Η στρατηγική Μητσοτάκη μέχρι τις κάλπες: Αυτοδυναμία, τρίτη θητεία και μετωπική με Σαμαρά – Το δίλημμα της κυβερνησιμότητας και το μήνυμα στους απογοητευμένους ψηφοφόρους

Newsroom
7 Min Read

Η στρατηγική Μητσοτάκη μέχρι τις κάλπες: Αυτοδυναμία, τρίτη θητεία και μετωπική με Σαμαρά – Το δίλημμα της κυβερνησιμότητας και το μήνυμα στους απογοητευμένους ψηφοφόρους

Ο πρωθυπουργός στη συνέντευξή του προς τους πολιτικούς συντάκτες περιέγραψε με σαφήνεια τον εκλογικό προσανατολισμό των επόμενων μηνών, επέμεινε στην ανάγκη αυτοδυναμίας ως αναγκαίας προϋπόθεσης για πολιτική σταθερότητα και κυβερνησιμότητα, επανέλαβε το καλή τύχη στο ενδεχόμενο κυβέρνησης ηττημένων και ξεκαθάρισε ότι η κόντρα του πλέον με τον Αντώνη Σαμαρά είναι ανοιχτή, και το τέλος της θα το γράψει ο ελληνικός λαός με το εκλογικό αποτέλεσμα. Η χθεσινή συνέντευξη συμπλήρωσε τις οικονομικές εξαγγελίες με ένα ευδιάκριτο μήνυμα. Διεκδικώ τρίτη θητεία έχω διδαχτεί από τα λάθη, τις καθυστερήσεις και τις αδυναμίες, παραμένω ο ίδιος επικεφαλής αυτής της προσπάθειας και καλώ τους πολίτες να συγκρίνουν συγκεκριμένες προτάσεις διακυβέρνησης να σκεφτούν πως ήταν η χώρα το 2019 και πώς είναι σήμερα.

Γιατί αποκλείει τον εκλογικό αιφνιδιασμό

Η επαναβεβαίωση ότι οι εκλογές θα γίνουν την άνοιξη του 2027 και ότι δεν υπάρχει περίπτωση εκλογικού αιφνιδιασμού τους επόμενους μήνες υπηρετεί αυτή τη στρατηγική. Κλείνοντας εκ νέου τη συζήτηση περί πρόωρης προσφυγής στις κάλπες, ο πρωθυπουργός επιδιώκει να διατηρήσει την πρωτοβουλία των κινήσεων, να δώσει χρόνο στις παρεμβάσεις να αποκτήσουν μετρήσιμο κοινωνικό αποτέλεσμα αλλά και να προκαλέσει και πολιτική κόπωση στα κόμματα της αντιπολίτευσης.

Μητσοτάκης – Η στρατηγική της ΔΕΘ: Από τη φθορά στο δίλημμα της κάλπης – Αυτοδυναμία ή αστάθεια και προσπάθεια επανασυσπείρωσης της κεντροδεξιάς μέχρι την άνοιξη του 2027

Άλλωστε όπως είπε χαρακτηριστικά ο χρόνος λειτουργεί εις βάρος τους. Το στοίχημα είναι πολιτικά απαιτητικό. Πρέπει να μετατρέψει τις προσδοκίες από τις εξαγγελίες σε εμπιστοσύνη, μέσα σε ένα περιβάλλον επίμονης δυσαρέσκειας για την καθημερινότητα, την ακρίβεια αλλά και την κόπωση από την επτάχρονη διακυβέρνηση.

Η αυτοδυναμία ως δίλημμα κυβερνησιμότητας

Ενισχύοντας το αφήγημα της αυτοδυναμίας την παρουσίασε παρουσίασε ως απάντηση στην ανάγκη γρήγορων αποφάσεων, επισείοντας τον κίνδυνο πολιτικής αστάθειας και αδυναμίας συγκρότησης κυβέρνησης σε μια δύσκολη διεθνή συγκυρία.

Η πίεση μεταφέρεται στο ΠΑΣΟΚ

Μετέφερε στο ΠΑΣΟΚ την πίεση για το ενδεχόμενο αδυναμίας σχηματισμού κυβέρνησης σε περίπτωση που δεν προκύψει αυτοδυναμία επικαλούμενος την απόρριψη συνεργασίας με τη ΝΔ. Η πολιτική στόχευση είναι εμφανής. Να καταστήσει την κυβερνησιμότητα κριτήριο της ψήφου, ιδίως για τους μετριοπαθείς ψηφοφόρους που διατηρούν αποστάσεις από την κυβέρνηση, αλλά αντιμετωπίζουν με επιφύλαξη την προοπτική αστάθειας. Με τις αναφορές του στο κόμμα του Νίκου Ανδρουλάκη ο κ/Μητσοτάκης κατέστησε για ακόμη μια φορά σαφές ότι το μόνο κόμμα με το οποίο θα μπορούσε να συζητήσει το ενδεχόμενο κυβερνητικής συνεργασίας είναι το ΠΑ.ΣΟ.Κ.

«Η ΝΔ έχει πρόεδρο και η χώρα πρωθυπουργό»

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται η απόρριψη σεναρίων που τον θέλουν εκτός πρωθυπουργίας σε μια μετεκλογική διευθέτηση. Η υπενθύμιση ότι η ΝΔ έχει πρόεδρο και η χώρα πρωθυπουργό και αυτά είναι ταυτόσημααπευθύνεται και στο εσωτερικό της παράταξης αλλά και σε εκείνους εντός και εκτός Νέας Δημοκρατίας που θα έβλεπαν ένα σενάριο αλλαγή ηγεσίας μεταξύ πρώτων και δεύτερων εκλογών. Ταυτόχρονα, με τις επιθέσεις στα οικονομικά προγράμματα Τσίπρα και ΠΑΣΟΚ τα οποία χαρακτήρισε προγράμματα εξαπάτησης του ελληνικού λαού επιχείρησε να οικοδομήσει διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στη δημοσιονομική αξιοπιστία που διεκδικεί για την κυβέρνησή του και στις κούφιες υποσχέσεις που καταλογίζει στους αντιπάλους του.

