Καραμανλής με ευθείες βολές κατά «ήρεμων νερών», παρακολουθήσεων και ανώνυμων διαδικτυακών επιθέσεων: «Η χειραγώγηση και οι παρακολουθήσεις πλήττουν τη Δημοκρατία»

Newsroom
28 Min Read

Με μία ομιλία που ξεπέρασε τα στενά όρια της παρουσίασης βιβλίου και απέκτησε καθαρά πολιτικά και γεωπολιτικά χαρακτηριστικά, ο πρώην πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής επέστρεψε στο δημόσιο προσκήνιο από το Μέγαρο Μουσικής, εξαπολύοντας αιχμές για τη λειτουργία της Δημοκρατίας, τις παρακολουθήσεις, την κρίση εμπιστοσύνης στους θεσμούς, αλλά και για τη στρατηγική των «ήρεμων νερών» απέναντι στην Τουρκία.

Η παρέμβασή του, στο πλαίσιο της παρουσίασης του βιβλίου των Κωνσταντίνου Αρβανιτόπουλου και Κωνσταντίνου Φίλη «Η νέα παγκόσμια τάξη – Το δίκαιο της ισχύος», δεν περιορίστηκε σε ακαδημαϊκές αναλύσεις για τη διεθνή σκηνή. Αντίθετα, περιείχε φράσεις με βαρύ πολιτικό φορτίο, που ήδη προκαλούν συζητήσεις τόσο για τους αποδέκτες όσο και για το timing των αναφορών του.

Βολές για Δημοκρατία, ΜΜΕ και παρακολουθήσεις

Ο πρώην πρωθυπουργός περιέγραψε μια Δύση που – όπως είπε – απομακρύνεται από τις ίδιες τις αξίες πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε, προειδοποιώντας ότι οι εκπτώσεις σε θεμελιώδεις δημοκρατικές αρχές διαβρώνουν την κοινωνική συνοχή και το πολιτικό σύστημα.

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στον ρόλο της ενημέρωσης, επισημαίνοντας ότι η ακριβής και αμερόληπτη πληροφόρηση αποτελεί πυλώνα της Δημοκρατίας.

Η πιο αιχμηρή όμως αναφορά του αφορούσε τις παρακολουθήσεις και το ζήτημα της θεσμικής εμπιστοσύνης.

«Όταν οι πληροφορίες εξυπηρετούν κατεστημένα συμφέροντα ή καταντούν απροκάλυπτη απόπειρα χειραγώγησης, η Δημοκρατία πλήττεται. Παράνομες ή τυπικά νομιμοφανείς παρακολουθήσεις πλήττουν επίσης τη Δημοκρατία», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Η φράση προκάλεσε αίσθηση, καθώς ο πρώην πρωθυπουργός επέλεξε να επαναφέρει δημόσια το ζήτημα των παρακολουθήσεων, μιλώντας όχι μόνο για παράνομες πρακτικές αλλά ακόμη και για «νομιμοφανείς» διαδικασίες που τραυματίζουν τη δημοκρατική λειτουργία.

«Η Δικαιοσύνη χειραγωγείται»

Ακόμη πιο βαριά ήταν η αναφορά του για τη λειτουργία των θεσμών και ειδικά της Δικαιοσύνης.

Ο Κώστας Καραμανλής δεν έκρυψε τον προβληματισμό του για τη διευρυνόμενη κρίση εμπιστοσύνης των πολιτών, λέγοντας:

«Το μεγαλύτερο ίσως πλήγμα είναι η διευρυνόμενη βεβαιότητα της μεγάλης πλειοψηφίας των πολιτών ότι οι θεσμοί, πρωτίστως μάλιστα η Δικαιοσύνη ως το θεμέλιο της ελεύθερης και δημοκρατικής κοινωνίας, χειραγωγούνται».

Η διατύπωση αυτή θεωρείται από τις πιο πολιτικά φορτισμένες της ομιλίας, καθώς δεν περιγράφει απλώς μια κοινωνική αίσθηση αλλά αναδεικνύει ως κεντρικό πρόβλημα την αντίληψη περί χειραγώγησης των θεσμών.

Κατά τον πρώην πρωθυπουργό, αυτή η εικόνα αποδομεί το αφήγημα της δυτικής υπεροχής και τροφοδοτεί την κοινωνική δυσπιστία.

Οι «ανώνυμες πέννες του διαδικτύου»

Ο πρώην πρωθυπουργός δεν περιορίστηκε στην κριτική προς τα συστήματα εξουσίας, αλλά άφησε σαφείς αιχμές και για μηχανισμούς πολιτικής και επικοινωνιακής στοχοποίησης.

«Αντί συγκροτημένης προσπάθειας ανάσχεσης των αρνητικών συνεπειών, βλέπουμε συχνά την εμμονή των κρατούντων στις εκπτώσεις αυτές», είπε, για να προσθέσει σε ιδιαίτερα αιχμηρό τόνο:

«Καταφεύγουν με ευκολία στην προσπάθεια μείωσης και συκοφάντησης εκείνων που τολμούν να αμφισβητήσουν το δικό τους αφήγημα. Συχνά, μάλιστα, με καθοδηγούμενες αλλά ανώνυμες πέννες του διαδικτύου».

