
Στις 10 Σεπτεμβρίου 2009, η Ελλάδα βρισκόταν μόλις λίγες εβδομάδες πριν από τις πρόωρες εκλογές της 4ης Οκτωβρίου και ήδη ένιωθε τα πρώτα βαριά σύννεφα της οικονομικής κρίσης. Ο Κώστας Καραμανλής είχε προκηρύξει τις εκλογές, επικαλούμενος την ανάγκη αντιμετώπισης της δύσκολης δημοσιονομικής κατάστασης, ενώ ο Γιώργος Παπανδρέου, ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, πραγματοποιούσε προεκλογική περιοδεία στη Δυτική Μακεδονία.
Στην Κοζάνη, απαντώντας στο ερώτημα πού θα βρεθούν τα χρήματα για την υλοποίηση του προγράμματος του ΠΑΣΟΚ, ο τότε πρόεδρος του κόμματος είπε τη φράση που έμελλε να μείνει ανεξίτηλη στην ελληνική πολιτική ιστορία: «Λεφτά υπάρχουν».
Η δήλωση, βέβαια, δεν σταματούσε εκεί. Ο Παπανδρέου μιλούσε για πόρους που θα μπορούσαν να εξασφαλιστούν μέσα από την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, τον περιορισμό της κρατικής σπατάλης, την αξιοποίηση των κοινοτικών κονδυλίων, την προσέλκυση επενδύσεων και την καλύτερη αξιοποίηση των παραγωγικών δυνατοτήτων της χώρας.
Όμως η πολιτική επικοινωνία έκανε τη δουλειά της. Από μια ολόκληρη τοποθέτηση έμειναν δύο λέξεις. Και οι δύο αυτές λέξεις έμελλε να αποκτήσουν πολιτική ζωή πολύ μεγαλύτερη από την αρχική τους σημασία.
Η Νέα Δημοκρατία έσπευσε να κατηγορήσει το ΠΑΣΟΚ για παροχολογία και υπερβολικά αισιόδοξες εξαγγελίες, ενώ η φράση έγινε σύντομα βασικό όπλο της προεκλογικής αντιπαράθεσης. Πρωτοσέλιδα, τηλεοπτικές εκπομπές, πολιτικοί αντίπαλοι και γελοιογράφοι την έφεραν στο επίκεντρο, μετατρέποντάς την σε σύνθημα μιας ολόκληρης προεκλογικής περιόδου.
Η νίκη του ΠΑΣΟΚ και η αποκάλυψη της πραγματικότητας
Στις 4 Οκτωβρίου 2009 το ΠΑΣΟΚ κέρδισε τις εκλογές με 43,92% και 160 έδρες. Ο Γιώργος Παπανδρέου ανέλαβε πρωθυπουργός και βρέθηκε αντιμέτωπος σχεδόν αμέσως με μια οικονομική πραγματικότητα πολύ δυσκολότερη από εκείνη που είχε αποτυπωθεί προεκλογικά.
Τα δημοσιονομικά στοιχεία αναθεωρήθηκαν δραματικά. Το έλλειμμα του 2009 αποδείχθηκε πολύ υψηλότερο από τις προηγούμενες εκτιμήσεις και τελικά ξεπέρασε το 15% του ΑΕΠ. Η αξιοπιστία της χώρας στις διεθνείς αγορές κατέρρεε, το κόστος δανεισμού αυξανόταν και η Ελλάδα έμπαινε σε μια πρωτοφανή περιπέτεια.
Μέσα σε λίγους μήνες, το προεκλογικό «λεφτά υπάρχουν» βρέθηκε απέναντι σε μια πολύ διαφορετική πραγματικότητα: την ανάγκη να βρεθούν χρήματα για να χρηματοδοτηθεί το ίδιο το ελληνικό κράτος.
Στις 23 Απριλίου 2010, από το Καστελλόριζο, ο Γιώργος Παπανδρέου ανακοίνωσε την προσφυγή της Ελλάδας στον μηχανισμό στήριξης. Η χώρα μπήκε έτσι στην εποχή των Μνημονίων, που θα άφηνε βαθύ αποτύπωμα στην ελληνική κοινωνία και οικονομία.
Ακολούθησαν σκληρά μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής, περικοπές σε μισθούς και συντάξεις, αυξήσεις φόρων, περιορισμός των δημόσιων δαπανών και μια βαθιά ύφεση που επηρέασε σχεδόν κάθε ελληνικό νοικοκυριό.
Η πολιτική ζωή μιας φράσης
Τα επόμενα χρόνια, ο Γιώργος Παπανδρέου επέμεινε ότι η περίφημη φράση είχε αποκοπεί από το πραγματικό της πλαίσιο. Υποστήριξε ότι δεν μιλούσε για έναν απεριόριστο κρατικό κορβανά, αλλά για πόρους που θα μπορούσαν να προκύψουν μέσα από διαφορετική οικονομική πολιτική, περιορισμό της φοροδιαφυγής και αξιοποίηση του πλούτου της χώρας. Ωστόσο, η πολιτική ιστορία σπάνια θυμάται ολόκληρες ομιλίες. Θυμάται φράσεις.
Και το «λεφτά υπάρχουν» αποδείχθηκε μία από εκείνες που απέκτησαν δική τους ζωή. Για τους επικριτές του Παπανδρέου έγινε σύμβολο προεκλογικής υπεραισιοδοξίας. Για τους υποστηρικτές του, μια φράση που απομονώθηκε και χρησιμοποιήθηκε για να συμπυκνώσει μια πολύ πιο σύνθετη πολιτική πρόταση. Πάνω απ’ όλα, όμως, έμεινε συνδεδεμένη με τη δραματική αντίθεση ανάμεσα στις προσδοκίες του φθινοπώρου του 2009 και στην πραγματικότητα που αποκαλύφθηκε λίγους μήνες αργότερα.
Σήμερα, περισσότερο από 15 χρόνια μετά, οι δύο λέξεις εξακολουθούν να αποτελούν πολιτικό σημείο αναφοράς. Όχι μόνο επειδή ειπώθηκαν σε μια προεκλογική συγκέντρωση στην Κοζάνη, αλλά επειδή συμπύκνωσαν, σχεδόν με κινηματογραφικό τρόπο, τη μετάβαση της Ελλάδας από την εποχή των προσδοκιών στην εποχή της οικονομικής κρίσης.

