
Η φωτιά δεν ξεχωρίζει δάσος, σπίτι ή άνθρωπο. Η ευθύνη όμως ξεχωρίζει. Ξεχωρίζει ποιος έκανε το καθήκον του, ποιος αδιαφόρησε, ποιος έκλεισε τα μάτια και ποιος έχτισε ολόκληρη πολιτική καριέρα πάνω στην ανευθυνότητα.
Κάθε καλοκαίρι ακούμε την ίδια κασέτα. Η κλιματική κρίση παρουσιάζεται ως η καθολική εξήγηση για κάθε καταστροφή. Ναι, η κλιματική αλλαγή επιδεινώνει τις συνθήκες. Κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν το αμφισβητεί. Δεν ανάβει όμως τις χωματερές. Δεν νομιμοποιεί τα αυθαίρετα μέσα στα δάση. Δεν αφήνει μπάζα και σκουπίδια να μετατρέπονται σε πυριτιδαποθήκες. Δεν εμποδίζει τους ελέγχους. Δεν συγχωρεί την κρατική αδράνεια.
Η σημερινή κυβέρνηση δεν μπορεί να κριθεί από το αν θα φυσήξει αέρας ή από το αν θα χτυπήσει κεραυνός. Κρίνεται από εκείνα που όφειλε να έχει κάνει πριν εμφανιστεί η πρώτη φλόγα. Από την πρόληψη. Από τους καθαρισμούς. Από την επιβολή της νομιμότητας. Από τη λειτουργία της Πολιτικής Προστασίας. Από τον έλεγχο των δήμων. Από την ετοιμότητα του κρατικού μηχανισμού. Και όταν κάθε λίγες ημέρες θρηνούμε νεκρούς, βλέπουμε περιουσίες να χάνονται και τεράστιες εκτάσεις να μετατρέπονται σε στάχτη, τότε το πολιτικό συμπέρασμα δεν μπορεί να ωραιοποιηθεί. Η εικόνα συνιστά αποτυχία.
Όμως η εύκολη καταγγελία της σημερινής κυβέρνησης δεν αθωώνει όσους κυβέρνησαν πριν από αυτήν. Αντίθετα, τους βαραίνει εξίσου. Γιατί η Ελλάδα δεν έγινε ευάλωτη στις φωτιές μέσα σε μία τετραετία ή δυο τετραετίες…
Ποιος νομιμοποιούσε επί δεκαετίες αυθαίρετα μέσα σε δάση και ρέματα; Ποιος άφηνε πολεοδομίες να λειτουργούν ως πελατειακοί μηχανισμοί; Ποιος ανεχόταν παράνομες χωματερές; Ποιος δεν ολοκλήρωσε ποτέ τους δασικούς χάρτες; Ποιος μετέτρεψε την πρόληψη σε φτωχό συγγενή της καταστολής; Ποιος θυμόταν τα δάση μόνο όταν καιγόταν η χώρα;
Το Μάτι δεν ήταν ένα «μοιραίο» γεγονός. Ήταν η πιο τραγική απόδειξη ότι όταν η αυθαιρεσία, η κρατική ανεπάρκεια και ο πολιτικός κυνισμός συναντηθούν, το τίμημα μετριέται σε ανθρώπινες ζωές. Και όποιος πιστεύει ότι εκείνο το μάθημα έγινε πραγματική μεταρρύθμιση, ας κοιτάξει τις εικόνες των τελευταίων ημερών.
Το ίδιο ισχύει για κάθε ανεξέλεγκτη χωματερή που εξακολουθεί να υπάρχει, για κάθε οικισμό χωρίς σχέδιο εκκένωσης, για κάθε δασική έκταση χωρίς ουσιαστική προστασία, για κάθε υπηρεσία που λειτουργεί με ελλείψεις προσωπικού ή εξοπλισμού, για κάθε παράνομη δραστηριότητα που όλοι γνωρίζουν αλλά κανείς δεν αγγίζει επειδή κοστίζει πολιτικά.
Η μεγαλύτερη υποκρισία, όμως, ξεκινά όταν οι ίδιοι πολιτικοί χώροι που κυβέρνησαν επί δεκαετίες εμφανίζονται σήμερα ως τιμητές της ευαισθησίας. Άλλοι επικαλούνται την κλιματική κρίση για να καλύψουν τις δικές τους αδυναμίες. Άλλοι θυμούνται την κρατική ανεπάρκεια, λες και δεν συμμετείχαν ποτέ στη δημιουργία της. Όλοι αναζητούν ενόχους, αρκεί να μην κοιτάξουν στον καθρέφτη.
Η φωτιά δεν είναι κομματική. Η ευθύνη είναι.
Και η ευθύνη στην Ελλάδα είναι διακομματική, διαχρονική και συστημική. Είναι το αποτέλεσμα ενός κράτους που έμαθε να επιβραβεύει την αυθαιρεσία, να συγχωρεί την παρανομία όταν έχει πολιτικό κόστος η σύγκρουση και να εμφανίζεται αποφασιστικό μόνο όταν οι κάμερες καταγράφουν τις φλόγες.
Οι πολίτες δεν χρειάζονται άλλες εξηγήσεις. Δεν χρειάζονται άλλες επιτροπές που θα καταλήξουν σε συρτάρια, ούτε νέες υποσχέσεις ότι «θα αλλάξουν όλα». Τα ίδια ακούγονται μετά από κάθε τραγωδία και κάθε καλοκαίρι η χώρα ξαναμετρά στάχτες.
Η πραγματική μεταρρύθμιση δεν είναι να αγοράσεις περισσότερα εναέρια μέσα. Είναι να μη χρειαστεί να απογειωθούν. Είναι να συγκρουστείς με την αυθαιρεσία, να επιβάλεις τον νόμο, να καθαρίσεις τα δάση, να κλείσεις τις παράνομες χωματερές, να τιμωρήσεις όσους παρανομούν και να σταματήσεις να αντιμετωπίζεις το περιβάλλον ως εκλογική πελατεία.
Γιατί η στάχτη δεν γράφει μόνο την ευθύνη της στιγμής. Γράφει τη συνενοχή δεκαετιών. Και πάνω στα αποκαΐδια, οι αυτόκλητοι κήρυκες της οικολογικής ευαισθησίας ακούγονται συχνά σαν εμπρηστές που απλώς ξέχασαν το σπίρτο στην τσέπη.