Η συγκεκριμένη αναφορά προκάλεσε αμέσως πολιτικές ερμηνείες, καθώς ο πρώην πρωθυπουργός μίλησε ευθέως για οργανωμένη στοχοποίηση και διαδικτυακές επιθέσεις που λειτουργούν ως εργαλείο απαξίωσης διαφορετικών φωνών.

Μάλιστα, συνέδεσε το φαινόμενο αυτό με την άνοδο αντισυστημικών τάσεων, θέτοντας το ερώτημα:

«Πώς να απορεί κανείς, λοιπόν, με την εκρηκτική ενδυνάμωση αντισυστημικών τάσεων;»

Αιχμές για τη Δύση και μήνυμα για Ελλάδα – Κύπρο

Σε διεθνές επίπεδο, ο Κώστας Καραμανλής υποστήριξε ότι ο πολυπολικός κόσμος που διαμορφώνεται απαιτεί πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική και προειδοποίησε ότι η ίδια η Δύση μεταλλάσσεται ή και διχάζεται.

Όπως είπε, η Ελλάδα ανήκει στη Δύση, αλλά δεν μπορεί να αγνοεί τις αλλαγές που συντελούνται ούτε τις αντιφάσεις των συμμάχων της.

Στο σημείο αυτό διατύπωσε μία ακόμη αιχμή με σαφές γεωπολιτικό αποτύπωμα:

«Δεν μπορεί εμείς να τασσόμαστε με όλες μας τις δυνάμεις στο πλευρό του αμυνόμενου και η υπόλοιπη Ευρώπη – ακόμα ακόμα και αυτός ο αμυνόμενος – να μην τάσσεται στο δικό μας πλευρό όταν απειλούμαστε».

Ο πρώην πρωθυπουργός ανέδειξε τον ρόλο Ελλάδας και Κύπρου ως «προμαχώνα» της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα νοτιοανατολικά σύνορα, υποστηρίζοντας ότι η τουρκική επεκτατικότητα συνιστά όχι διμερές αλλά ευρωπαϊκό πρόβλημα ασφάλειας.

«Ήρεμα νερά» υπό αμφισβήτηση

Το πλέον αιχμηρό σημείο της παρέμβασης αφορούσε ευθέως την Τουρκία και την πολιτική προσέγγισης των τελευταίων ετών.

Ο Κώστας Καραμανλής χαρακτήρισε «εξωφρενικό» τον υπό διαμόρφωση τουρκικό νόμο που θεσμοποιεί το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας», σημειώνοντας ότι η Άγκυρα μετατρέπει πλέον τον αναθεωρητισμό σε επίσημη κρατική δέσμευση. Και από αυτό το σημείο πέρασε ευθέως στην αμφισβήτηση της πολιτικής των «ήρεμων νερών».

«Με αυτά τα δεδομένα, πρέπει να μας προβληματίσει η αποτελεσματικότητα της πολιτικής των “ήρεμων νερών”», ανέφερε.

Για να συνεχίσει με ακόμη πιο καθαρή προειδοποίηση:

«Όσο κατανοητή και αν είναι η προσπάθεια αποφυγής εντάσεων, εφόσον η συμπεριφορά αυτή παρερμηνεύεται ως υποχωρητικότητα στην άσκηση και του παραμικρού δικαιώματός μας ή απαλλάσσει την Τουρκία από το βάρος της επιθετικής της συμπεριφοράς στα μάτια των τρίτων, το κόστος καθίσταται δυσανάλογα μεγαλύτερο από το επιδιωκόμενο υποτιθέμενο όφελος». Η αναφορά αυτή ερμηνεύεται ως ευθεία προειδοποίηση ότι η στρατηγική αποκλιμάκωσης δεν μπορεί να λειτουργεί εις βάρος των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων ούτε να συγκαλύπτει τη σταθερή αναθεωρητική ατζέντα της Άγκυρας.

«Καθαρά και ξάστερα» μήνυμα προς την Άγκυρα

Ο πρώην πρωθυπουργός ζήτησε εντατικότερη δημόσια διπλωματία απέναντι σε συμμάχους και εταίρους, προκειμένου – όπως είπε – να καταδειχθεί το εύρος της τουρκικής επιθετικότητας και των αναθεωρητικών διεκδικήσεων της Άγκυρας – όπως είπε – «το αδιανόητο των τουρκικών βλέψεων».

Το τελικό του μήνυμα ήταν απολύτως σαφές:

«Και προς την Τουρκία, καθαρά και ξάστερα το μήνυμα ότι κανείς στην Ελλάδα δεν προσφέρεται για εκπτώσεις σε ζητήματα διεθνώς κατοχυρωμένων Δικαίων και δικαιωμάτων της χώρας».