Η μετωπική με Σαμαρά και η παραπομπή στο 1993

Το πιο αιχμηρό μήνυμα, ωστόσο, αφορούσε τον Αντώνη Σαμαρά. Ο πρωθυπουργός απέκλεισε κάθε περιθώριο συνεννόησης, επικαλούμενος την αμφισβήτηση της εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής από τον προκάτοχό του. Προχώρησε όμως πολύ περισσότερο, αποδίδοντάς του «τεχνογνωσία» στο να βλάπτει την παράταξη και καλώντας τον να αναλογιστεί την υστεροφημία του.

Σαμαράς σε Μητσοτάκη: «Το ποιος βλάπτει την παράταξη δεν το αποφασίζει η οικογένεια Μητσοτάκη» – «Ας ανησυχεί για τη δική του υστεροφημία»

Η παραπομπή στο 1993 και στην πτώση της κυβέρνησης του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη από τον Αντώνη Σαμαρά ήταν σαφής. Πολιτικά, η παρέμβαση μπορεί να διαβαστεί ως προειδοποίηση προς όσους εξετάζουν μια μετακίνηση σε ενδεχόμενο νέο κόμμα Σαμαρά σε όσους πιστεύουν ή διακινούν το σενάριο ότι θα μπορούσε η Νέα Δημοκρατία να συνεργαστεί με το κόμμα Σαμαρά προκειμένου να δημιουργηθεί κυβέρνηση.

Η απάντηση Σαμαρά και το «κόμμα Μητσοτάκη»

Η απάντηση του πρώην πρωθυπουργού επιβεβαίωσε το βάθος της ρήξης. Αντέτεινε ότι κριτής είναι ο λαός της παράταξης, όχι η οικογένεια Μητσοτάκη, και επικαλέστηκε την εκλογή του στην ηγεσία από την κομματική βάση. Κατηγόρησε τον πρωθυπουργό για ακρίβεια, διαφθορά, θεσμικές παρεκκλίσεις και εξωτερική πολιτική κατευνασμού, καταλήγοντας: «Δεν είναι αυτή η παράταξη κύριε Μητσοτάκη. Αυτό είναι το κόμμα Μητσοτάκη». Έτσι διαχώρισε ευθέως τη σημερινή Νέα Δημοκρατία από την παράταξη όπως ο ίδιος λέει αφήνοντας ανοιχτά όλα τα ενδεχόμενα να αλλάξει στάση απέναντι στο κόμμα που υπηρέτησε ως πρωθυπουργός και πρόεδρος του σε περίπτωση που ο κ. Μητσοτάκης πάψει να είναι αρχηγός της.

Από την παραταξιακή αυθεντικότητα στην εκλογική αποτελεσματικότητα

Η αντιπαράθεση συνεχίστηκε μετά την ολοκλήρωση της συνέντευξης. Όταν δημοσιογράφος ενημέρωσε τον Κυριάκο Μητσοτάκη για τη δήλωση Σαμαρά, εκείνος απάντησε: «Η ΝΔ δεν είναι σήμερα η παράταξη; Απ’ ό,τι θυμάμαι ο ίδιος πήρε στις εκλογές 18%. Τότε ήταν η παράταξη και τώρα δεν είναι; Ωραία απόδοση είχε» Με την αναφορά στο αποτέλεσμα του Μαΐου του 2012, ο πρωθυπουργός μετέφερε τη σύγκρουση από την παραταξιακή αυθεντικότητα στην εκλογική αποτελεσματικότητα, αντιπαραθέτοντας εμμέσως τη δική του πορεία στην επίδοση του προκατόχου του.

Η δύσκολη μάχη δεν είναι μόνο με τον Σαμαρά – Το στοίχημα της τρίτης θητείας

Πίσω από την ένταση της Νέας Δημοκρατίας με τον κ. Σαμαρά το δυσκολότερο κυβερνητικό πρόβλημα παραμένει η αντιμετώπιση της καθημερινότητας, η αξιοπιστία αλλά και τα σκάνδαλα που έχουν δει τα τελευταία χρόνια το φως της δημοσιότητας. Η παραδοχή της καθυστέρησης στην εξυγίανση του ΟΠΕΚΕΠΕ, και η αναγνώριση ότι η Πανεπιστημιακή Αστυνομία αποδείχθηκε αχρείαστη συνιστούν επιμέρους αυτοκριτική. Δεν αρκούν όμως αυτομάτως για να αποκαταστήσουν τη σχέση με απογοητευμένους ψηφοφόρους και κυρίως να αποκαταστήσουν την ψυχική και ιδεολογική ενότητα με την παράταξη παραδοσιακών δεξιών ψηφοφόρων που έχουν απομακρυνθεί από το κόμμα που για χρόνια ψήφιζαν.

Το προεκλογικό αφήγημα και η στόχευση του Κυριάκου Μητσοτάκη θα κριθεί από το αν η κυβέρνηση πείσει ότι η τρίτη θητεία προσφέρει συγκεκριμένη προοπτική βελτίωσης.

Share This Article