
Η 15η Ιουλίου δεν είναι απλώς μια μαύρη επέτειος για τον Ελληνισμό. Είναι η υπενθύμιση ότι όταν η δημοκρατία υπονομεύεται από μέσα, το τίμημα μπορεί να είναι εθνικό και διαχρονικό.
Το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου, που οργανώθηκε από τη χούντα των Αθηνών και εκτελέστηκε από τους συνεργάτες της στην Κύπρο, δεν έφερε την Ένωση που διακήρυσσαν οι εμπνευστές του. Έφερε το ακριβώς αντίθετο: την τουρκική εισβολή, την κατοχή, τους νεκρούς, τους αγνοούμενους και μια πατρίδα κομμένη στα δύο εδώ και πάνω από μισό αιώνα.
Η ιστορία δεν γράφεται με «αν», αλλά ένα συμπέρασμα δύσκολα αμφισβητείται: το πραξικόπημα αποδυνάμωσε την Κυπριακή Δημοκρατία και δημιούργησε τις συνθήκες που αξιοποίησε η Άγκυρα για να επέμβει στρατιωτικά. Η ευθύνη για την εισβολή ανήκει στην Τουρκία. Όμως το πραξικόπημα υπήρξε η μοιραία εσωτερική πληγή που άνοιξε τον δρόμο.
Πενήντα δύο χρόνια μετά, η μεγαλύτερη τιμή προς τα θύματα δεν είναι τα στεφάνια και οι ομιλίες. Είναι η ιστορική μνήμη χωρίς παραχαράξεις και η συνειδητοποίηση ότι ο διχασμός, ο αυταρχισμός και οι εθνικές αυταπάτες δεν οδηγούν ποτέ σε εθνικές νίκες. Η Κύπρος εξακολουθεί να πληρώνει το τίμημα εκείνων των ημερών και αυτό είναι ένα μάθημα που δεν πρέπει να ξεχαστεί ποτέ.
Η τραγωδία της Κύπρου άφησε όμως και ένα δεύτερο, γεωπολιτικό δίδαγμα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και ο τότε υπουργός Εξωτερικών Χένρι Κίσιντζερ εξακολουθούν να βρίσκονται στο επίκεντρο μιας ιστορικής διαμάχης για τον ρόλο που διαδραμάτισαν τις κρίσιμες εκείνες ημέρες. Πολλά αποχαρακτηρισμένα αμερικανικά και βρετανικά έγγραφα δείχνουν ότι η Ουάσιγκτον γνώριζε την εξαιρετικά επικίνδυνη κατάσταση που είχε δημιουργήσει το πραξικόπημα και τον κίνδυνο τουρκικής επέμβασης. Ενώ υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις ότι το υποκίνησαν για να διασφαλίσουν τα δικά τους συμφέροντα ασφάλειας στην περιοχή σε μια συγκυρία αστάθειας.
Παράλληλα, οι επικριτές της αμερικανικής πολιτικής υποστηρίζουν ότι η αμερικανική διπλωματία δεν άσκησε την αναγκαία πίεση ούτε προς τη χούντα της Αθήνας για να αποτρέψει το πραξικόπημα ούτε προς την Άγκυρα για να αποτρέψει ή να περιορίσει την εισβολή. Άλλοι ιστορικοί θεωρούν ότι οι ΗΠΑ προτεραιοποίησαν τη διατήρηση της συνοχής του ΝΑΤΟ εν μέσω Ψυχρού Πολέμου, αποφεύγοντας μια ευθεία σύγκρουση με την Τουρκία.
Πενήντα δύο χρόνια μετά, η μεγαλύτερη ίσως παρακαταθήκη εκείνης της περιόδου είναι ότι τα κράτη οφείλουν να στηρίζουν πρωτίστως τη δική τους αποτρεπτική ισχύ και την εθνική τους στρατηγική. Οι συμμαχίες είναι πολύτιμες, αλλά λειτουργούν με βάση τα συμφέροντα και όχι τα συναισθήματα. Η ιστορία της Κύπρου υπενθυμίζει με τον πιο οδυνηρό τρόπο ότι καμία χώρα δεν μπορεί να θεωρεί δεδομένο πως, στην κρισιμότερη στιγμή, οι σύμμαχοί της θα ενεργήσουν όπως εκείνη προσδοκά. Οι διεθνείς σχέσεις δεν διέπονται από φιλίες, αλλά από τη σύγκλιση συμφερόντων. Αυτό ήταν ίσως το πιο σκληρό μάθημα του καλοκαιριού του 1974.