Ευρωπαϊκή άμυνα χωρίς εξαρτήσεις

Ο πρώην πρωθυπουργός έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην ανάγκη στρατηγικής αυτονομίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Όπως ανέφερε, η Ευρώπη οφείλει να αποδεχθεί ότι η περίοδος κατά την οποία μπορούσε να βασίζεται πλήρως στην αμερικανική προστασία έχει παρέλθει και ότι χρειάζεται αυτόνομη αμυντική ικανότητα.

Μάλιστα, εμφανίστηκε επιφυλακτικός απέναντι σε συζητήσεις για ευρωπαϊκή αμυντική συνεργασία με τρίτες χώρες εκτός ΕΕ, όπως η Βρετανία, η Ουκρανία ή η Τουρκία, υποστηρίζοντας ότι αυτό αποτυπώνει τη διαρκή αδυναμία της Ένωσης να στηριχθεί στις δικές της δυνάμεις.

«Νέα παγκόσμια τάξη» ή διεθνής αταξία

Ο πρώην πρωθυπουργός περιέγραψε το διεθνές περιβάλλον ως μια περίοδο «αταξίας» και όχι οργανωμένης νέας παγκόσμιας τάξης, υποστηρίζοντας ότι το μεταπολεμικό σύστημα σταθερότητας έχει πλέον εισέλθει σε φάση αποδόμησης.

Όπως σημείωσε, ο κόσμος απομακρύνεται τόσο από τον διπολισμό του Ψυχρού Πολέμου όσο και από τη μονοπολική κυριαρχία των Ηνωμένων Πολιτειών μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης.

Κατά την εκτίμησή του, οι ΗΠΑ εξακολουθούν να διαθέτουν τεράστια στρατιωτική ισχύ, όμως δυσκολεύονται ολοένα και περισσότερο να επιβάλουν τη βούλησή τους, ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση εμφανίζεται ανίκανη να αναλάβει διεθνή ρόλο ανάλογο της οικονομικής και πολιτικής της ισχύος.

Στο περιβάλλον αυτό, ανέφερε, αναδεικνύονται νέοι και παλαιοί δρώντες, όπως η Κίνα, η Ρωσία, το Ιράν αλλά και η Τουρκία, που επιδιώκουν να αυξήσουν την επιρροή τους.

Ουκρανία, Μέση Ανατολή και η «realpolitik» των ισχυρών

Ο Κώστας Καραμανλής υποστήριξε ότι η διεθνής πολιτική επιστρέφει πλέον σε λογικές realpolitik, σφαιρών επιρροής και επίλυσης διαφορών μέσω ισχύος και απειλής χρήσης βίας. Χρησιμοποίησε ως χαρακτηριστικά παραδείγματα τον πόλεμο στην Ουκρανία και τη συνεχιζόμενη κρίση στη Μέση Ανατολή, σημειώνοντας ότι οι εξελίξεις αυτές αναδεικνύουν τις αντιφάσεις της Δύσης.

Για την Ουκρανία υπογράμμισε ότι η ρωσική εισβολή ήταν άδικη και παράνομη, ταυτόχρονα όμως επισήμανε ότι η προηγούμενη δυτική πολιτική επιχείρησε να εντάξει το Κίεβο στο δυτικό στρατόπεδο, ενώ στάθηκε ιδιαίτερα στην αλλαγή στάσης των ΗΠΑ μετά την κυβερνητική μεταβολή στην Ουάσιγκτον.

Σύμφωνα με τον ίδιο, οι Ευρωπαίοι εμφανίστηκαν «αποσβολωμένοι» μπροστά στη μεταβολή των αμερικανικών προτεραιοτήτων.

Για τη Μέση Ανατολή ανέφερε ότι αναδεικνύεται ένας πολυπολικός κόσμος στον οποίο οι ΗΠΑ παραμένουν σημαντικός παίκτης αλλά δεν μπορούν πλέον να επιβάλλουν μονομερώς τη βούλησή τους.

Ολόκληρη η Ομιλία του πρώην Πρωθυπουργού κ. Κώστα Καραμανλή στην εκδήλωση παρουσίασης του βιβλίου των Κων/νου Αρβανιτόπουλου και Κων/νου Φίλη «Η νέα παγκόσμια τάξη. Το δίκαιο της ισχύος»

«Κυρίες και Κύριοι,

Το βιβλίο των Αρβανιτόπουλου και Φίλη είναι μια ακριβής απεικόνιση της νέας πραγματικότητας που βιώνουμε πλέον στο διεθνές σύστημα, της «Νέας Παγκόσμιας Τάξης», όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στον τίτλο, κατ’ ευφημισμόν, στην πραγματικότητα ΑΤΑΞΙΑΣ, και μια πολύ εύστοχη διερεύνηση των στοιχείων που την ερμηνεύουν. Οι συγγραφείς εμβαθύνουν σε όλες τις παραμέτρους που διαφοροποιούν αυτήν την κατάσταση σε σχέση με το μεταπολεμικό διεθνές σύστημα και αποκρυσταλλώνουν τις νέες παραμέτρους, με τις οποίες ερχόμαστε πλέον αντιμέτωποι. Ως συνισταμένη των δεδομένων που χαρακτηρίζουν αυτήν την νέα πραγματικότητα, οι συγγραφείς προσδιορίζουν «Το Δίκαιο της Ισχύος», σε αντιδιαστολή με τη φιλελεύθερη δημοκρατική δικαιοκρατική τάξη που, διακηρυκτικά έστω, ταυτοποιούσε τον δυτικό μεταπολεμικό κόσμο. Η κωδικοποίηση αυτή είναι εξ ορισμού ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο για την κατανόηση του νέου διεθνούς συστήματος που αναδύεται.

