
Η συνέντευξη Τύπου του Κυριάκου Μητσοτάκη στη ΔΕΘ δεν είχε ως βασικό στόχο να προσθέσει νέα μέτρα σε όσα είχαν ήδη ανακοινωθεί. Είχε έναν σαφώς πολιτικότερο σκοπό, να χαράξει από τώρα το πεδίο πάνω στο οποίο ο πρωθυπουργός θέλει να δώσει τη μάχη των εκλογών του 2027.
Το κεντρικό συμπέρασμα είναι ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιχειρεί να αλλάξει το ερώτημα της επόμενης κάλπης. Να μην είναι δηλαδή μόνο «τι έκανε η κυβέρνηση έπειτα από οκτώ χρόνια», αλλά κυρίως «ποιος μπορεί να κυβερνήσει την επόμενη ημέρα». Εκεί βρίσκεται όλη η στρατηγική. Από την αποτίμηση της οκταετίας στο δίλημμα της σταθερότητας.
Για τη ΝΔ, το μεγάλο πολιτικό πρόβλημα είναι προφανές: όσο πλησιάζουν οι εκλογές, τόσο δυσκολότερο είναι να εμφανίζεται ως δύναμη αλλαγής μια κυβέρνηση που βρίσκεται στην εξουσία από το 2019.
Ο κ. Μητσοτάκης επιχειρεί επομένως να μεταφέρει τη συζήτηση από τη φθορά της διακυβέρνησης στη σταθερότητα της επόμενης ημέρας.
Δεν είναι τυχαίο ότι επέμεινε τόσο έντονα στην αυτοδυναμία, στις «κυβερνήσεις των ηττημένων», στα κομματικά «παζάρια» και στην ανάγκη η χώρα να έχει ισχυρή κυβέρνηση ενόψει και της ελληνικής Προεδρίας της ΕΕ από την 1η Ιουλίου 2027.
Το δίλημμα που χτίζει είναι απλό, ΝΔ και κυβερνησιμότητα ή ένα κατακερματισμένο πολιτικό σύστημα χωρίς καθαρή λύση εξουσίας.
Με αυτόν τον τρόπο προσπαθεί να απευθυνθεί όχι μόνο στον σκληρό πυρήνα της ΝΔ, αλλά κυρίως στον μετριοπαθή ψηφοφόρο που μπορεί να έχει απογοητευτεί από την κυβέρνηση, χωρίς όμως να έχει πειστεί ότι υπάρχει αξιόπιστη εναλλακτική.
Η αυτοδυναμία είναι στόχος αλλά και εργαλείο συσπείρωσης
Η επιμονή στην αυτοδυναμία έχει ακόμη μία λειτουργία.
Η σημερινή δημοσκοπική εικόνα δεν την καθιστά αυτονόητη. Ο ίδιος όμως αρνήθηκε να κατεβάσει τον πήχη. Αντίθετα, επικαλέστηκε το προηγούμενο του 2023 και επέμεινε ότι ο στόχος παραμένει εφικτός. Αυτό δεν είναι μόνο εκλογική πρόβλεψη. Είναι τακτική.
Αν ο Μητσοτάκης άνοιγε από τώρα τη συζήτηση των συνεργασιών, θα έδινε το σήμα ότι η εποχή της κυριαρχίας της ΝΔ έχει τελειώσει. Θα νομιμοποιούσε ταυτόχρονα τη συζήτηση για τον πιθανό εταίρο της επόμενης ημέρας και θα ενίσχυε το ΠΑΣΟΚ ως δυνητικό ρυθμιστή.
Αντίθετα, η αυτοδυναμία κρατά τη ΝΔ σε θέση κόμματος εξουσίας και αναγκάζει τους αντιπάλους της να απολογούνται για το δικό τους σχέδιο διακυβέρνησης.
Το ΠΑΣΟΚ είναι ίσως ο πραγματικός στόχος
Παρότι οι πιο θορυβώδεις επιθέσεις έγιναν προς τον Τσίπρα και τον Σαμαρά, πολιτικά το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται στο επίκεντρο της στρατηγικής. Ο κ. Μητσοτάκης θέλει να το στριμώξει σε ένα δύσκολο ερώτημα: Με ποιον θα κυβερνήσει;
Εάν το ΠΑΣΟΚ αποκλείει τη ΝΔ αλλά ταυτόχρονα δεν θέλει να ταυτιστεί με τον Τσίπρα ή άλλες δυνάμεις της αντιπολίτευσης, κινδυνεύει να εμφανίζεται ως κόμμα χωρίς καθαρή κυβερνητική πρόταση. Ακριβώς αυτό επιχειρεί να εκμεταλλευτεί το Μέγαρο Μαξίμου.
Η «ακυβερνησία» δεν είναι απλώς μια λέξη που χρησιμοποιείται στη ρητορική του πρωθυπουργού. Είναι ο μηχανισμός με τον οποίο η ΝΔ θέλει να μετατρέψει τη δεύτερη θέση της αντιπολίτευσης από πλεονέκτημα σε βάρος.
Η σύγκρουση με τον Σαμαρά δεν είναι τυχαία
Η δεύτερη σημαντική επιλογή ήταν ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν επιχείρησε καμία γέφυρα με τον Αντώνη Σαμαρά.
Αντίθετα, έκλεισε δημόσια την πόρτα, δηλώνοντας ότι δεν βλέπει περιθώριο συνεννόησης και φτάνοντας στην αιχμή ότι ο πρώην πρωθυπουργός έχει «τεχνογνωσία» στο πώς να βλάπτει την παράταξη.
