
Υπάρχουν πολιτικές συγκρούσεις που ξεπερνούν τα πρόσωπα και αποκαλύπτουν βαθύτερες υπόγειες γραμμές μέσα στον δημόσιο διάλογο. Η θύελλα που ξέσπασε με αφορμή το πρωτοσέλιδο του Documento για τον Νίκο Μαραντζίδη δεν είναι απλώς ακόμη ένα επεισόδιο δημοσιογραφικής και πολιτικής αντιπαράθεσης. Είναι μια σύγκρουση που αγγίζει τα όρια ανάμεσα στη δημοσιογραφική έρευνα την ελευθερία της κριτικής και τη διαρκή απειλή με μηνύσεις που δηλητηριάζει τον δημόσιο χώρο. Οι απειλές για νομικές κινήσεις από τον πανεπιστημιακό, η δημόσια στήριξη του Χρήστου Ράμμου και η εκρηκτική αντεπίθεση του Κώστα Βαξεβάνη μετέτρεψαν μια υπόθεση που αρχικά αφορούσε ένα πρωτοσέλιδο σε ανοιχτό πολιτικό και ηθικό μέτωπο. Και κάπου εκεί, πίσω από τις καταγγελίες, τις βαριές εκφράσεις και τους υπαινιγμούς περί σκοτεινών δικτύων και πρακτόρων, επιστρέφει ένα παλαιό αλλά κρίσιμο ερώτημα: ποιος τελικά δικάζει ποιον στον δημόσιο χώρο και με ποια πολιτικά κριτήρια; Διότι στην πραγματικότητα η υπόθεση Μαραντζίδη δεν αφορά μόνο ένα δημοσίευμα ή μια προσωπική αντιπαράθεση. Αφορά και τις αντιφάσεις, τους συμβολισμούς και τις επιλογές που συνοδεύουν πλέον το νέο πολιτικό εγχείρημα του Αλέξη Τσίπρα.
Υπάρχουν στιγμές στην πολιτική που οι επιλογές μιλούν πιο δυνατά από τις ομιλίες. Και η εμπλοκή Νίκου Μαραντζίδη με τον πολιτικό σχεδιασμό του Αλέξη Τσίπρα είναι μία από αυτές τις στιγμές που δύσκολα περνούν απαρατήρητες.
Ιράν: «Παγώνουν» οι συνομιλίες με τις ΗΠΑ μέσω μεσολαβητών – Απειλές για Ορμούζ και Μπαμπ ελ Μαντέμπ
Όχι επειδή ο Μαραντζίδης είναι μια άγνωστη ή περιθωριακή φιγούρα της δημόσιας ζωής. Το αντίθετο. Πρόκειται για πανεπιστημιακό και μελετητή της περιόδου της δεκαετίας του ’40, με δημόσιες παρεμβάσεις και θέσεις που επί σειρά ετών προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις, ιδίως στον χώρο της Αριστεράς.
Και εδώ αρχίζει το πραγματικό πολιτικό ενδιαφέρον. Ο Νίκος Μαραντζίδης έχει διατυπώσει δημόσια και χωρίς περιστροφές τις απόψεις του για τον Εμφύλιο, το ΕΑΜ, τον ΕΛΑΣ και τον κομμουνισμό. Σε συνέντευξή του είχε δηλώσει ότι είναι «αντικομμουνιστής, όπως είναι και αντιφασίστας», εξηγώντας ότι αντιτίθεται σε κάθε μορφή ολοκληρωτισμού. Εχει επίσης υποστηρίξει πως μέρος της συνεργασίας Ελλήνων με τις γερμανικές δυνάμεις Κατοχής συνδέθηκε με φόβους ή αντιπαλότητες που είχαν ήδη αναπτυχθεί απέναντι στο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, υποστηρίζοντας ότι υπήρχαν στοιχεία εμφυλιακής σύγκρουσης ήδη μέσα στην περίοδο της Κατοχής.
