
Υπάρχει μια παλιά πολιτική συνήθεια στην Ελλάδα. Κάθε φορά που μια ευρωπαϊκή έκθεση περιλαμβάνει θετικές αναφορές για την οικονομία, η κυβέρνηση στέκεται στα χειροκροτήματα και προσπερνά τα ψιλά γράμματα. Μόνο που αυτή τη φορά τα ψιλά γράμματα είναι ίσως πιο σημαντικά από τα εύσημα.
Ναι, η Ελλάδα δεν είναι πλέον ο «ασθενής της Ευρώπης». Η Κομισιόν αναγνωρίζει τη δημοσιονομική σταθερότητα, τη μείωση του χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ, την πρόοδο του Ταμείου Ανάκαμψης και την ανθεκτικότητα της οικονομίας. Η χώρα έχει αφήσει πίσω της την εικόνα της μόνιμης κρίσης.
Όμως η πραγματική είδηση δεν βρίσκεται εκεί.
Βρίσκεται στις ίδιες ακριβώς παρατηρήσεις που επαναλαμβάνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εδώ και χρόνια: αργή Δικαιοσύνη, γραφειοκρατία, αδύναμη παραγωγικότητα, περιορισμένη καινοτομία, δυσκολία πρόσβασης των επιχειρήσεων σε χρηματοδότηση και διοικητικά εμπόδια που συνεχίζουν να αποθαρρύνουν επενδύσεις.
Με απλά λόγια, η Ελλάδα έχει βελτιώσει τους αριθμούς της χωρίς να έχει θεραπεύσει όλες τις παθογένειές της.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα σήμερα δεν είναι το έλλειμμα. Είναι η παραγωγικότητα. Δεν είναι τυχαίο ότι τόσο η Κομισιόν όσο και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο επιμένουν ότι η χαμηλή παραγωγικότητα παραμένει το βασικό φρένο για τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη της χώρας.
Και εδώ εμφανίζονται οι πραγματικές ελληνικές «γκρίζες ζώνες».
Όχι οι γκρίζες ζώνες του Αιγαίου που συζητούμε επί δεκαετίες με την Τουρκία. Αλλά οι εσωτερικές γκρίζες ζώνες του κράτους.
Η γκρίζα ζώνη μιας δικαστικής απόφασης που μπορεί να χρειαστεί χρόνια για να εκδοθεί.
Η γκρίζα ζώνη ενός επενδυτή που δεν γνωρίζει πόσες υπηρεσίες θα χρειαστεί να περάσει μέχρι να υλοποιήσει ένα έργο.
Η γκρίζα ζώνη μιας νεοφυούς επιχείρησης που έχει ιδέα αλλά δεν βρίσκει κεφάλαια.
Η γκρίζα ζώνη μιας οικονομίας που αναπτύσσεται, αλλά δεν μετατρέπει αυτή την ανάπτυξη σε μισθούς και αγοραστική δύναμη.
Διότι το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν το ΑΕΠ αυξάνεται κατά 2% ή 3%. Το πραγματικό ερώτημα είναι γιατί, παρά την πρόοδο των τελευταίων ετών, το κατά κεφαλήν εισόδημα εξακολουθεί να υπολείπεται σημαντικά του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Η κυβέρνηση δικαιούται να πανηγυρίζει για τη δημοσιονομική ανάταξη. Δεν δικαιούται όμως να παρουσιάζει ως ολοκληρωμένη επιτυχία μια οικονομία που ακόμη αναζητά τον δρόμο προς την πραγματική σύγκλιση με την Ευρώπη.
Η χώρα κέρδισε τη μάχη της αξιοπιστίας.
Δεν έχει κερδίσει ακόμη τη μάχη της παραγωγικότητας.
Και όσο οι παλιές παθογένειες παραμένουν ζωντανές, τόσο τα εύσημα των Βρυξελλών θα συνοδεύονται από μια υπενθύμιση που η Αθήνα προτιμά να αγνοεί: ότι η Ελλάδα έμαθε να τηρεί τους δημοσιονομικούς κανόνες, αλλά δεν έχει ακόμη αποδείξει ότι μπορεί να σπάσει οριστικά τον κύκλο της χαμηλής ανταγωνιστικότητας και της μεσαίας ευημερίας.

