
Στα τέλη Σεπτεμβρίου θα ληφθούν οι αποφάσεις για τα ενδεχόμενα μέτρα στήριξης απέναντι στην ενεργειακή ακρίβεια, γνωστοποίησε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Παύλος Μαρινάκης. Μιλώντας στον RealFM 97,8, ανέφερε ότι πραγματοποιούνται συσκέψεις για την παρακολούθηση των εξελίξεων και μέχρι το τέλος του μήνα θα αξιολογηθούν τα δεδομένα για να αποφασιστεί αν χρειάζονται πρόσθετες παρεμβάσεις.
«Θα δούμε τι πρέπει να κάνουμε για να στηρίξουμε αν χρειαστεί, που φαίνεται ότι η κατάσταση είναι κρίσιμη», είπε, τονίζοντας ότι «δεν χρειάζεται πανικός» και υποστήριξε ότι η οικονομική ανάπτυξη δημιουργεί τον δημοσιονομικό χώρο που επιτρέπει στην κυβέρνηση να στηρίζει νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Απέρριψε, πάντως, το ενδεχόμενο μείωσης του ειδικού φόρου κατανάλωσης, υποστηρίζοντας ότι θα είχε μικρότερο όφελος για τους πολίτες από τα έκτακτα μέτρα που εφαρμόζονται. Συμπλήρωσε ότι μια τέτοια παρέμβαση θα είχε κόστος εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ και θα απαιτούσε αντίμετρο, καθώς δεν υπάρχει απεριόριστος δημοσιονομικός χώρος.
«’Αρα όσοι υποστηρίζουν ότι η λύση είναι στη μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης από την αντιπολίτευση, είτε κοροϊδεύουν τον κόσμο γιατί δεν γίνεται να πάρουμε όλα τα μέτρα, δηλαδή δεν βγαίνει ο λογαριασμός, είτε πρέπει να μας πουν για ποιο λόγο ζητάνε κάτι που θα έχει μικρότερο όφελος, αφενός από τα μέτρα που παίρνουμε στην πράξη για τους πολίτες και δεύτερον πού θα βρούμε -ακόμα και αυτό να κάναμε μόνο του ως μέτρο είναι κάτι εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ», είπε.
Η ενίσχυση του εισοδήματος ως απάντηση στην ακρίβεια
Απαντώντας για την ακρίβεια, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος αναγνώρισε ότι αποτελεί «το μεγαλύτερο πρόβλημα» των Ελλήνων και ανέφερε ότι βασική προτεραιότητα είναι η ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος.
Όπως υποστήριξε, ο μέσος μισθός έχει αυξηθεί σημαντικά σε ονομαστικούς όρους, αλλά, λόγω του πληθωρισμού, η αύξηση του πραγματικού εισοδήματος περιορίζεται περίπου στο 10%.
Τονίζοντας ότι στόχος της κυβέρνησης δεν μπορεί να είναι η «εξαφάνιση» της ακρίβειας, αλλά ο περιορισμός των συνεπειών της, σημείωσε πως «κυβέρνηση που να έχει πετύχει ανάπτυξη και αύξηση των εισοδημάτων και αποπληθωρισμό, στην ιστορία δεν έχει περάσει», και συμπλήρωσε: «Άρα εμείς τι κάνουμε; Δίνουμε όσα περισσότερα μπορούμε από αυτά που έχουμε και όχι από αυτά που έχουμε στο μυαλό μας, και από αυτά που μαζεύουμε από την ανάπτυξη της οικονομίας για να στηρίξουμε νοικοκυριά και επιχειρήσεις»,
Υπό προϋποθέσεις η μείωση φόρων
Ερωτηθείς για το ενδεχόμενο μείωσης φόρων, ο Παύλος Μαρινάκης είπε ότι η κυβέρνηση είναι θετική επί της αρχής σε κάθε σχετική πρόταση, υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχει ο απαιτούμενος δημοσιονομικός χώρος. «Επί της αρχής, είμαστε θετικοί σε κάθε πρόταση για μείωση φόρου, αλλά το θέμα είναι πόσες μπορούμε από αυτές να προτεραιοποιήσουμε ούτως ώστε να βγει ο λογαριασμός», τόνισε.
Όπως ανέφερε, έχουν μειωθεί 83 άμεσοι και έμμεσοι φόροι και ότι, μαζί με τις μειώσεις του 2027, ο αριθμός φτάνει τους 91.
Να μην αδικούν τους συνεπείς τα μέτρα για τα δάνεια
Για τις 120 δόσεις, ανέφερε ότι η κυβέρνηση έχει ήδη προχωρήσει σε ρυθμίσεις 72 δόσεων, ενώ στον εξωδικαστικό μηχανισμό υπάρχουν και ρυθμίσεις 120 δόσεων διαφορετικού χαρακτήρα.
Τόνισε ότι κάθε πολιτική για το ιδιωτικό χρέος πρέπει να περνά από δύο φίλτρα: να στηρίζει όσους πραγματικά έχουν ανάγκη και ταυτόχρονα να μην αδικεί τους συνεπείς πολίτες που πλήρωναν και ρύθμιζαν τις υποχρεώσεις τους.
«Πρέπει δηλαδή να μη στείλουμε ένα μήνυμα ως κράτος ότι είτε είσαι συνεπής, είτε δεν είσαι συνεπής, έχεις πάνω κάτω την ίδια αντιμετώπιση. ‘Αρα, ναι, να στηρίξουμε αυτούς που έχουν ανάγκη. Το ξαναλέω: Επί της αρχής, δεν υπάρχει πολιτικός και πολίτης που να μη θέλει να μειωθούν όσο παραπάνω φόροι, να δοθούν παραπάνω μισθοί, να δοθούν όχι 70 και 100 και 200 δόσεις αν γίνεται, αλλά κάθε μέτρο πρέπει να κοστολογείται και να βγαίνει ο λογαριασμός», επανέλαβε.
Κριτική στην αντιπολίτευση
Ο Παύλος Μαρινάκης κατηγόρησε, εξάλλου, τα κόμματα της αντιπολίτευσης για προχειρότητα, με αφορμή τις προτάσεις που κατέθεσαν από το βήμα της ΔΕΘ. Υποστήριξε ότι δεν συνοδεύονταν από έναν αξιόπιστο δημοσιονομικό λογαριασμό και ανέφερε ότι η βασική διαφορά ανάμεσα στην κυβέρνηση και την αντιπολίτευση αφορά στην κοστολόγηση των προτάσεων.
Μιλώντας για «παλινωδίες», είπε ότι ο Αλέξης Τσίπρας παρουσίασε πρόγραμμα κόστους 7,5 δισ. ευρώ σε βάθος τετραετίας, και στη συνέχεια ο τομεάρχης Οικονομικών του υποστήριξε επανειλημμένα ότι το ποσό αφορά κάθε χρόνο. Για τον Νίκο Ανδρουλάκη υποστήριξε ότι παρουσίασε σειρά μέτρων, υπολογίζοντας το κόστος του προγράμματος στα 4 δισ. ευρώ σε ορίζοντα τετραετίας. ενώ σε αυτό το ποσό αντιστοιχούν μόνο ο 13ος μισθός και η 13η σύνταξη για κάθε έτος.