Οι θέσεις αυτές δεν έγιναν δεκτές με ουδετερότητα. Για χρόνια αποτέλεσαν πεδίο πολιτικής και ιστορικής σύγκρουσης. Τμήματα της Αριστεράς, δημοσιολόγοι αλλά και έντυπα που κινούνταν κοντά στον ΣΥΡΙΖΑ άσκησαν σκληρή κριτική στις προσεγγίσεις του, θεωρώντας ότι σχετικοποιούν ή επαναξιολογούν κρίσιμες πλευρές της Κατοχής και του Εμφυλίου. Η δημόσια αντιπαράθεση δεν υπήρξε ούτε μικρή ούτε περιστασιακή. Σήμερα κάποιοι δημοσιογράφοι και έντυπα αυτού του κλίματος δεν άκουσαν τίποτα…
Γι’ αυτό και η σημερινή εικόνα έχει τη δική της πολιτική ειρωνεία. Διότι στην πολιτική, περισσότερο ακόμη και από τη συμφωνία, σημασία έχει η συνέπεια της διαδρομής. Και όταν ένας πολιτικός χώρος που για χρόνια αντιμετώπιζε συγκεκριμένες ιστοριογραφικές προσεγγίσεις ως βαθιά προβληματικές εμφανίζεται σήμερα να συνεργάζεται με έναν από τους πιο αναγνωρίσιμους εκφραστές τους, το ερώτημα δεν αφορά πρωτίστως τον πανεπιστημιακό. Αφορά τον πολιτικό φορέα που επιλέγει τη συνεργασία.
Ράμμος στο πλευρό Μαραντζίδη μετά το πρωτοσέλιδο του Documento – Η αιχμηρή απάντηση Βαξεβάνη
Η υπόθεση δεν είναι προσωπική. Ούτε ακαδημαϊκή. Ένας πανεπιστημιακός δικαιούται να υποστηρίζει τις απόψεις του, να τις τεκμηριώνει και να τις υπερασπίζεται. Ο ίδιος ο Μαραντζίδης, άλλωστε, έχει περιγράψει τον εαυτό του ως άνθρωπο που εργάζεται με βάση επιστημονικές μεθόδους, ακόμη κι αν οι θέσεις του προκαλούν έντονη διαφωνία. Είχε δε υπάρξει και θύμα βίαιης επίθεσης το 2014, γεγονός που είχε καταδικαστεί ευρέως στον δημόσιο διάλογο.
Το πολιτικό ζήτημα επομένως δεν βρίσκεται στο αν έχει δικαίωμα λόγου ή συμμετοχής. Βρίσκεται αλλού: στη μετάβαση από την ιδεολογική αποδοκιμασία στη στρατηγική αξιοποίηση.
Ο Αριστοτέλης στα «Ηθικά Νικομάχεια» υπενθύμιζε ότι η πολιτική αρετή δεν κρίνεται μόνο από τον σκοπό αλλά και από τα μέσα και τις επιλογές που χρησιμοποιούνται για να επιτευχθεί. Δεν είναι βέβαιο ότι η σύγχρονη πολιτική διαθέτει πάντοτε τέτοιες φιλοσοφικές αναστολές. Διαθέτει όμως το βάρος των συμβολισμών.
Και οι συμβολισμοί συχνά αποδεικνύονται πιο ανθεκτικοί από τα συνθήματα.
Η επιλογή Μαραντζίδη, αν αποτυπώνει στρατηγική και όχι συγκυριακή συνεννόηση, δείχνει κάτι βαθύτερο από μια απλή διεύρυνση συνεργατών. Δείχνει ότι ο Αλέξης Τσίπρας αναζητά ένα διαφορετικό πολιτικό ακροατήριο και ίσως ένα νέο αφήγημα, ακόμη κι αν αυτό απαιτεί υπέρβαση παλαιών γραμμών άμυνας και προηγούμενων βεβαιοτήτων.
Και ίσως εδώ βρίσκεται η βαθύτερη πολιτική συζήτηση που ανοίγει η συγκεκριμένη επιλογή.
Γιατί οι συνεργασίες στην πολιτική δεν κρίνονται μόνο από την αποτελεσματικότητά τους αλλά και από το μήνυμα που εκπέμπουν. Οταν επί χρόνια οικοδομείς πολιτική ταυτότητα πάνω σε συγκεκριμένες ιστορικές, ιδεολογικές και αξιακές διαχωριστικές γραμμές και στη συνέχεια τις επαναπροσδιορίζεις με εντυπωσιακή ευκολία, τότε η συζήτηση παύει να αφορά τα πρόσωπα και μεταφέρεται στη φιλοσοφία της πολιτικής.