Ο σημερινός κόσμος απομακρύνεται οριστικά από τα δεδομένα της μεταπολεμικής τάξης πραγμάτων. Τόσο ο διπολικός κόσμος της εποχής του Ψυχρού Πολέμου όσο και η ηγεμονία της μοναδικής υπερδύναμης στα χρόνια που ακολούθησαν την κατάρρευση του σοβιετικού μπλοκ, πρόσφεραν ένα σημαντικό βαθμό σταθερότητας. Σίγουρα ο κόσμος δεν ήταν ειδυλλιακός, υπήρχαν εντάσεις, συγκρούσεις, περιφερειακοί πόλεμοι, αλλά το σύστημα ήταν σχετικά σταθερό. Σήμερα, ωστόσο, αυτός ο παράγοντας της σταθερότητας αλλάζει ταχύτατα και σε βάθος. Ένας νέος πολυπολικός κόσμος αναδύεται. Βεβαίως οι ΗΠΑ εξακολουθούν να είναι η ηγετική δύναμη στον κόσμο, κυρίως σε κάποιους τομείς (στρατιωτικό), ωστόσο δυσκολεύονται να επιβάλουν τη θέλησή τους, όπως αποδεικνύεται συχνά τα τελευταία χρόνια. Αυτό, σε συνδυασμό με την απογοητευτική αδυναμία της ΕΕ να αναλάβει ένα διεθνή ρόλο ανάλογο με την πραγματική της δυνατότητα, οδηγεί στο να διολισθαίνει η Δύση προοδευτικά σε θέση αμηχανίας. Παράλληλα, βρίσκεται υπό κατάρρευση η παραδοσιακή συνοχή της Δύσης. Στο παρελθόν, ΗΠΑ και ΕΕ είχαν μεν πάντα διαφορές, αλλά πλέον αυτές φαίνονται αγεφύρωτες. Αυτή η πραγματικότητα επιτρέπει σε άλλες δυνάμεις να γεμίσουν το κενό ή τουλάχιστον να το εκμεταλλευτούν. Αμφισβητώντας ολοένα και περισσότερο την πρωτοκαθεδρία της Δύσης και την τάξη που βασίζεται σε κανόνες που αυτή έχει επιβάλει στο διεθνές σύστημα, η Κίνα, η Ρωσία, αλλά και μικρότεροι παίκτες, όπως το Ιράν, η Τουρκία και άλλοι, επιδεικνύουν μια συνεχώς αυξανόμενη δραστηριοποίηση και παρεμβατικότητα, στην προσπάθειά τους να προωθήσουν τα συμφέροντα και την επιρροή τους. Άλλωστε, την υποτιθέμενη αυτή τάξη ακυρώνει λεκτικά και έμπρακτα ο ίδιος ο μεταπολεμικός αρχιτέκτονάς της, δηλαδή οι ΗΠΑ.

Η διεθνής σκηνή είναι πολύ πιο ασταθής σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη φάση, μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Έχουμε εισέλθει σε μια φάση αυξανόμενης αβεβαιότητας. Στο πλαίσιο αυτό, το διεθνές σύστημα επιστρέφει σε μια realpolitik σφαιρών επιρροής και ωμής βίας ως μέσο επίλυσης διεθνών διαφορών, με πλήρη αδιαφορία για το κράτος δικαίου και τις διεθνείς συνθήκες και οργανισμούς. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο βιβλίο, ακόμη και ο ΟΗΕ επιχειρείται να αποδομηθεί από την ίδια τη Δύση, καθώς οι ΗΠΑ προσβλέπουν στην αντικατάστασή του με ένα προσωποπαγές όργανο ηγετών και φίλων με ισχύ και παρόμοιες αναθεωρητικές βλέψεις, το λεγόμενο Συμβούλιο Ειρήνης. Πρόκειται, επομένως, για έναν κόσμο που ολισθαίνει σε μια κατάσταση διεθνούς αναρχίας, με τη βία να επιβάλλει το δίκαιο του ισχυρότερου και να χαρακτηρίζεται από κατακερματισμό, αναθεωρητισμό και ηγεμονικές φιλοδοξίες. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει φέρει ξανά στην καρδιά της Ευρώπης έναν πόλεμο μεγάλης έντασης και διάρκειας. Αυτό, σε συνδυασμό με τον παρατεταμένο πόλεμο στη Μέση Ανατολή και τη σύγκρουση με το Ιράν, οδηγούν σε διαρκή παγκόσμια αστάθεια και μακροχρόνιους οικονομικούς και κοινωνικούς κλυδωνισμούς στο εσωτερικό των χωρών της Δύσης.

