στον αγροτικό τομέα, παρουσιάστηκαν οι πολιτικές αναδιανομής γης, η ίδρυση αγροτικών συνεταιρισμών και οργανισμών Καπνού και Βάμβακος, καθώς και η διανομή περίπου 10 εκατομμυρίων στρεμμάτων σε ακτήμονες και πρόσφυγες. Παράλληλα, δόθηκε έμφαση στην αποκατάσταση των προσφύγων, μέσα από προγράμματα στέγασης, απασχόλησης και κοινωνικής ενσωμάτωσης, τα οποία – σύμφωνα με τον ομιλητή – συνέβαλαν αποφασιστικά στη δημιουργία μιας νέας παραγωγικής οικονομίας.
Ο Νίκος Χριστοδουλάκης στάθηκε επίσης στις μεγάλες παρεμβάσεις στην εκπαίδευση και στο κοινωνικό κράτος, όπως η καθιέρωση της 6χρονης υποχρεωτικής εκπαίδευσης, η ίδρυση χιλιάδων νέων σχολικών κτιρίων, η ενίσχυση της τεχνικής εκπαίδευσης και η θεσμοθέτηση σύγχρονου συστήματος κοινωνικής ασφάλισης για τους εργαζόμενους.
Όπως υπογράμμισε, παρά τις σημαντικές επιτυχίες και την αναπτυξιακή δυναμική της περιόδου, η διεθνής κρίση μετά το κραχ της Wall Street το 1929 ανέτρεψε τις οικονομικές ισορροπίες. Η κατάρρευση του διεθνούς εμπορίου, η φυγή κεφαλαίων και η επιλογή διατήρησης της δραχμής σε υπερτιμημένη ισοτιμία οδήγησαν την ελληνική οικονομία σε βαθιά ύφεση.
Η κρίση κορυφώθηκε το 1932, όταν η Ελλάδα εγκατέλειψε τον κανόνα χρυσού και οδηγήθηκε σε αδυναμία εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους. Ο πρώην υπουργός επεσήμανε ότι η σκληρή λιτότητα της εποχής δεν κατάφερε να αποτρέψει την κατάρρευση, ενώ παράλληλα επιδείνωσε την κοινωνική και πολιτική αστάθεια που ακολούθησε.
Κλείνοντας την ομιλία του, ο Νίκος Χριστοδουλάκης τόνισε ότι η ιστορική εμπειρία της περιόδου Βενιζέλου αναδεικνύει την ανάγκη για σταθερότητα, θεσμική αξιοπιστία και παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας. Η βασικότερη αιτία της συναλλαγματικής κατάρρευσης το 1932 ήταν η απουσία κεντρικού μηχανισμού βοήθειας της Κοινωνίας των Εθνών προς τις πιο αδύναμες χώρες, καθώς αδυνατούσαν να αναχαιτίσουν τις κερδοσκοπικές επιθέσεις στα νομίσματα τους. Στις σημερινές συνθήκες του Ευρώ η άμυνα είναι μεν κοινή για όλες τις χώρες, όμως είναι απαραίτητος ο ευρωπαϊκός συντονισμός για να αντιμετωπιστούν οι ασύμμετρες απειλές στασιμοπληθωρισμού και ύφεσης που εξακολουθούν να παραμονεύουν.