Η επιλογή ενέχει ρίσκο. Αλλά δείχνει ότι ο Μητσοτάκης δεν θέλει να εγκλωβιστεί σε μια διαρκή μετατόπιση της ΝΔ προς τα δεξιά για να ακολουθεί την ατζέντα Σαμαρά.
Η στρατηγική του φαίνεται να είναι διαφορετική, να κρατήσει τη ΝΔ ως μεγάλο κεντροδεξιό κόμμα, να αφήσει χώρο δεξιότερά της αλλά να υποστηρίξει ότι μόνο η ΝΔ μπορεί να κυβερνήσει. Το μήνυμα προς τους δεξιούς ψηφοφόρους είναι ουσιαστικά, μπορείτε να διαμαρτυρηθείτε, αλλά στο τέλος θα πρέπει να αποφασίσετε αν θέλετε κυβέρνηση ή κατακερματισμό.
Ο Τσίπρας ως χρήσιμος αντίπαλος
Η φράση για το «τζάμπα rebranding» του Αλέξη Τσίπρα αποκαλύπτει επίσης έναν δεύτερο σχεδιασμό.
Ο Μητσοτάκης θέλει να καθηλώσει τον Τσίπρα στο 2015. Να μην επιτρέψει δηλαδή στον πρώην πρωθυπουργό να εμφανιστεί ως νέο πολιτικό προϊόν, αλλά να τον συνδέσει ξανά με την οικονομική αβεβαιότητα, την υπερφορολόγηση και τη δημοσιονομική περιπέτεια.
Η επανεμφάνιση Τσίπρα μπορεί μάλιστα να εξυπηρετεί σε ένα βαθμό τη στρατηγική της ΝΔ, διότι επαναφέρει έναν αντίπαλο με τον οποίο ο Μητσοτάκης γνωρίζει καλά να πολώνεται.
Η κυβερνητική γραμμή είναι ουσιαστικά, «Αλλάζει η συσκευασία, όχι η συνταγή». Και όσο περισσότερο ο Τσίπρας διεκδικεί κεντρικό ρόλο, τόσο ευκολότερα η ΝΔ μπορεί να ξαναχτίζει το παλιό δίπολο.
Ελεγχόμενη αυτοκριτική, όχι αποδόμηση του κυβερνητικού αφηγήματος
Στα κυβερνητικά λάθη, ο πρωθυπουργός έκανε επιλεκτική αυτοκριτική. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο ΟΠΕΚΕΠΕ, όπου παραδέχθηκε ότι έπρεπε να είχε κινηθεί νωρίτερα. Η τακτική εδώ είναι λεπτή. Χρειάζεται κάποια αναγνώριση λαθών ώστε να μην εκπέμπεται αλαζονεία. Δεν πρέπει όμως η αυτοκριτική να πάρει τέτοια έκταση ώστε να αποδομήσει το βασικό επιχείρημα ότι η κυβέρνηση εξακολουθεί να αποτελεί την ασφαλέστερη επιλογή.
Γι’ αυτό η αυτοκριτική περιορίζεται κυρίως σε «αστοχίες», καθυστερήσεις ή προβλήματα εφαρμογής και όχι σε αποδοχή αποτυχίας της κεντρικής κυβερνητικής πολιτικής.
Το μεγάλο στοίχημα: Επιστροφή των απογοητευμένων
Πίσω από όλα αυτά βρίσκεται ένας κρίσιμος αριθμητικός στόχος. Η ΝΔ δεν χρειάζεται τόσο να πείσει ψηφοφόρους που έχουν μετακινηθεί οριστικά στην αντιπολίτευση. Χρειάζεται πρώτα να επαναφέρει ένα σημαντικό μέρος των ψηφοφόρων του 2023 που σήμερα βρίσκονται στην αποχή, στην αδιευκρίνιστη ψήφο ή κάνουν ψήφο διαμαρτυρίας προς τα δεξιά.
Η ΔΕΘ έδειξε ότι η συνταγή μέχρι τις εκλογές θα στηρίζεται σε τρεις άξονες, εισόδημα – σταθερότητα – φόβος πολιτικού κατακερματισμού.
Τα οικονομικά μέτρα επιχειρούν να μειώσουν τη δυσαρέσκεια. Το αφήγημα της αυτοδυναμίας να αυξήσει το κόστος της «χαλαρής» ψήφου. Και οι επιθέσεις σε Τσίπρα, ΠΑΣΟΚ και Σαμαρά να καταστήσουν δύσκολη τη συγκρότηση μιας πειστικής εναλλακτικής.
Η αδυναμία της στρατηγικής
Υπάρχει όμως και ένα σοβαρό ρίσκο. Το επιχείρημα «εγώ ή αστάθεια» λειτουργεί μόνο εάν οι πολίτες θεωρούν ότι η σημερινή κυβέρνηση εξακολουθεί να προσφέρει περισσότερη ασφάλεια από όση δυσαρέσκεια προκαλεί.
Εάν η ακρίβεια, η στεγαστική πίεση, η αίσθηση θεσμικής φθοράς ή τα κυβερνητικά σκάνδαλα παραμένουν στην πρώτη γραμμή, τότε το δίλημμα της σταθερότητας μπορεί να μην αρκεί.
Επομένως η στρατηγική Μητσοτάκη έχει μία πολύ συγκεκριμένη προϋπόθεση, μέχρι την άνοιξη του 2027 πρέπει να έχει αλλάξει η καθημερινή αίσθηση του πολίτη για την ακρίβεια και την καθημερινότητα.
Διαφορετικά, η αυτοδυναμία θα παραμείνει σύνθημα χωρίς την εκλογική αριθμητική που χρειάζεται για να γίνει πραγματικότητα.