Εύστοχα υποστηρίζουν οι συγγραφείς ότι το αναδυόμενο σκηνικό θα λειτουργεί στη βάση σφαιρών επιρροής και αυξανόμενης χρήσης απροκάλυπτης βίας, ή απειλής χρήσης της, με ολοένα και μεγαλύτερη απαξίωση των θεσμών και κανόνων του μεταπολεμικού κόσμου και του Διεθνούς Δικαίου. Οι ΗΠΑ προσπαθούν να διατηρήσουν την πρωτοκαθεδρία τους, στηριζόμενες και στη συντριπτική στρατιωτική υπεροχή τους, όχι όμως με ιδιαίτερη επιτυχία. Οι άλλοι πρωταγωνιστές της διεθνούς σκηνής επιχειρούν να αναβαθμίσουν το ρόλο τους, να αυξήσουν την επιρροή τους και σταδιακά να ανατρέψουν το μεταπολεμικό καθεστώς που οικοδομήθηκε από τη Δύση, κατά τη δική τους εκτίμηση προς ίδιον όφελος. Μεσαίοι παίκτες αισθάνονται ότι έχουν το περιθώριο μεγαλύτερων πρωτοβουλιών και ευχέρειας κινήσεων για να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντά τους, ειδικά όσοι έχουν αναθεωρητικές βλέψεις (όπως η Τουρκία). Η ΕΕ αδυνατεί να παίξει ουσιαστικό ρόλο, όχι μόνο λόγω απροθυμίας ή έλλειψης σοβαρής ηγεσίας, αλλά και λόγω των αδυναμιών της σε ότι αφορά την ταχεία λήψη αποφάσεων και τη διαμόρφωση ενιαίας στρατηγικής μεταξύ των κρατών μελών.

Ο, δυστυχώς, παρατεινόμενος και αιματηρός πόλεμος της Ουκρανίας αναδεικνύει ανάγλυφα πολλές από τις αντιφάσεις της διεθνούς ζωής. Η Ρωσία αδίκως και παρανόμως εισβάλλει στην Ουκρανία. Η συμπεριφορά της συλλογικής Δύσης προηγουμένως δεν είναι αναμάρτητη, αφού ποικιλοτρόπως επιχείρησε να εντάξει την Ουκρανία στο δυτικό στρατόπεδο. Με την εισβολή, η Δύση, υπό την ηγεσία των ΗΠΑ, στηρίζει με κάθε τρόπο την Ουκρανία, μέχρι την αλλαγή κυβέρνησης στις ΗΠΑ, οπότε επέρχεται η πλήρης ανατροπή των δεδομένων. Οι ΗΠΑ προσεγγίζουν τη Ρωσία, πιέζουν την Ουκρανία να δεχθεί επώδυνη γι’ αυτήν διευθέτηση και οι Ευρωπαίοι μένουν αποσβολωμένοι στα κρύα του λουτρού.

Μία από τις σημαντικότερες ίσως διαπιστώσεις του βιβλίου είναι ότι η ανάδυση της Κίνας θα εξισορροπήσει ή και θα υπερακοντίσει μακροπρόθεσμα τις ΗΠΑ. Προς το παρόν η Κίνα, χρησιμοποιεί την οικονομική διπλωματία για να εδραιώσει την επιρροή της στον κόσμο και οικοδομεί περιφερειακούς οικονομικούς οργανισμούς και συμμαχίες, επενδύοντας σε μία συμπεριφορά που χαρακτηρίζεται από συνέπεια, αλλά και προσήλωση στην αρχή της μη επεμβατικότητας. Όσο, όμως, οι δυνατότητές της μεγαλώνουν τόσο θα επεκτείνονται και οι φιλοδοξίες της. Δεν πέρασε απαρατήρητη η αναφορά στη λεγόμενη «παγίδα του Θουκυδίδη», με εμφανή τον υπαινιγμό ότι η αλλαγή των συσχετισμών μπορεί να οδηγήσει στην αντίδραση του σημερινού πρωταγωνιστή από τον φόβο ότι η ανερχόμενη δύναμη απειλεί την πρωτοκαθεδρία του.

Στο μέτωπο της Μέσης Ανατολής, ο πόλεμος έχει καταδείξει, περισσότερο ίσως και από αυτόν στην Ουκρανία, πώς αλληλεπιδρούν πλέον μεταξύ τους οι πόλοι αυτού του παγκόσμιου πολυπολικού συστήματος. Οι ΗΠΑ διατηρούν ακόμα τον πρώτο ρόλο, αλλά δυσκολεύονται να επιβάλλουν τη βούλησή τους, Ρωσία, Κίνα, καθώς και άλλοι μικρότεροι δρώντες, παίζουν το δικό τους ρόλο επιρροής στις εξελίξεις, συνομιλώντας ταυτοχρόνως με τις ΗΠΑ και αλληλεπιδρώντας με αυτές. Τη στιγμή που, για πρώτη ίσως φορά, κανένα ευρωπαϊκό κράτος δεν έχει σταθεί στο πλευρό των ΗΠΑ και το Ευρω-Ατλαντικό χάσμα δείχνει αγεφύρωτο όσο ποτέ. Ενώ και πάλι η ΕΕ, παρά το γεγονός ότι σωστά δεν εμπλέκεται στον πόλεμο, δεν καταφέρνει ωστόσο να εμφανιστεί ως σημαίνων δρών.

