
Υπάρχει μια κατηγορία πολιτικών στελεχών που δεν κατοικεί σε ιδέες. Κατοικεί στις συγκυρίες. Δεν υπηρετεί αρχές. Υπηρετεί ευκαιρίες. Δεν έχει πολιτική πατρίδα. Έχει προσωρινό κατάλυμα. Σήμερα εδώ, αύριο αλλού. Είναι οι «Βεδουίνοι» της πολιτικής, που περιφέρονται από κόμμα σε κόμμα, όχι γιατί άλλαξε ο κόσμος, αλλά γιατί άλλαξαν οι προσωπικοί τους υπολογισμοί.
Το εντυπωσιακό δεν είναι η μετακίνησή τους. Στη δημοκρατία οι πολιτικές διαφωνίες υπάρχουν και οι αποχωρήσεις είναι θεμιτές. Το πραγματικά εντυπωσιακό είναι η ταχύτητα με την οποία μεταλλάσσονται οι βεβαιότητές τους.
Μέχρι χθες διαβεβαίωναν τους πολίτες ότι το κόμμα στο οποίο ανήκαν αποτελούσε τη μοναδική ελπίδα της χώρας. Περιόδευαν στα τηλεοπτικά πάνελ, έδιναν συνεντεύξεις, αναρτούσαν διθυραμβικά κείμενα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και ζητούσαν από τους πολίτες να τους εμπιστευθούν. Όποιος αμφισβητούσε την επιλογή τους χαρακτηριζόταν σχεδόν αδαής.
Σήμερα, με την ίδια άνεση, το ίδιο πάθος και την ίδια βεβαιότητα, υπερασπίζονται ένα άλλο κόμμα. Σαν να μην υπήρξε ποτέ το προηγούμενο. Σαν να μην ειπώθηκε ποτέ τίποτε από όσα οι ίδιοι διακήρυτταν. Και το ακόμη πιο παράδοξο: εμφανίζονται ως οι αυθεντικοί ερμηνευτές της πολιτικής πραγματικότητας, έτοιμοι να παραδώσουν μαθήματα συνέπειας, στρατηγικής και ιδεολογικής καθαρότητας.
Δεν αισθάνονται την ανάγκη να εξηγήσουν τι ακριβώς μεσολάβησε. Ποια νέα πολιτικά δεδομένα τους έκαναν να ανατρέψουν όσα υποστήριζαν μέχρι χθες; Ποια επιχειρήματα ακυρώνουν τα προηγούμενα επιχειρήματά τους; Γιατί ο πολίτης να πιστέψει σήμερα αυτά που λένε και όχι εκείνα που έλεγαν πριν από λίγους μήνες;
Αντί για αυτοκριτική, επιλέγουν την αμνησία. Σαν να απευθύνονται σε ανθρώπους χωρίς μνήμη. Σαν να θεωρούν ότι οι πολίτες δεν θυμούνται τις τηλεοπτικές εμφανίσεις, τις δηλώσεις, τις αναρτήσεις και τις δημόσιες παρεμβάσεις τους.
Η πολιτική, όμως, δεν είναι θέατρο συνεχών αλλαγών κοστουμιών. Η αξιοπιστία δεν αποκτάται με την αλλαγή λογοτύπου στο φόντο μιας συνέντευξης. Ούτε η συνέπεια γεννιέται κάθε φορά που αλλάζει η κομματική ταυτότητα.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι ότι κάποιοι αλλάζουν πολιτικό χώρο. Είναι ότι απαιτούν από την κοινωνία να αλλάξει μαζί τους και τη μνήμη της. Να ξεχάσει όσα έλεγαν χθες και να χειροκροτήσει όσα υποστηρίζουν σήμερα. Να αποδεχθεί ότι το άσπρο έγινε μαύρο μέσα σε μία νύχτα και ότι οι ίδιοι παραμένουν… αλάνθαστοι.
Είναι μια αντίληψη βαθιά υποτιμητική για τον πολίτη. Προϋποθέτει ότι η κοινή γνώμη δεν σκέφτεται, δεν συγκρίνει και δεν θυμάται. Ότι μπορεί να παρακολουθεί αδιαμαρτύρητα μια αδιάκοπη εναλλαγή αφηγημάτων, χωρίς να ζητά εξηγήσεις.
Το ερώτημα, τελικά, δεν αφορά εκείνους που αλλάζουν κόμματα. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουν την κοινωνία. Πιστεύουν πραγματικά ότι μπορούν, με ταχύτητα φωτός, να αλλάζουν επιχειρήματα, να διαγράφουν το χθες και να απαιτούν πίστη στο σήμερα;
Η δημοκρατία δεν απαιτεί ακινησία. Απαιτεί όμως ειλικρίνεια. Όποιος αλλάζει πολιτική διαδρομή οφείλει να εξηγήσει γιατί το κάνει, να αναλάβει την ευθύνη των προηγούμενων επιλογών του και να σεβαστεί τη νοημοσύνη των πολιτών.
Γιατί η πιο επικίνδυνη μορφή πολιτικού κυνισμού δεν είναι η μετακίνηση. Είναι η πεποίθηση ότι οι πολίτες έχουν τόσο κοντή μνήμη ώστε να μπορούν να κοροϊδεύονται ξανά και ξανά, χωρίς ούτε μια συγγνώμη, χωρίς ούτε μια εξήγηση. Και τότε το ερώτημα προκύπτει αβίαστα: δεν ντρέπονται;