Η εικόνα που διαμορφώνεται θυμίζει περισσότερο πολιτικό blender παρά συγκροτημένο ιδεολογικό σχέδιο: πρόσωπα με διαφορετικές αφετηρίες, αντιθετικές διαδρομές και παλαιότερες αμοιβαίες αποστάσεις καλούνται να συνυπάρξουν σε ένα νέο σχήμα όπου όλα μοιάζουν διαπραγματεύσιμα και τίποτε απολύτως αδιαπραγμάτευτο.
Κάποιοι θα το περιγράψουν ως πολιτικό ρεαλισμό ή ως αναγκαία διεύρυνση. Αλλοι θα δουν μια διαφορετική ανάγνωση: ότι η τακτική υπερισχύει της ιδεολογίας και ότι η πολιτική ταυτότητα μετατρέπεται σε ευέλικτο εργαλείο προσαρμογής.
Και εδώ ακριβώς αναδύεται η πολιτική αντίφαση που αφορά προσωπικά τον ίδιο τον Αλέξη Τσίπρα. Διότι όταν επιλέγεις να τοποθετείς στη μαρκίζα την «Αριστερά», να επικαλείσαι ιστορικούς αγώνες, συλλογικές μνήμες και πολιτικές παρακαταθήκες που συνδέθηκαν με το ΕΑΜ, τον ΕΛΑΣ και την ιστορική αυτοαντίληψη της ελληνικής Αριστεράς, οι επιλογές των προσώπων αποκτούν αυξημένο συμβολικό βάρος. Η συνεργασία ή η πολιτική αξιοποίηση ενός ακαδημαϊκού που επί χρόνια βρέθηκε στο επίκεντρο έντονης αντιπαράθεσης ακριβώς για τις προσεγγίσεις του πάνω σε αυτές τις ιστορικές αναφορές δημιουργεί ένα εύλογο ερώτημα πολιτικής συνέπειας. Το πρόβλημα βρίσκεται στην πλευρά του Αλέξη Τσίπρα που επενδύει στη συμβολική γλώσσα των αγώνων της Αριστεράς καλείται ταυτόχρονα να εξηγήσει με ποια λογική συνυπάρχουν στη νέα του αφήγηση τόσο ισχυρές ιδεολογικές και ιστορικές αντιφάσεις. Και τότε η συζήτηση παύει να αφορά μόνο τη διεύρυνση· αφορά το αν η πολιτική ταυτότητα παραμένει πυξίδα ή μετατρέπεται σε εργαλείο προσαρμογής. Εδώ ακριβώς επιστρέφει το παλιό, δύσκολο ερώτημα που συνοδεύει κάθε μεγάλη πολιτική μετατόπιση: μέχρι ποιο σημείο μια διεύρυνση αποτελεί ένδειξη ανοιχτού πολιτικού ορίζοντα και από ποιο σημείο και μετά γεννά την αίσθηση ότι ο σκοπός δικαιώνει σχεδόν κάθε επιλογή;
Διότι η Αριστερά —τουλάχιστον όπως ιστορικά αυτοπροσδιορίστηκε— δεν διεκδικούσε μόνο εκλογική αποτελεσματικότητα. Διεκδικούσε και μια ιδιαίτερη ηθική συνέπεια ως προς τη σχέση μέσων και σκοπών. Και όταν οι γραμμές αυτές θολώνουν, το ερώτημα δεν είναι αν χωρούν όλοι σε ένα πολιτικό εγχείρημα. Το ερώτημα είναι αν, στην προσπάθεια να χωρέσουν όλοι, κινδυνεύει να αλεστεί η ίδια η πολιτική φυσιογνωμία του εγχειρήματος.
Η απάντηση δεν βρίσκεται ούτε στα πανεπιστημιακά συγγράμματα ούτε στις κομματικές ανακοινώσεις. Βρίσκεται στη μνήμη των ίδιων των πολιτικών χώρων και στο κατά πόσο οι πολίτες θεωρούν ότι οι μετατοπίσεις εξηγούνται με πολιτική ειλικρίνεια ή απλώς με τη γνωστή αριθμητική της χρησιμότητας.