Μία καίρια επισήμανση του βιβλίου είναι ότι το τοπίο για τη Δύση επιβαρύνεται πολύ από τις αρνητικές επιπτώσεις της παγκοσμιοποίησης, των κοινωνικών ανισοτήτων και του μεταναστευτικού στις κοινωνίες των δυτικών χωρών. Στην Ευρώπη, ο ευρωσκεπτικισμός αμφισβητεί τις αρχές της ενιαίας αγοράς και της οικονομικής ολοκλήρωσης και, στις ΗΠΑ, τα πλεονεκτήματα του ελεύθερου εμπορίου αμφισβητούνται ανοιχτά. Το γεγονός ότι όλο και περισσότερος πλούτος συσσωρεύεται στα χέρια λιγότερων ατόμων και το χάσμα μεταξύ των εχόντων και των μη εχόντων διαρκώς διευρύνεται είναι ανησυχητικό, όσον αφορά την κοινωνική συνοχή, την πολιτική σταθερότητα και την ποιότητα των δυτικών δημοκρατιών. Αυτό που κάνει, ωστόσο, τις κοινωνικές ανισότητες μια μεγάλη και πιεστική παγκόσμια πρόκληση της εποχής μας είναι η προοπτική ότι, εξαιτίας των οικονομικών εξελίξεων και των τεχνολογικών ανακαλύψεων, πιθανότατα θα κλιμακωθούν δραματικά. Είναι ένα μεγάλο ερώτημα ποιό ποσοστό του πληθυσμού θα έχει τις δεξιότητες για να συμμετέχει ενεργά στη διαδικασία παραγωγής, τις χρηματοοικονομικές συναλλαγές και την επαγγελματική κινητικότητα στο εγγύς μέλλον. Και ποιό θα μπορεί να εξασφαλίσει πρόσβαση στις σύγχρονες υπηρεσίες υγείας, ιατροφαρμακευτικής κάλυψης και παιδείας. Παράλληλα, εκπτώσεις σε δημοκρατικές αξίες αποσταθεροποιούν την κοινωνική συνοχή και το αξιακό σύστημα της μεταπολεμικής Δύσης. Ο ρόλος των μέσων μαζικής ενημέρωσης και το ζήτημα της ακριβούς και αμερόληπτης πληροφόρησης είναι καθοριστικής σημασίας. Όταν οι πληροφορίες εξυπηρετούν κατεστημένα συμφέροντα ή καταντούν απροκάλυπτη απόπειρα χειραγώγησης, η Δημοκρατία πλήττεται. Παράνομες ή τυπικά νομιμοφανείς παρακολουθήσεις πλήττουν επίσης τη Δημοκρατία. Το μεγαλύτερο ίσως πλήγμα είναι η διευρυνόμενη βεβαιότητα της μεγάλης πλειοψηφίας των πολιτών ότι οι θεσμοί, πρωτίστως μάλιστα η Δικαιοσύνη ως το θεμέλιο της ελεύθερης και δημοκρατικής κοινωνίας, χειραγωγούνται. Όλα αυτά ανατρέπουν το αφήγημα της Δυτικής υπεροχής. Όμως, αντί συγκροτημένης προσπάθειας ανάσχεσης των αρνητικών συνεπειών τους, βλέπουμε συχνά την εμμονή των κρατούντων στις εκπτώσεις αυτές. Καταφεύγουν με ευκολία στην προσπάθεια μείωσης και συκοφάντησης εκείνων που τολμούν να αμφισβητήσουν το δικό τους αφήγημα. Συχνά, μάλιστα, με καθοδηγούμενες, αλλά ανώνυμες πέννες του διαδικτύου. Πως να απορεί κανείς, λοιπόν, με την εκρηκτική ενδυνάμωση αντισυστημικών τάσεων.

Σε αυτό το νέο σκηνικό που διαμορφώνεται, είναι ζωτικής σημασίας να δούμε τα της ηπείρου μας και κυρίως τα της ΕΕ. Σήμερα, η ΕΕ πρέπει να καταλάβει ότι η περίοδος χάριτος έχει τελειώσει και ότι δεν μπορεί να συνεχίσει να βασίζεται στις αμερικανικές δυνάμεις για την ασφάλειά της, ούτε, φυσικά, να περιμένει ότι μια αλλαγή κυβέρνησης στις ΗΠΑ θα της εξασφαλίσει ξανά την αμυντική κάλυψη, την οποία της παρείχε μέχρι τώρα η Ουάσιγκτον. Πρέπει να αποδεχτεί ότι δεν υπάρχει γυρισμός και να προωθήσει άμεσα τις απαραίτητες πρωτοβουλίες που θα της επιτρέψουν να είναι αυτάρκης στον αμυντικό τομέα. Και πρέπει να συνειδητοποιήσει ότι οι κίνδυνοι στην περιοχή της είναι πολύ περισσότεροι από ό,τι αντιλαμβάνεται και δεν προέρχονται μόνο από την ανατολή, αλλά και από το νότο, δηλαδή από την Τουρκία και άλλους παράγοντες αστάθειας στα νότια σύνορά της.

