
Οι σημερινές κυβερνητικές ανακοινώσεις, για πάγωμα έως των Σεπτέμβρη των τιμών βασικών προϊόντων που προέκυψαν από την επιβολή πλαφόν στο περιθώριο κέρδους, δεν είναι παρά η επανάληψη αποτυχημένων επικοινωνιακών πρακτικών, υποστήριξε ο τομεάρχης Ανάπτυξης του ΠΑΣΟΚ, Γιώργος Νικητιάδης. Εκτίμησε ότι ύστερα από επτά χρόνια αδιαφορίας, η κυβέρνηση θυμήθηκε τους καταναλωτές προεκλογικά.
«Σήμερα, στο Μέγαρο Μαξίμου ανέβασαν ακόμη μία προεκλογική παράσταση», δήλωσε ο βουλευτής του ΠΑΣΟΚ. «Παριστάνουν πως τώρα θα βρουν λύση για την ακρίβεια και παραδέχονται, εμμέσως πλην σαφώς, ότι τα έως τώρα δήθεν μέτρα τους δεν απέδωσαν». Ο Γιώργος Νικητιάδης άσκησε κριτική στην κυβέρνηση γιατί -όπως είπε- αντί να ενισχύσει τους ελέγχους στην αγορά, ανακοίνωσε ότι ότι δεν θα παραταθεί το πλαφόν στο περιθώριο κέρδους, «δηλαδή, παίρνουν πίσω το μόνο – ίσως – δεσμευτικό μέτρο και το αντικαθιστούν με υποσχέσεις και “δεσμεύσεις” της αγοράς».
Ο τομεάρχης Ανάπτυξης της αξιωματικής αντιπολίτευσης διερωτήθηκε: «Μας λένε ότι για δύο μήνες θα υπάρξει «σταθεροποίηση» τιμών. Σταθεροποίηση, όμως, σε τι επίπεδο; Στα ήδη πανάκριβα ράφια; Στους ήδη εξαντλημένους οικογενειακούς προϋπολογισμούς;»
«Η σταθεροποίηση της ακρίβειας αποτελεί παράταση της αφαίμαξης των νοικοκυριών», σηεμίωσε και συμπλήρωσε: «Μας λένε επίσης ότι από τον Σεπτέμβριο θα υπάρξει «δραστική μείωση» τιμών σε βασικά προϊόντα. Δηλαδή, ζητούν από τους πολίτες να αντέξουν άλλο ένα καλοκαίρι ακρίβειας, με την υπόσχεση ότι κάποτε, αργότερα, από το Σεπτέμβριο θα πέσουν οι τιμές… που δεν έπεσαν εδώ και εφτά χρόνια».
Όπως τόνισε, είναι η τρίτη φορά που η κυβέρνηση υπόσχεται μειώσεις τιμών με «συμφωνίες κυρίων». Συνέχισε λέγοντας ότι «κάθε φορά οι ανακοινώσεις είναι πανηγυρικές, αλλά τα αποτελέσματα είναι πενιχρά».
«Τα καλάθια, οι λίστες προϊόντων, οι εθελοντικές μειώσεις και οι επικοινωνιακές συσκέψεις δεν συγκράτησαν την ακρίβεια», δήλωσε και πρόσθεσε πως «αντιθέτως, η ακρίβεια ρίζωσε και έγινε μόνιμο καθεστώς». Όπως ανέφερε, μέσα σε εφτά χρόνια, ο οικογενειακός προϋπολογισμός έχει επιβαρυνθεί πάνω από 25%, ενώ ειδικώς στα τρόφιμα η επιβάρυνση ξεπερνά το 35%. Την ίδια ώρα, η αγοραστική δύναμη του μέσου εισοδήματος στην Ελλάδα έχει μειωθεί κατά 5,16%.
«Σε αυτή την πραγματικότητα έχει συμβάλει καθοριστικώς και η κρατική «αισχροκέρδεια» μέσω του ΦΠΑ», τόνισε ο Γιώργος Νικητιάδης, αναφέροντας ότι η κυβέρνηση έχει επιλέξει να διατηρεί έναν από τους υψηλότερους συντελεστές ΦΠΑ στην Ευρώπη.