Επιπλέον, δεν έχει επιτευχθεί ακόμη πλήρως η Ευρωπαϊκή αλληλεγγύη ως η πιο κρίσιμη ίσως έννοια της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Η αλληλεγγύη με την έννοια, όχι μόνο της αμοιβαίας βοήθειας, αλλά και της αντιμετώπισης των προβλημάτων όλων των κρατών μελών ως κοινών ευρωπαϊκών προβλημάτων. Η αλληλεγγύη, όχι απαραίτητα μόνο ως ηθική αξία, αλλά ως ρεαλιστική συνειδητοποίηση ότι τα ιδιαίτερα συμφέροντα του καθενός εξυπηρετούνται καλύτερα όταν ολόκληρο το οικοδόμημα είναι ισχυρό. Ενώ η υπεράσπιση των μικροσυμφερόντων των μεμονωμένων κρατών μελών έχει επικρατήσει έναντι της υπεράσπισης του συνολικού συμφέροντος.

Προκειμένου, όμως, η αμυντική ικανότητα της ΕΕ να είναι αποτελεσματική θα πρέπει να αποφύγει κάθε είδους εξαρτήσεις. Είναι απολύτως απαραίτητο η ΕΕ να αποκτήσει αυτόνομη αμυντική ικανότητα που δεν θα εξαρτάται από τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ. Το ίδιο ισχύει και για τυχόν εξαρτήσεις από τους λεγόμενους ομοϊδεάτες εκτός ΕΕ εταίρους. Δηλαδή, η συζήτηση που γίνεται για αμυντική συνεργασία με τη Βρετανία, την Ουκρανία ή την Τουρκία δείχνει την, ακόμη και τώρα, πεισματική άρνηση και αδυναμία της ΕΕ να στηριχτεί στις δικές της δυνάμεις.

Σε ότι αφορά την Ελλάδα ειδικά, είναι κραυγαλέες οι αντιφάσεις της ΕΕ στο θέμα της ενιαίας ασφάλειας και άμυνας. Τη στιγμή που η Τουρκία έχει αναθεωρητικούς στόχους απέναντι σε ένα κράτος μέλος, την Ελλάδα, μας απειλεί συνεχώς με πόλεμο και συχνά καταφεύγει στη βία για να υποστηρίξει τις φιλοδοξίες της, η Άγκυρα θεωρείται πολύτιμος εταίρος και σύμμαχος από τα περισσότερα άλλα κράτη μέλη. Ειδικά όσον αφορά την Κύπρο, ένα ακόμη κράτος μέλος της ΕΕ, υπάρχει μια προκλητική αντίφαση στη στάση των περισσότερων συμμάχων και εταίρων. Δηλαδή, ενώ η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία καταδικάζεται, επιβάλλονται κυρώσεις και ενισχύεται με κάθε τρόπο ο αμυνόμενος, τα αντίστοιχα βάσανα της Κύπρου, που συνεχίζονται εδώ και σχεδόν μισό αιώνα, δεν αντιμετωπίζονται. Ακόμα χειρότερα, καταβάλλονται προσπάθειες για την εξεύρεση λύσεων που θέτουν τον επιτιθέμενο και το θύμα σε ισότιμη βάση ή που νομιμοποιούν την παράνομη κατοχή και θέτουν την Κύπρο σε κατάσταση ομηρίας απέναντι στην Τουρκία, σε πλήρη ασυμφωνία με το ευρωπαϊκό κεκτημένο. Αυτή η αναντιστοιχία εκθέτει σοβαρά όσους ισχυρίζονται ότι αγωνίζονται για αξίες και αρχές και εγείρει την υποψία ότι η υποστήριξη προς την Ουκρανία δεν υπαγορεύεται από αρχές αλλά από γεωπολιτικές επιδιώξεις. Στην πραγματικότητα, αποδυναμώνει την πολιτική, νομική και ηθική ανωτερότητα του δυτικού αφηγήματος.

Κυρίες και Κύριοι,

Μέσα στην νέα αυτή πραγματικότητα, η Ελλάδα οφείλει να διαβάσει σωστά τις εξελίξεις και να χαράξει την πορεία εκείνη που θα μεγιστοποιήσει τα οφέλη της, θα τη θέσει σε πλεονεκτική θέση στο γεωπολιτικό χάρτη και θα την προστατεύσει από τις βλέψεις άλλων. Το πολυπολικό σύστημα που αναδεικνύεται υπαγορεύει μια πιο περίπλοκη και πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική απαλλαγμένη από τις αυστηρές διαχωριστικές γραμμές του παρελθόντος. Ασφαλώς και η Ελλάδα είναι ταγμένη με τη Δύση, αλλά η ίδια η Δύση πλέον μεταλλάσσεται ή και διχάζεται και μέρος αυτής συνομιλεί με τη Ρωσία και την Κίνα. Όχι μόνο οι ΗΠΑ. Πρόσφατα ακούστηκαν φωνές και εντός της ΕΕ που προτρέπουν σε συνομιλίες με τη Ρωσία. Ασφαλώς και η Ελλάδα είναι κατά της βίας και του αναθεωρητισμού, αλλά θα πρέπει αυτό το δόγμα να έχει καθολική εφαρμογή. Δεν μπορεί εμείς να τασσόμαστε με όλες μας τις δυνάμεις στο πλευρό του αμυνόμενου και η υπόλοιπη Ευρώπη, αλλά – προσέξτε – ακόμα ακόμα και αυτός ο αμυνόμενος, να μην τάσσεται στο δικό μας πλευρό όταν απειλούμαστε! Θα πρέπει, λοιπόν, να γίνει κατανοητό ότι Ελλάδα και Κύπρος φυλάμε τα νοτιοανατολικά σύνορα της Ευρώπης από κινδύνους υπαρκτούς και υπαρξιακούς που απειλούν την εδαφική ακεραιότητα της ΕΕ. Μάλιστα, εκτός από την τουρκική επεκτατικότητα, πρόσφατα έγινε κατανοητό ότι το τόξο Ελλάδας-Κύπρου αποτελεί τον προμαχώνα της ΕΕ στα νοτιοανατολικά της σύνορα απέναντι σε απειλές που προέρχονται και πέρα από την Ανατολική Μεσόγειο.

Και εδώ θα ήθελα να πω δυο λόγια για ένα θέμα που θεωρώ πολύ σοβαρό. Ο νόμος που ετοιμάζει η Τουρκία, σύμφωνα με πρόσφατες διαρροές, είναι εξωφρενικός. Το αδιανόητο «Δόγμα της Γαλάζιας Πατρίδας» που πολλοί θεωρούν ότι προορίζεται για εσωτερική κατανάλωση, αφού πλέον διδάσκεται στα σχολεία και γαλουχεί, παραπλανά και φανατίζει τις νέες γενιές, τώρα παίρνει την πλέον επίσημη μορφή και γίνεται νόμος του κράτους, προκειμένου να δεσμεύει και όλες τις επόμενες κυβερνήσεις. Να δεσμεύει το ίδιο το κράτος. Φυσικά και δεν έχει καμία νομική αξία για την επιβολή τετελεσμένων, αλλά δεν αφήνει πλέον καμία αμφιβολία για τις απαράδεκτες αξιώσεις της Τουρκίας στο μισό Αιγαίο και δεσμεύει το κράτος της Τουρκίας για επιβολή του νόμου αυτού στο πεδίο. Και πάντως αποτελεί αδιαμφισβήτητη απόδειξη ότι η Τουρκία, μεθοδικά και συστηματικά, προωθεί την αναθεωρητική ατζέντα της και επιχειρεί να μεθοδεύσει σταδιακά τη διαμόρφωση ευνοϊκών γι’ αυτήν συνθηκών. Με αυτά τα δεδομένα, πρέπει να μας προβληματίσει η αποτελεσματικότητα της πολιτικής των «ήρεμων νερών». Διότι, όσο κατανοητή και αν είναι η προσπάθεια αποφυγής εντάσεων, εφ’ όσον η συμπεριφορά αυτή παρερμηνεύεται ως υποχωρητικότητα στην άσκηση και του παραμικρού δικαιώματός μας, ακόμα και στην καρδιά του Αιγαίου, ή απαλλάσσει την Τουρκία από το βάρος της επιθετικής της συμπεριφοράς στα μάτια των τρίτων – υποκριτικά βέβαια, γιατί τους βολεύει –, το κόστος καθίσταται δυσανάλογα μεγαλύτερο από το επιδιωκόμενο υποτιθέμενο όφελος. Σωστά, λοιπόν, ενισχύεται η αμυντική και αποτρεπτική ικανότητα της χώρας, πιστεύω όμως ότι ήρθε η ώρα να καταδειχθεί πλέον σε εταίρους και συμμάχους, ακόμα και με μια διαρκή εκστρατεία δημόσιας διπλωματίας και με τρόπο επίμονο και σαφή, το αδιανόητο των τουρκικών βλέψεων και το μέγεθος της τουρκικής επεκτατικότητας και επιθετικότητας. Και προς την Τουρκία, καθαρά και ξάστερα το μήνυμα ότι κανείς στην Ελλάδα δεν προσφέρεται για εκπτώσεις σε ζητήματα διεθνώς κατοχυρωμένων Δικαίων και δικαιωμάτων της χώρας.

Καλοτάξιδο το βιβλίο!»

Share This Article